Για ένα αναπτυξιακό-προοδευτικό πρόσημο

1186774_10203104922170071_574678204_nτου  Βαγγέλη Πιλάλη*

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει μπροστά της να διαχειριστεί πολλά ανοιχτά «μέτωπα» και «αμαρτίες» προηγούμενων Κυβερνήσεων τόσο ως προς το εξωτερικό όσο και ως προς το εσωτερικό και μάλιστα σε σύντομο και πυκνό διάστημα.

Είναι γεγονός ότι «δαπανά» τον περισσότερο πολιτικό χρόνο της, στην προσπάθειά της, να επανατοποθετήσει με διακριτό τρόπο «το ελληνικό ζήτημα» στην κορυφή της Ευρωπαϊκής -και όχι μόνο- πολιτικής και οικονομικής ατζέντας.

Ορθώς πράττει γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να υπηρετήσει τους άμεσους στόχους της οι οποίοι είναι:

  • να αποφύγει την παγίδα άμεσης «πιστωτικής ασφυξίας» της ελληνικής οικονομίας που είχαν στήσει ορισμένα διεθνή και εγχώρια οικονομικά – πολιτικά κέντρα.
  • να αναδείξει επαρκώς σε διεθνές επίπεδο την ελληνική κρίση ως μέρος των δομικών ατελειών της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής και των μονόπλευρων πολιτικών λιτότητας που επιλέχθηκαν από τους δανειστές.
  • να ανοίξει μικρό -πλην όμως πολύτιμο- «παράθυρο» έκτακτης παροχής ρευστότητας σε τράπεζες – δημόσιο – μικρομεσαίες επιχειρήσεις με μη μνημονιακούς και υφεσιακούς όρους.
  • να βρει στο εσωτερικό της χώρας -τα σωστά για την συγκυρία- θεσμικά, νομικά και οικονομικά «πατήματά» της.
  • να ανιχνεύσει τα πιθανά «μονοπάτια» νέων ευρωπαϊκών ισορροπιών και ευρύτερων γεωπολιτικών συμμαχιών.
  • να διαμορφώσει τις βέλτιστες χρηματοδοτικές λύσεις ώστε να αντιμετωπίσει τουλάχιστον την ανθρωπιστική κρίση και το χαμένο εθνικό γόητρο της χώρας.

Πρέπει όμως παράλληλα με την προσπάθεια επιτυχίας του πρώτου κύκλου διαπραγμάτευσης μέχρι και τα μέσα Απριλίου, να συνεχίσει με πιο έντονους ρυθμούς το νομοθετικό της έργο. Η ελληνική οικονομία χρήζει άμεσης ανάγκης προοδευτικών αλλαγών και ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων που θα προάγουν ταυτόχρονα την αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας στην ελληνική κοινωνία.

Μέχρι τον Ιούνιο οφείλει να έχει τελειώσει με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και την αναδιάρθρωση του χρέους διότι εκτός από τους δανειστές-εταίρους («θεσμούς») και την εγχώρια ολιγαρχία (που για ευνόητους λόγους έχουν πολλές αντοχές και καρτερικότητα)  υπάρχει η «χτυπημένη» εγχώρια εργατική τάξη (με την διευρυμένη της έννοια) και η «χτυπημένη» εγχώρια αγορά (με την έννοια της εναπομένουσας μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και του χαμηλού ποσοστού απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα) που αμφότερες δεν έχουν τα ίδια περιθώρια αντοχών και αναμονής. Οι μνημονιακές κυβερνήσεις φρόντισαν να τις εξουθενώσουν-στεγνώσουν εισοδηματικά και χρηματοδοτικά όλα αυτά τα χρόνια.

Αν λοιπόν δεν «τρέξει» στην αγορά σύντομα ένα καλά μελετημένο σχέδιο χρηματοδοτικής ενίσχυσης και ανάπτυξης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, αν δεν υπάρξει σε ένα εύλογο μεταβατικό διάστημα 6-9 μηνών η δυνατότητα δημιουργίας χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας τόσο στον ιδιωτικό όσο και από στον δημόσιο τομέα τότε τα πράγματα δεν θα πάνε καλά ανεξαρτήτως των μεσομακροπρόθεσμων ωφελημάτων της διαπραγμάτευσης.

Είναι βέβαιο ότι το ιδιότυπο-επικοινωνιακό bra de fer με τους «θεσμούς» καθώς και το ανορθόδοξο «κυνήγι» των ανομιών μέρους της ντόπιας ολιγαρχίας δεν αρκεί για να «δικαιωθεί» η αντιμνημονιακή μας κυβέρνηση πολιτικά και ιστορικά από την ελληνική κοινωνία. Τα πάντα θα κριθούν στην σφαίρα της πραγματικής οικονομίας.

Το ηθικό πλεονέκτημα που η συντριπτική πλειοψηφία των υποτελών τάξεων σήμερα αναγνωρίζει στην ελληνική κυβέρνηση δεν της παρέχει απεριόριστο χρόνο  «προστασίας» από τους διάχυτους κινδύνους της οικονομικής στασιμότητας και  δυσπραγίας.

Το παρόν και το μέλλον της παίζεται αφενός μεν στον χρηματοπιστωτικό και δημοσιονομικό χώρο που θα καταφέρει να απελευθερώσει μέσω της σκληρής διαπραγμάτευσης αφετέρου δε στο πόσο γρήγορα θα εκμεταλλευτεί αυτόν τον χώρο, για να εφαρμόσει νέες πολιτικές στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Ας κυριαρχήσει λοιπόν το προοδευτικό-αναπτυξιακό πρόσημο έναντι του επικοινωνιακού-συμβολικού.

*Μέλος Κεντρικής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ

 

 

Πέντε ερωτήματα απαιτούν απάντηση

του Κώστα Λαπαβίτσα

1d9c5-lapav

Η συμφωνία του Γιούρογκρουπ δεν έχει ολοκληρωθεί, εν μέρει γιατί δεν γνωρίζουμε ακόμη ποιες ‘μεταρρυθμίσεις’ θα προτείνει η ελληνική κυβέρνηση σήμερα (Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου) και ποιες από αυτές θα γίνουν δεκτές. Όσοι όμως έχουμε εκλεγεί στη βάση του προγράμματος του Σύριζα και θεωρούμε τις εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης ως δέσμευση που έχουμε αναλάβει προς τον ελληνικό λαό, έχουμε βαθιές ανησυχίες. Είναι υποχρέωσή μας να τις καταγράψουμε.

Το γενικό περίγραμμα της συμφωνίας έχει ως εξής:

 1.Η Ελλάδα ζητάει επέκταση της τρέχουσας συμφωνίας δανειακής στήριξης, η οποία στηρίζεται σε μια σειρά από δεσμεύσεις.
2.Ο στόχος της επέκτασης είναι να επιτρέψει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της τρέχουσας συμφωνίας και να δώσει χρόνο για μια πιθανή νέα συμφωνία.
3.Η Ελλάδα θα υποβάλλει αμέσως κατάλογο ‘μεταρρυθμίσεων’, οι οποίες θα αξιολογηθούν από τους ‘θεσμούς’  και θα συμφωνηθούν τελικά τον Απρίλιο. Εάν η αξιολόγηση είναι θετική, θα αποδεσμευτούν τα χρήματα που δεν δόθηκαν ακόμη από την τρέχουσα συμφωνία συν τις επιστροφές από τα κέρδη της ΕΚΤ.
4.Τα υπάρχοντα κονδύλια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τις ανάγκες των τραπεζών και θα είναι εκτός ελληνικού ελέγχου.
5.Η Ελλάδα δεσμεύεται να εκπληρώσει πλήρως και εγκαίρως όλες τις χρηματοοικονομικές της υποχρεώσεις προς τους εταίρους της.
6.Η Ελλάδα δεσμεύεται να διασφαλίσει ‘κατάλληλα’ πρωτογενή πλεονάσματα για να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα του χρέους στη βάση των αποφάσεων του Γιούρογκρουπ του Νοεμβρίου 2012. Το πλεόνασμα για το 2015 θα λάβει υπόψη του τις οικονομικές συνθήκες του 2015.
7.Η Ελλάδα δεν θα ανακαλέσει μέτρα, ούτε θα κάνει μονομερείς αλλαγές που μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση στους δημοσιονομικούς στόχους, την οικονομική ανάκαμψη, ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως θα εκτιμηθούν από τους ΄θεσμούς’.
Στη βάση αυτή, το Γιούρογκρουπ θα ξεκινήσει τις εθνικές διαδικασίες για τετράμηνη επέκταση της τρέχουσας συμφωνίας και καλεί τις ελληνικές αρχές να ξεκινήσουν άμεσα τη διαδικασία για την επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησής της.
Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς πως μέσα από αυτήν τη συμφωνία θα υλοποιηθούν οι εξαγγελίες ‘της Θεσσαλονίκης’ που περιλαμβάνουν τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και την άμεση αντικατάσταση των Μνημονίων με το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης. Όσοι εκλεγήκαμε με το Σύριζα δεσμευτήκαμε ότι θα προχωρήσουμε στην υλοποίηση του Εθνικού Σχεδίου ανεξάρτητα από τις διαπραγματεύσεις για το χρέος, διότι το θεωρούμε απαραίτητο για την επανεκκίνηση της οικονομίας και την ανακούφιση της κοινωνίας. Είναι ανάγκη λοιπόν να εξηγηθεί τώρα το πως αυτά θα υλοποιηθούν και πως θα μπορέσει η νέα κυβέρνηση να αλλάξει την τραγική κατάσταση που κληρονόμησε.
Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, το Εθνικό Σχέδιο περιλάμβανε τέσσερις πυλώνες με κόστος για τον πρώτο χρόνο ως εξής:
Ι) Αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης (1,9 δις).
ΙΙ) Επανεκκίνηση της οικονομίας με φορολογικές ελαφρύνσεις, ρύθμιση «κόκκινων δανείων», ίδρυση Αναπτυξιακής Τράπεζας, επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ (συνολικά 6,5 δις).
ΙΙΙ) Πρόγραμμα Δημόσιας Απασχόλησης για 300000 θέσεις εργασίας (3 δις τον πρώτο χρόνο και άλλα 2 δις τον δεύτερο).
IV) Μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος με παρεμβάσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και στο κοινοβούλιο.
Οι πηγές χρηματοδότησης και πάλι για τον πρώτο χρόνο είχαν προβλεφθεί ως εξής:
Ι) Εκκαθάριση χρεών προς την εφορία (3 δις)
ΙΙ) Πάταξη της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου (3 δις)
ΙΙΙ) Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (3 δις)
IV) ΕΣΠΑ και άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα (3 δις)
Με δεδομένο λοιπόν το ανακοινωθέν του Γιούρογκρουπ, ρωτώ:
Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης
Πως θα χρηματοδοτηθεί το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης, όταν τα 3 δις του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας είναι πλέον εκτός ελληνικού ελέγχου; Η αφαίρεση αυτών των κονδυλίων κάνει ακόμη πιεστικότερη τη συλλογή μεγάλων ποσών από τη φοροδιαφυγή και την εκκαθάριση χρεών σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Πόσο εφικτή είναι αυτή η προοπτική;
Διαγραφή χρέους
Πως θα προχωρήσει η διαγραφή του χρέους, όταν η Ελλάδα δεσμεύεται να εκπληρώσει πλήρως και εγκαίρως όλες τις χρηματοοικονομικές της υποχρεώσεις προς τους εταίρους της;
Άρση λιτότητας
Πως θα υπάρξει άρση της λιτότητας, όταν η Ελλάδα δεσμεύεται να πετύχει ‘κατάλληλα’ πρωτογενή πλεονάσματα για να καταστήσει το υπάρχον τεράστιο χρέος ‘βιώσιμο’; Η ‘βιωσιμότητα’ του χρέους – όπως την εκτιμούσε η Τρόικα – ήταν ακριβώς η αιτία για το παράλογο κυνήγι πρωτογενών πλεονασμάτων. Καθώς το χρέος δεν θα μειωθεί σημαντικά, πως θα πάψουν να υπάρχουν πρωτογενή πλεονάσματα που είναι καταστροφικά για την ελληνική οικονομία και αποτελούν την ουσία της λιτότητας;
Εποπτεία και δημοσιονομικό κόστος
Πως θα προχωρήσει οποιαδήποτε προοδευτική αλλαγή στη χώρα, όταν οι ΄θεσμοί’ θα ασκούν αυστηρή εποπτεία και θα απαγορεύουν μονομερείς ενέργειες; Θα επιτρέψουν οι ‘θεσμοί’ την υλοποίηση των πυλώνων ‘της Θεσσαλονίκης’ δεδομένου ότι έχουν άμεσο, ή έμμεσο δημοσιονομικό κόστος;
Η μελλοντική διαπραγμάτευση
Τι ακριβώς θα έχει αλλάξει στους επόμενους τέσσερις μήνες της ‘παράτασης’, ώστε η νέα διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας να γίνει από καλύτερες θέσεις; Τι θα αποτρέψει την επιδείνωση της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας;
Οι στιγμές είναι απολύτως κρίσιμες για την κοινωνία, το έθνος και φυσικά την Αριστερά. Η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης εδράζεται στο πρόγραμμα του Σύριζα. Το ελάχιστο που απαιτείται είναι να έχουμε μια ανοιχτή συζήτηση στα κομματικά όργανα και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Πρέπει άμεσα να δώσουμε καίριες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ώστε να διατηρήσουμε τη μεγάλη στήριξη και δυναμική που μας δίνει ο ελληνικός λαός. Οι απαντήσεις που θα δοθούν το αμέσως επόμενο διάστημα θα κρίνουν το μέλλον της χώρας και της κοινωνίας.

Ανακοίνωση Πρωτοβουλίας για την Αριστερή Ανασύνθεση 22/02/2015

.

Η καταρχήν συμφωνία στο Eurogroup οφείλει να βάλει σε βαθύ προβληματισμό τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή τη φορά ο διάβολος δεν κρύφτηκε στις λεπτομέρειες. Κάνει φανερή την παρουσία του στους όρους της συμφωνίας. Το μνημόνιο έγινε μεταβατικό πρόγραμμα, η τρόικα έγινε «θεσμοί» και τα  έντεκα εκατομμύρια του ΤΧΣ επέστρεψαν από τη χώρα μας στα ευρωπαϊκά ταμεία για να μην  τα πάρουν τα κακά παιδιά της κυβέρνησης και τα σπαταλήσουν σε μέτρα καταπολέμησης της ανθρωπιστικής κρίσης.

Τη Δευτέρα το βράδυ δεν θα αξιολογηθούν τα έργα αλλά κι αυτές ακόμα οι προθέσεις της νέας κυβέρνησης. Ο έλεγχος θα είναι προληπτικός τώρα και κατασταλτικός στη συνέχεια. Η καταβολή της δόσης θα συνεχίσει να τρομοκρατεί την Ελληνική κοινωνία.

Κάτω  από αυτές τις συνθήκες το κόμμα μας, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να ανασυνταχτεί και να συζητήσει. Αλλοίμονο αν μαζί με μια κακή συμφωνία έχουμε και κάποιους κομματικότερους ημών των υπολοίπων που έφτασαν να λοιδορούν τον Μανώλη Γλέζο και να απαιτούν τη διαγραφή άλλων επειδή κατέγραψαν την ισχυρή διαφωνία τους .

Η Πρωτοβουλία για την Αριστερή Ανασύνθεση με τις μικρές της δυνάμεις ζητεί και προτείνει σε όλους και όλες να ζητήσουν την άμεση σύγκλιση της Κ.Ε.

Κόμμα χειροκροτητής  και κομματικά μέλη που ελεεινολογούν όσους διαφωνούν, είναι η χειρότερη προσφορά στην κυβέρνηση.

Χωρίς κραυγές  και συντροφικά μαχαιρώματα πρέπει να συζητήσουμε για την νέα κατάσταση και να πάρουμε δεσμευτικές αποφάσεις.

Μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τα όργανά του. Τώρα…

Αναδιανομή λιτότητας;

του Γιάννη Κιμπουρόπουλου
kibour_300x200.

Τον μέσο πολίτη, που στοιχίζεται στον δημοσκοπικό «λαό των ικανοποιημένων» από τα πρώτα βήματα της κυβέρνησης, λίγο τον ενδιαφέρει αν η παράταση της δανειακής σύμβασης θα ονομαστεί «κωλοτούμπα», αθέτηση εξαγγελιών, υποχώρηση μπροστά στην αδιαλλαξία των δανειστών ή ρεαλιστικός συμβιβασμός. Ελάχιστα τον ενδιαφέρει αν η κυβέρνηση είναι original αριστερή, κοινωνικής σωτηρίας ή εθνικής ευθύνης. Κι ακόμη λιγότερο τον νοιάζει αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η ριζοσπαστική Αριστερά που υποστηρίζει ότι είναι, δεν είναι μια γνήσια αντικαπιταλιστική δύναμη, αλλά μια ριζοσπαστική Κεντροαριστερά που δεν υπερβαίνει το πλαίσιο του αριστερού κεϋνσιανισμού, με τον οποίο προσπαθεί να επιδράσει στην ευρωπαϊκή ελίτ και να αμφισβητήσει την ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου δογματισμού.

Αυτό που ενδιαφέρει τον μέσο πολίτη, εν ολίγοις, δεν είναι αν ο «έντιμος συμβιβασμός» που διαπραγματεύεται η κυβέρνηση συνιστά ιδεολογική ή πολιτική υποχώρηση, αλλά αν αφήνει περιθώρια στην κυβέρνηση να υλοποιήσει τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής της: να βάλει τέλος στη λιτότητα και να την αντιστρέψει για τα πιο τσακισμένα λαϊκά στρώματα.

Ο μέσος αριστερός πολίτης έχει, από την άλλη πλευρά, πιο περίπλοκα κριτήρια για να «μετρήσει» την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ. Προφανώς έβγαλε φλύκταινες με την επιλογή του δεξιού Προέδρου της Δημοκρατίας, δυσανασχέτησε για τη συνεργασία με τους ΑΝ.ΕΛΛ., δυσφόρησε με την τοποθέτηση προσώπων που προέρχονται από την εκσυγχρονιστική και άλλες πτέρυγες του «όλου» ΠΑΣΟΚ και μελαγχόλησε με το μετεκλογικό στρογγύλεμα στις οξείες γωνίες του προεκλογικού προγράμματος. Πάλι, όμως, και ο μέσος αριστερός πολίτης αντιλαμβάνεται ότι αυτό που θα κρίνει τη φορά της κυβερνητικής αλλαγής είναι η παρέμβασή της στην αντιστροφή της λιτότητας. Από κάτω προς τα πάνω και από έξω προς τα μέσα.

Ο σκληρός πυρήνας της δανειακής σύμβασης ήταν η στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης. Η συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 27% σε μια πενταετία δεν ήταν αστοχία, αλλά αδήλωτος (ως προς το μέγεθός του) στόχος. Συνίστατο στη δραματική μείωση της τιμής της εργασίας, των εισοδημάτων και όλων των περιουσιακών στοιχείων, δημόσιων και ιδιωτικών. Ο στόχος και τα συστατικά του μέρη επετεύχθησαν, και μάλιστα πάνω από τις προσδοκίες, τόσο με τις διοικητικές και νομοθετικές ρυθμίσεις των Μνημονίων υπέρ του κέρδους όσο και με τη μηχανική της ίδιας της κρίσης, η οποία δημιούργησε ευρέα πεδία σκιώδους οικονομίας τριτοκοσμικού τύπου, όπου δεν ισχύουν ούτε καν οι τυπικές «ρυθμίσεις» της απορρύθμισης. Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού που συνοπτικά αποκαλούμε λιτότητα.

Η λιτότητα έχει βασικό προορισμό να ευνοήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Αλλά στις ιδιότυπες συνθήκες της υπερχρεωμένης Ελλάδας αυτό δεν αφορούσε τόσο το εγχώριο κεφάλαιο, μέρος του οποίου αξιοποίησε φυσικά στο έπακρο την ευκαιρία, όσο το ξένο. Και μάλιστα όχι μέσω του κλασικού παραγωγικού κύκλου, που απαιτεί επενδύσεις, αλλά κυριολεκτικά μέσω της αρπαχτής: δηλαδή της αποπληρωμής του απεχθούς χρέους και του ξεπουλήματος της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας. Αυτή ήταν η ιδιομορφία του ελληνικού πειράματος που εξελίχθηκε σε αποικιοποίηση της χώρας και επέβαλε, τελικά, μια αναδιανομή του πλούτου (λιτότητα) από κάτω προς τα πάνω και κυρίως προς τα έξω (με τη δουλική συναίνεση των εγχωρίων «πάνω», που πίστεψαν πως θα ωφεληθούν από την πρόσδεσή τους στο άρμα των ομολόγων τους «έξω». Οι περισσότεροι την πάτησαν).

Πώς ξηλώνεται αυτός ο καμβάς; Το μείζον είναι να σταματήσει η εκροή πλούτου προς τα έξω, προς τους δανειστές. Συνελόντι ειπείν, να σταματήσει η αποπληρωμή του χρέους, να διαγραφεί το απεχθές τμήμα του, που επιβλήθηκε ακριβώς ως μοχλός εσωτερικής υποτίμησης. Ας υποθέσουμε ότι αυτό αποτελεί μέρος μιας πιο μακροπρόθεσμης διαπραγμάτευσης, που θα εξαρτηθεί και από τους πολιτικούς συσχετισμούς οι οποίοι θα διαμορφωθούν από το «σερί» οκτώ εκλογικών αναμετρήσεων στην Ε.Ε. μέχρι το τέλος του χρόνου.

Απομένει το υπόλοιπο του σκληρού πυρήνα του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, η εφαρμογή των πρώτων άμεσων μέτρων αντι-λιτότητας. Το κόστος του έχει υπολογιστεί στα 11,5 δισ. ευρώ. Προκύπτουν αυτοί οι πόροι από τον ενδιάμεσο «έντιμο συμβιβασμό»; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα με βάση το οποίο ο μέσος πολίτης του δημοσκοπικού «λαού των ικανοποιημένων», αλλά και ο μέσος αριστερός «σκεπτικιστής» αξιολογούν τη διαπραγμάτευση και τον συμβιβασμό.

Εκ πρώτης όψεως τα νούμερα δεν βγαίνουν. Η αποδοχή έστω και μικρότερου πρωτογενούς πλεονάσματος και του ισχύοντος χρονοδιαγράμματος εξόφλησης των δανείων αφήνει ελάχιστα περιθώρια χρηματοδότησης των βασικών μέτρων αντι-λιτότητας. Δίνει όμως χρόνο, θα αντιτείνουν κάποιοι. Αλλά ο χρόνος δεν είναι χρήμα στην περίπτωσή μας. Και ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι να αναγκαστεί η κυβέρνηση, αντί της υπεσχημένης αντι-λιτότητας, να προσφύγει σε μια πολιτική αναδιανομής της λιτότητας, και μάλιστα μεταξύ των κατ’ εξοχήν θυμάτων της. Επιθυμούμε διακαώς να διαψευστούν οι υπολογισμοί μας.

Tι ηττήθηκε στο Eurogroup – και πως να μην οριστικοποιηθεί

Ας αρχίσουμε από το προφανές -το οποίο κάποια επιμένουν να αρνούνται για λόγους που θα εξηγήσουμε παρακάτω: η συμφωνία στην οποία σύρθηκε η ελληνική κυβέρνηση στο Eurogroup της Παρασκευής συνιστά κατά κράτος υποχώρηση της ελληνικής πλευράς.
.
του Στάθη Κουβελάκη
190251_10151251093385470_1359789853_n.

Και τούτο γιατί αποτελεί, πολύ συνοπτικά:

1) παράταση της μνημονιακού καθεστώτος 2) αναγνώριση της δανειακής σύμβασης και του συνόλου του χρέους 3) παράταση του καθεστώτος «εποπτείας», δηλαδή της τροϊκανής κηδεμονίας με άλλο όνομα 4) προληπτική ακύρωση της δυνατότητας υλοποίησης του προγράμματος του Σύριζα. Μια τέτοιας έκτασης αποτυχία δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, ατύχημα, ούτε αποτέλεσμα κάποιου λάθος χειρισμού. Αποτελεί ήττα ενός συγκεκριμένου πολιτικού σκεπτικού στο οποίο στηρίχθηκε όλη η τώρα προσέγγιση της κυβέρνησης Σύριζα. Τι προβλέπει η συμφωνία της Παρασκευής. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά. Στο πνεύμα της λαϊκής εντολής ρήξης με το μνημονιακό καθεστώς και αποτίναξης του άχθους του χρέους, η ελληνική πλευρά είχε ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις απορρίπτοντας την παράταση του τρέχοντος «προγράμματος , καθώς και τη δόση των επτά δις, με την εξαίρεση του 1,9 δις της επιστροφής των κερδών από ελληνικά ομόλογα που δικαιούτο. Δεν αποδεχόταν διαδικασίες εποπτείας και αξιολόγησης και ζητούσε τετράμηνο μεταβατικό «πρόγραμμα γέφυρα» χωρίς μέτρα λιτότητας για να εξασφαλίσει ρευστότητα και να μπορέσει να υλοποιήσει μέρος τουλάχιστον του προγράμματός της, εντός ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Ζητούσε επίσης να αναγνωρίσουν οι δανειστές την μη-βιωσιμότητα του χρέους και την ανάγκη έναρξης νέου κύκλο διαπραγμάτευσης εφ’όλης της ύλης στο επόμενο διάστημα.

Η τελική συμφωνία ισοδυναμεί με σημείο προς σημείο απόρριψη όλων των προηγούμενων αιτημάτων, και μάλιστα με πρόσθετους επιβαρυντικούς όρους  που στοχεύουν στο να δέσουν εξ’αρχής τα χέρια της κυβέρνησης ως προς οποιοδήποτε μέτρο θα μπορούσε να σημαδοτήσει ρήξη με τις μνημονιακές πολιτικές.

Σύμφωνα λοιπόν με το ανακοινωθέν του Eurogroup[1] , το υπάρχον πρόγραμμα ονομάζεται πλέον «διευθέτηση» (arrangement) αλλά η ουσία δεν αλλάζει στο παραμικρό. Η «παράταση» που ζητά πλέον η ελληνική πλευρά (με τον όρο της «Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης») γίνεται «στο πλαίσιο της υπάρχουσας διευθέτησης» και έχει ως «σκοπό» την «επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της υπάρχουσας διευθέτησης». Διευκρινίζεται ταυτόχρονα ότι «μόνο με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης αυτής της παρατεινόμενης συμφωνίας από τους θεσμούς θα επιτραπεί την εκταμίευση της δόσης που απομένει από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και τη μεταφορά των κερδών του 2014 από τα ελληνικά ομόλογα που διακρατούν οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης (SMP). Και τα δύο χρειάζονται εκ νέου έγκριση από το Eurogroup». Η Ελλάδα θα λάβει λοιπόν τη δόση που έχει αρχικά αρνηθεί αλλά τηρώντας τις υπάρχουσες δεσμεύσεις των προκατόχων της. Business as usual. Εχουμε δηλαδή πλήρη επικράτηση της γερμανικής άποψης που έθετε ως όρο για οποιαδήποτε συμφωνία, και οποιαδήποτε μελλοντική εκταμίευση πόρων, την ολοκλήρωση των διαδικασιών «αξιολόγησης» από τους τριμερείς μηχανισμούς εποπτείας (είτε αποκαλούνται Τρόϊκα είτε «θεσμοί») κάθε προηγούμενου ή επερχόμενου προγράμματος ή συμφωνίας.

Επιπλέον για να ξεκαθαριστεί ότι η χρησιμοποίηση του όρου «θεσμοί» έναντι του «τρόϊκα» έχει απλά διακοσμητικό χαρακτήρα, το κείμενο κατoχωρώνει ρητά την τριμερή σύνθεση του μηχανισμού εποπτείας, τονίζοντας ότι στους «θεσμούς» περιλαμβάνεται αυτοδίκαια η ΕΚΤ («στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζουμε την ανεξαρτησία της ΕΚΤ») καθώς και το ΔΝΤ («συμφωνούμε επιπλέον ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα συνεχίσει να παίζει το ρόλο του»).

Σε ότι αφορά το χρέος, το κείμενο αναφέρει πως «οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτηση δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα». Με άλλα λόγια ξεχάστε οποιαδήποτε συζήτηση για «κούρεμα», «απομείωση» και πολύ περισσότερο βέβαια για «διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους». Η όποια μελλοντική «ελάφρυνση» μπορεί να γίνει μόνο στη βάση των όσων είχαν προταθεί στην απόφαση του Νοέμβρη του 2012, δηλαδή μείωση των επιτοκίων και επιμήκυνση, που ως γνωστόν ελάχιστα αλλάζουν το βάρος της εξυπηρέτησης του χρέους, το οποίο αφορά μόνο την πληρωμή τόκων που είναι ήδη πολύ χαμηλοί[2].

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Διότι για την αποπληρωμή του χρέους η ελληνική πλευρά δέχεται πλήρως το πλαίσιο των αποφάσεων του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012, επί τριμερούς κυβέρνησης Σαμαρά[3] , που περιελάμβανε τις εξής δεσμεύσεις: πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 4,5% από το 2016[4] , επιτάχυνση ιδιωτικοποιήσεων και σύσταση ενός ειδικού λογαριασμού για την εξυπηρέτηση του χρέους στον οποιο το ελληνικό δημόσιο μεταφέρει όλα τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων, τα πρωτογενή πλεονάσματα, και το 30% τυχόν επιπλέον πλεονασμάτων με σκοπό την εξυπηρέτηση του χρέους. Γι αυτό εξ’άλλου και το κείμενο της Παρασκευής δεν κάνει λόγο μόνο για πλεονάσματα αλλά και για άλλα «οικονομικά έσοδα». Σε κάθε περίπτωση, η καρδιά της μνημονιακής λεηλασίας, δηλαδή η επίτευξη εξωφρενικών πρωτογενών πλεονασμάτων και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας με αποκλειστικό αποδέκτη τις τσέπες των δανειστών παραμένει άθικτη. Η μοναδική υποψία χαλάρωσης είναι ότι για τον «στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος του (τρέχοντος) έτους» υπάρχει η ασαφής διατύπωση ότι «οι θεσμοί θα λάβουν υπόψιν τις οικονομικές συνθήκες του 2015».

Η απόρριψη όλων των ελληνικών αιτημάτων δεν ήταν όμως αρκετή για τους Ευρωπαίους. Επρεπε με κάθε τρόπο να δεθούν τα χέρια της κυβέρνησης Σύριζα, έτσι ώστε να αποδειχθεί στην πράξη ότι, όποιο κι αν είναι το εκλογικό αποτέλεσμα και το πολιτικό πρόσημο της κυβέρνησης που προκύπτει, καμμιά ανατροπή της λιτότητας δεν είναι εφικτή εντός του υπάρχοντος ευρωπαϊκού πλαισίου. Οπως δήλωσε εύγλωττα ο Γιούνκερ «δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών συνθυκών».

Και αυτό προβλέπεται να γίνει με δυό τρόπους: πρώτον, όπως αναφέρει το κείμενο, «οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από κάθε ανατροπή μέτρων ή μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές αυτές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα είχαν αρνητικές συνέπειες στους δημοσιονομικούς στόχους, στην οικονομική ανάκαμψη ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αξιολογούνται από τους θεσμούς». Ούτε ξήλωμα του μνημονιακού καθεστώτος («ανατροπή μέτρων»), ούτε «μονομερής ενέργεια» και μάλιστα όχι μόνο σε ότι αφορά μέτρα με δημοσιονομικό κόστος (όπως την κατάργηση φόρων, την αύξηση του αφορολόγητου όριου, τις συντάξεις, τα «ανθρωπιστικά» κλπ), όπως είχε αρχικά λεχθεί, αλλά πολύ ευρύτερα, για οτιδήποτε μπορεί να «επηρεάσει αρνητικά» την «οικονομική ανάκαμψη ή την χρηματοπιστωτική σταθερότητα» πάντα σύμφωνα με την αποφασιστική επί του θέματος γνώμη των «θεσμών» που καλούνται να τα αξιολογήσουν. Περιττό να πούμε ότι κάτι τέτοιο αφορά τόσο την επαναφορά του κατώτατου μισθού και της εργασιακής νομοθεσίας αλλά και τις αλλαγές στο τραπεζικό σύστημα με στόχο τον δημόσιο έλεγχό του (ούτε λόγος βέβαια για «δημόσια ιδιοκτησία» όπως προέβλεπε η ιδρυτική διακύρηξη του Σύριζα).

Επιπλέον η συμφωνία προβλέπει ότι «τα κεφάλαια που είναι διαθέσιμα ως απόθεμα του Ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) θα πρέπει να παραμείνουν δεσμευμένα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και εκτός της δικαιοδοσίας τρίτου μέρους κατά τη διάρκεια της περιόδου παράτασης της δανειακής σύμβασης. Τα κεφάλαια αυτά θα είναι διαθέσιμα καθ όλη τη διάρκεια της επέκτασης της δανειακής σύμβασης και μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών και το κόστος των αποφάσεων. Θα αποδεσμευτούν μόνο με αίτημα της ΕΚΤ». Η πρόβλεψη αυτή δείχνει ότι δεν είχε διαφύγει της προσοχής των Ευρωπαίων ότι το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του Σύριζα προέβλεπε ότι το «κόστος κεφαλαίου εκκίνησης του δημόσιου, ενδιάμεσου φορέα και το κόστος κεφαλαίου εκκίνησης της ίδρυσης τραπεζών ειδικού σκοπού, που συνολικά είναι της τάξης των €3 δις, θα το χρηματοδοτήσουμε από το λεγόμενο «μαξιλάρι» των, περίπου, €11 δις του ΤΧΣ για τις τράπεζες»[5] . Με άλλα λόγια, τέρμα στην όποια σκέψη χρησιμοποίησης για αναπτυξιακούς σκοπούς πόρων του ΤΧΣ. Διαλύονται έτσι και οι όποιες ψευδαισθήσεις υπήρχαν ακόμη για τη δυνατότητα χρησιμοποίησης ευρωπαϊκών πόρων εκτός του αυστηρού πλαισίου για το οποίο είχαν προβλεφθεί, και πολύ περισσότερη η εκχώρησή τους στη δικαιοδοσία της ελληνικής κυβέρνησης.

Η ήττα της στρατηγικής του «καλού ευρώ»

Μπορεί η ελληνική πλευρά να θεωρήσει ότι πέτυχε κάτι πέρα από την πλούσια γλωσσική ευρασιτεχνία του κειμένου; Θεωρητικά ναι, στο βαθμό που δεν αναφέρονται ρητά επιπλέον μέτρα λιτότητας και που οι «διαρθρωτικές αλλαγές» για τις οποίες γίνεται λόγος (πάταξη της φοροδιαφυγής και διοικητική μεταρρύθμιση)[6] δεν έχουν τέτοιο πρόσημο, κάτι που απομένει βέβαια να αποδειχθεί από τη λίστα των μετρών έτσι όπως θα διαμορφωθεί στις αμέσως επόμενες μέρες. Εφόσον όμως διατηρείται ο στόχος των εξωφρενικών πλεονασμάτων, καθώς και το σύνολο του τροϊκανού μηχανισμού εποτείας και αξιολόγησης , η οποιαδήποτε ιδέα χαλάρωσης της λιτότητας φαντάζει εξωπραγματική. Νέα μέτρα, και φυσικά μονιμοποίηση του υπάρχοντος «μνημονιακού κεκτημένου», αποτελούν μονόδρομο όσο παραμένει και μάλιστα διαιωνίζεται αναβαπτιζόμενο αυτό το καθεστώς.

Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι κατά τη διάρκεια της «διαπραγμάτευσης», με το πιστόλι της ΕΚΤ και του συνεπακόλουθου τραπεζικού πανικού στον κρόταφο, οι ελληνικές θέσεις σαρώθηκαν περίπου ολοκληρωτικά. Εξ’ου και η παρηγοριά των γλωσικών «καινοτομιών» («θεσμοί» αντί για «τρόϊκα», «υπάρουσα διευθέτηση» αντί για «τρέχον πρόγραμμα», «Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης» αντί για «Μνημόνιο» κλπ..), συμβολική παρηγοριά ή περαιτέρω εμπαιγμός ανάλογα με το πως το βλέπει κανείς.

Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει είναι πως φθάσαμε ως εδώ. Πως λίγες μόνο βδομάδες μετά το ιστορικό αποτέλεσμα της 25ης Γενάρη έχουμε αναίρεση της λαϊκής εντολής για αντιμνημονιακή ανατροπή; Η απάντηση είναι μάλλον απλή: αυτό που κατέρρευσε σ’αυτές τις δυό βδομάδες είναι μια συγκεκριμένη επιλογή που στήριξε όλη την προσέγγιση του Σύριζα αυτά τα χρόνια, και ειδικότερα μετά το 2012. Η στρατηγική που απέκλειε τις «μονομερείς κινήσεις», όπως η στάση πληρωμών και, πολύ περισσότερο την έξοδο από το ευρώ, και θεωρούσε ότι:

–          Στο θέμα του χρέους μπορούσε να βρεθεί ευνοϊκή για τον οφειλέτη λύση με τη σύμφωνη γνώμη του δανειστή, κατά το πρότυπο των συμφωνιών του Λονδίνου του 1953 για τα χρέη της Γερμανίας, παραβλέποντας φυσικά ότι οι λόγοι που είχαν τότε Σύμμαχοι να φερθούν γενναιόδωρα στη Γερμανία σε καμμία περίπτωση δεν ισχύουν σήμερα για τους Ευρωπαίους σε ότι αφορά το ελληνικό, και γενικότερα το δημόσιο χρέος των υπερχρεωμένων κρατών της νυν ΕΕ.
–          Η ανατροπή των Μνημονίων, η αποπομπή της Τρόϊκας και η «αλλαγή υποδείγματος» στην οικονομική πολιτική (με άλλα λόγια, η υλοποίηση του προγράμματος της Θεσσαλονίκης) μπορούσαν να υλοποιηθούν άσχετα από την έκβαση της διαπραγμάτευσης για το χρέος και, κυρίως, χωρίς να προκαλέσει ουσιαστική αντίδραση, πέρα από τις θεωρούμενες ως «μπλόφες» αρχικές απειλές, από την πλευρά των Ευρωπαίων. Το ήμιση μάλιστα της χρηματοδότησης του προγράμματος της Θεσσαλονίκης προβλεπόταν να γίνει από ευρωπαϊκούς πόρους. Με άλλα λόγια, όχι μόνο οι Ευρωπαίοι δεν θα αντιδρούσαν αλλά θα χρηματοδοτούσαν μεγαλόψυχα την αντίθετη ακριβώς πολιτική από αυτήν που επέβαλλαν με κάθε μέσο την τελευταία πενταετία.
–          Τέλος το σενάριο του «καλού ευρώ» προϋπέθετε και την ύπαρξη υπολογίσιμων συμμάχων σε επίπεδο κυβερνήσεων ή/και θεσμών (δεν αναφερόμαστε εδώ στην στήριξη κινημάτων ή άλλων αριστερών δυνάμεων). Κατά καιρούς αναφέρονταν ως ενδεχόμενοι τέτοιοι σύμμαχοι οι κυβερνήσεις Γαλλίας και Ιταλίας, οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, τέλος, σε ένα πραγματικό παράληρημα φαντασίας, ο ίδιος ο Μάριο Ντράγκι!

Ολα αυτά κατέρρευσαν εντός ελάχιστων ημερών. Στις 4 Φλεβάρη η ΕΚΤ ανακοίνωσε την διακοπή της κύριας πηγής παροχής ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες. Η εκροή που είχε αρχίσει πήρε σύντομα ανεξέλεγκτες διαστάσεις, χωρίς οι ελληνικές αρχές, φοβούμενες ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε απαρχή Grexit, να είναι διατεθειμένες να πάρουν το παραμικρό «μονομερές» μέτρο (όπως τον έλεγχο κεφαλαίων) για να το αντιμετωπίσουν. Η λέξη «διαγραφή» του χρέους, ή και «κούρεμα», απορρίφθηκαν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο από δανειστές τους οποίους εξόργιζε μόνο το άκουσμα αυτών των λέξεων (κάτι που οδήγησε στην άμεση σχεδόν απόσυρσή τους). Αντί της ανατροπής τους, το μόνο «εκτός διαπραγμάτευσης» πλαίσιο αποδείχθηκε ότι είναι η διατήρηση των Μνημονίων και της τροϊκανής εποπτείας. Καμμία απολύτως χώρα δεν στήριξε τις ελληνικές θέσεις, πέρα από κάποιες διπλωματικές αβρότητες όσων ήθελαν η ελληνική κυβέρνηση να σώσει κάπως τα προσχήματα.

Φοβούμενη περισσότερο το Grexit από τους συνομιλητές της, εντελώς απροετοίμαστη απέναντι στο απόλυτα προβλέψιμο ενδεχόμενου τραπεζικ’ης αποσταθεροποίησης (το κλασσικό όπλο του συστήματος διεθνώς ενάντια σε αριστερές κυβερνήσεις εδώ και σχεδόν έναν αιώνα), η ελληνική πλευρά στερείτο στην ουσία οποιουδήποτε διαπραγματευτικού όπλου. Βρέθηκε κυριολεκτικά με την πλάτη στον τοίχο και δεν είχε παρά κακές επιλογές στη διάθεσή της. Η ήττα της Παρασκευής ήταν αναπόφευκτη και σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της στρατηγικής της «εντός ευρώ θετικής λύσης», για τη ακρίβεια της «πάση θυσία εντός ευρώ θετικής λύσης».

Ελικρίνεια, η προϋπόθεση για να αποφευχθεί η οριστική ήττα

Σπάνια μια στρατηγική έχει διαψευστεί τόσο καθαρά και σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Γι αυτό και δίκαια ο Μανώλης Γλέζος μιλάει για «ψευδαίσθηση» και, στεκόμενος στο ύψος των περιστάσεων, ζητάει συγνώμη που συνέβαλε στην καλλιέργειά της στον λαό. Ακριβώς για τον ίδιο λόγο, αλλά αντίστροφα, η ελληνική κυβέρνηση, με τη βοήθεια ορισμένων εγχώριων ΜΜΕ, προσπαθεί να παρουσιάσει ένα συντριπτικό αποτέλεσμα ως «διαπραγματευτική επιτυχία» που επιβεβαιώνει ότι η «Ευρώπη είναι πεδίο διαπραγμάτευσης»,που «αφήνει πίσω την Τροϊκα και τα Μνημόνια» και άλλα παρόμοια. Φοβούμενη να πράξει αυτό που με το θρυλικό του θάρρος τόλμησε ο Μανώλης Γλέζος, να παραδεχθεί δηλαδή τη αποτυχία της όλης στρατηγικής της, προσπαθεί να την συγκαλύψει «βαφτίζοντας το κρέας ψάρι» κατά την προσφιλή έκφραση.

Το να παρουσιάζεται όμως μια ήττα ως «επιτυχία» είναι κάτι ίσως πολύ χειρότερο από την συγκεκριμένη ήττα. Διότι αφενός καθιστά τον κυβερνητικό λόγο μια εκδοχή επίσημης «ξύλινης γλώσσας», που απλώς καλείται να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων την οποιδήποτε απόφαση κάνοντας το άσπρο μαύρο, και αφετέρου διότι προετοιμάζει με μαθηματική ακρίβεια το έδαφος για επόμενες, και οριστικού χαρακτήρα ήττες. Διότι διαλύει εν τέλει τα ίδια τα κριτήρια που διαχωρίζουν την επιτυχία από την αναδίπλωση. Για να το πούμε καταφεύγοντας σε ένα γνωστό στους αριστερούς ιστορικό προηγούμενο, εάν η συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, με την  οποία η σοβιετική Ρωσσία πέτυχε ειρήνη με τη  Γερμανία αποδεχόμενη τεράστιες εδαφικές απώλειες, είχε ανακηρυχθεί σε «νίκη», δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα είχε ηττηθεί η Οκτωβριανή επανάσταση.

Εαν θέλουμε λοιπόν να αποφύγουμε μια δεύτερη, και αυτή τη φορά οριστική ήττα, που θα τερματίσει, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την κοινωνία και την Αριστερά εντός και εκτός της χώρας μας, το ελληνικό αριστερό πείραμα, πρέπει να κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα και να μιλήσουμε την γλώσσα της ειλικρίνειας. Η συζήτηση για την στρατηγική πρέπει επιτέλους να ξανανοίξει, χωρίς ταμπού και στη βάση των συνεδριακών αποφάσεων του Σύριζα που εδώ και καιρό έχουν μετραταπεί σε ακίνδυνο εικόνισμα. Αν ο Σύριζα έχει ακόμη λόγο ύπαρξης ως πολιτικό υποκείμενο, ως χώρος παραγωγής πολιτικής και συμβολής στον αγώνα των υποτελών τάξεων, δεν μπορεί παρά να συνίσταται σ’αυτό, στην σε βάθος ανάλυση της παρούσας κατάστασης και στον τρόπο υπέρβασής της.

«Η αλήθεια είναι επαναστατική» όπως έχει πει ένα διάσημος ηγέτης που ήξερε καλά για τι μιλούσε. Και μόνο η αλήθεια είναι επαναστατική, μπορούμε να συμπληρώσουμε με την ιστορική εμπειρία που έχουμε έκτοτε αποκτήσει.


[1] Ολόληρο το κείμενο σε ελληνική μετάφραση εδώhttp://www.thepressproject.gr/article/73411/Olokliro-to-anakoinothen-tou-Eurogroup
[2] Βλέπε την ανάλυση του Πάνου Κοσμά εδώ http://rproject.gr/article/anatropi-tis-litotitas-me-pagoma-hreoys-kai-isoskelismeno-proypologismo
[3] Η σχετική παράγραφος έχει ως εξης. «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται επιπλέον να διασφαλίσουν τα πρέποντα πρωτογενή πλεονάσματα ή τα οικονομικά έσοδα που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα του χρέους, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012. Οι θεσμοί θα λάβουν υπόψιν τις οικονομικές συνθήκες του 2015 για τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2015».
[4] Ολο το κείμενο του Eurogroup του 2012 εδώhttp://www.ekathimerini.com/4dcgi/_w_articles_wsite2_1_27/11/2012_471716και μια παρουσίαση εδώ http://www.tovima.gr/finance/article/?aid=485709
[6] «Οι ελληνικές αρχές εξέφρασαν την ισχυρή δέσμευσή τους να διευρύνουν και να εμβαθύνουν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στη βελτίωση της ανάπτυξης και των προοπτικών απασχόλησης, διασφαλίζοντας σταθερότητα και ανθεκτικότητα του δημοσιονομικού τομέα και ενισχύοντας τη κοινωνική δικαιοσύνη. Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να εφαρμόσουν μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις για την πάταξη της φοροδιαφυγής και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές αρχές υπόσχονται να χρησιμοποιήσουν με το βέλτιστο τρόπο τη συνεχιζόμενη διάθεση τεχνικής βοήθειας».

Ανακωχή και καραντίνα

του Ηλία Ιωακείμογλου
ioakeimoglou
Η θέση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Τσίπρα δεν είναι καθόλου εύκολη. Καταρχάς, η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ακύρωσε το πείραμα της προγραμματισμένης και άνωθεν σχεδιασμένης ανασυγκρότησης μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας με δημοκρατικούς θεσμούς, έτσι ώστε αυτή να μεταβεί σε ένα καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας που δεν θα έφερε πλέον στους κόλπους του ούτε τα παλιά εργασιακά δικαιώματα, ούτε καν την μνήμη τους. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Υπάρχει κάτι πιο σοβαρό και επικίνδυνο για τις καθεστωτικές δυνάμεις της Ευρώπης: Η ήττα τους στις ελληνικές εκλογές μπορεί να γίνει ντόμινο και η μόλυνση από το σάπιο μήλο να απειλήσει τη συνέχιση της λιτότητας στην Ευρώπη. Γιατί όμως να φοβούνται τόσο πολύ την ανατροπή της λιτότητας;

Η στρατηγική σημασία της λιτότητας

Στην παρούσα συγκυρία, η λιτότητα έχει καταστεί κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής τους για την αντιμετώπιση της κρίσης: Αυτό σχετίζεται με την συσσώρευση κεφαλαίου στα χρόνια της χρηματιστικοποίησης, η οποία οδήγησε τον λόγο κεφαλαίου/προϊόντος σε τόσο υψηλά επίπεδα ώστε είναι δύσκολο πλέον οι απαιτήσεις του κεφαλαίου επί του προϊόντος να ικανοποιηθούν. Το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, πιέζει την κερδοφορία προς τα κάτω και ως αντιστάθμισμα απαιτεί ακραία ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα. Η λιτότητα, η εκρηκτική αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και η ανεργία αποτελούν λοιπόν σήμερα τη στρατηγική καρδιά του συστήματος.

Αυτά εξηγούν την σκληρή, αποφασιστική στάση των ηγετικών δυνάμεων της ευρωζώνης έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Το στρατηγικό συμφέρον των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων της Ευρώπης να διατηρηθεί το καθεστώς της υψηλής ανεργίας και της λιτότητας είναι αυτό που ενορχηστρώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πειθαρχεί τις πρόσκαιρες και σχεδόν ανεπαίσθητες εθνικές παρεκκλίσεις και τις ενοποιεί πολιτικά απέναντι στον κοινό εχθρό, τον επικίνδυνο ιό του ΣΥΡΙΖΑ.

Βεβαίως, μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η λιτότητα οδεύει προς στο τέλος της αφού η ποσοτική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα επαναφέρει την ανάπτυξη. Αυτό όμως αποτελεί πλάνη. Η ποσοτική χαλάρωση δεν απειλεί την λιτότητα [1]. Αυτό που την απειλεί είναι η ανατροπή της με πολιτικά μέσα, με τον τρόπο του ΣΥΡΙΖΑ, και η μόλυνση της Ευρώπης με το παράδειγμά του. Μια μόλυνση που θα απειλούσε την λιτότητα και την ανεργία, που αποτελούν στη σημερινή οικονομική συγκυρία την ίδια την στρατηγική καρδιά του συστήματος.

Ό,τι λοιπόν την απειλεί πρέπει να εκμηδενιστεί – ή τουλάχιστον να εξουδετερωθεί.

Ο ιός του ΣΥΡΙΖΑ σε καραντίνα

Σε μια διαπραγμάτευση, όπως αυτή που διεξάχθηκε με την ελληνική κυβέρνηση, το σχετικό βάρος που ρίχνουν στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων οι δύο πλευρές εξαρτάται από τις πραγματικές ή υποτιθέμενες αντιδράσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών που μπορούν να πάρουν καταστροφικό χαρακτήρα για την μια ή για την άλλη πλευρά (όπως για παράδειγμα η απειλή ενός bank run). Στην περίπτωσή μας, η απειλητική πίεση των χρηματοπιστωτικών ροών εκδηλώθηκε ταχύτερα προς την ελληνική πλευρά και εξώθησε την ελληνική κυβέρνηση σε συμφωνία ανακωχής. Η δε ηγεσία της ευρωζώνης αποδέχθηκε την ανακωχή διότι απομάκρυνε το ενδεχόμενο μιας νέας ενδεχόμενης κρίσης της ευρωζώνης.

Η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου άφησε ιδιαίτερα ευχαριστημένους τις καθεστωτικές δυνάμεις της Ευρώπης, διότι έθεσε σε καραντίνα τον ιό του ΣΥΡΙΖΑ. Η ελληνική κυβέρνηση έχει πλέον εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, ειδικά δε αυτό που αποτελεί τον αριστερό πυρήνα του, δηλαδή την αποκατάσταση του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων, των συλλογικών συμβάσεων, την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ κλπ, εκείνο δηλαδή το τμήμα του προγράμματος του οποίου η υλοποίηση θα καθιστούσε την Ελλάδα υπόδειγμα ανατροπής της λιτότητας και δυνητική πηγή μόλυνσης της Ευρώπης. Η ελληνική κυβέρνηση αναγκάζεται να περιοριστεί σε καθήκοντα αστικοδημοκρατικού εκσυγχρονισμού, περιορίζοντας την φοροδιαφυγή, την φοροαπαλλαγή, την γραφειοκρατία, και τις λοιπές παθογένειες του κράτους, που υπό κανονικές συνθήκες ανήκουν στα καθήκοντα των αστικών πολιτικών δυνάμεων και δεν ενοχλούν κανέναν στις ηγετικές δυνάμεις της ευρωζώνης.

Από την άλλη μεριά, όμως, το αντιστάθμισμα σε αυτές τις υποχωρήσεις της ελληνικής κυβέρνησης είναι η αποκατάσταση των ομαλών ροών χρήματος και κεφαλαίου, η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και η αποτροπή της εφαρμογής νέων μνημονιακών μέτρων που θα συνέχιζαν την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι «αφήσαμε τα μνημόνια πίσω μας», όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Τα μνημόνια θα είναι παρόντα για όσο καιρό δεν έχουν αναιρεθεί όλες οι ρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από αυτά με σκοπό να οικοδομηθεί η οικονομία και η κοινωνία του «λευκού κινέζου εργάτη». Παραμένει όμως σημαντική νίκη η αποτροπή της εμβάθυνσης της λιτότητας με επιπλέον μνημονιακά μέτρα.

Άθικτη παραμένει λοιπόν η στρατηγική της λιτότητας και της ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε καραντίνα τουλάχιστον για ένα τετράμηνο. Άθικτη όμως παραμένει και η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές, που έδειξε ότι οι κυρίαρχες τάξεις της ευρωζώνης δεν μπορούν να γκρεμίζουν μιαν ολόκληρη χώρα χωρίς πόλεμο και να την ξαναχτίζουν για να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Η ανακωχή είναι, εξ ορισμού, συμφωνημένη προσωρινή αναστολή ενεργειών που θα επέφεραν τη ριζική μεταβολή των θέσεων ισχύος μεταξύ δύο πλευρών. Η σύγκρουση επομένως παραμένει εκκρεμής και από την ανακωχή θα βγει ευνοημένος όποιος προετοιμάσει καλύτερα τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα διεξαχθεί η επόμενη διαπραγμάτευση.
_____________________

[1] Καταρχάς, το μέγεθος του εφεδρικού εργασιακού στρατού μειώνεται μόνον εάν η μεγέθυνση του ΑΕΠ υπερβαίνει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3% – και μάλιστα επί μακρά σειρά ετών. Υπάρχει, επομένως, μια πολύ ευρεία ζώνη οικονομικής μεγέθυνσης στην οποία είναι εφικτό να αυξάνεται το ΑΕΠ και η λιτότητα να συνεχίζεται υπό την πίεση της ανεργίας. Δεύτερον, εξαιτίας των διαρθρωτικών αλλαγών στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, το ποσοστό ανεργίας στο οποίο θα εκδηλώνονταν σοβαρές μισθολογικές απαιτήσεις έχει μειωθεί κατά πολύ.

Για την χαμένη τιμή της «τέταρτης εξουσίας» |

του Γιώργου Χελάκη

Να καταργηθούν όλα. Να αναλάβει τη διοίκηση του ελληνικού ποδοσφαίρου ένας εισαγγελέας. Ξέρετε, κατά το να κυβερνήσει τη χώρα ένας δεκανέας…

Όσοι νομίζουν πως όλα αυτά που συμβαίνουν στο εγχώριο ποδόσφαιρο είναι μια σειρά από ατυχείς συμπτώσεις, βρίσκονται βαθιά νυχτωμένοι. Είναι μια σκληρή μάχη συμφερόντων κατά βάση επιχειρηματικών όπου η αγάπη για το άθλημα και την ομάδα είναι απλά τροφή για να σιτίζονται τυφλωμένοι οπαδοί, για να υπάρχει ένας πυρήνας σκληρής και αμετανόητης πελατείας.

Στην εξοντωτική μάχη συμφερόντων τροχονόμος είναι ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. Είτε πρόκειται για τον Βαγγέλη Μαρινάκη, είτε για τον Δημήτρη Μελισσανίδη, είτε για τον Γιάννη Αλαφούζο, είτε για τον Ιβάν Σαββίδη όλοι τους είναι σάρκα από τη σάρκα του ίδιου συστήματος.

Ο πρώτος εισήλθε και στον πολιτικό στίβο μέσω του Δήμου Πειραιά και μπορεί, και με θεσμική ιδιότητα πια, να συνομιλεί με πολιτειακούς παράγοντες. Ο δεύτερος κυριαρχεί με δόξα και τιμή στον αποκρατικοποιημένο τζόγο και μέσω του ΟΠΑΠ μπορεί να ρυθμίζει τη βιωσιμότητα ή μη μιας ΠΑΕ, αλλά και ολόκληρων πρωταθλημάτων. Ο τρίτος θέτει ολόκληρο τηλεοπτικό σταθμό στην υπηρεσία της τρόικας και των μνημονίων. Ο τέταρτος είναι ο περιώνυμος αγοραστής κρατικής γης και προς ιδιωτικοποίηση δημοσίων και συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Βασική διαφορά τους; Ο μοναδικός που δεν επιθυμεί και δεν επιδιώκει… μπίζνες με το κράτος είναι ο πρόεδρος του Ολυμπιακού.

Ανάμεσα σε όλους τους παραπάνω παίζεται ένα σκληρό παιχνίδι ισχύος και επικράτησης. Σε αυτό παρασύρονται μίντια, οπαδοί, διοικήσεις ομοσπονδιών, εισαγγελείς, πολιτικοί και πάει λέγοντας. Ένα κουβάρι που ξεμπλέκεται δύσκολα και απειλεί να τυλίξει μέχρι πνιγμού το ελληνικό ποδόσφαιρο. Ένα κουβάρι που μαυρίζει τις Κυριακές μας.

Στο πλαίσιο αυτό η δημοσιογραφία ως ανεξάρτητη εξουσία ευνουχίζεται. Οι πένες γράφουν καθ” υπαγόρευση. Οι απειλές σε ορισμένες περιπτώσεις εκτοξεύονται ανοικτά, η «προσαρμογή» στις επιθυμίες των ισχυρών απαιτείται. Ο δημοσιογραφικός λόγος υπονομεύεται. Οι στρατευμένες πένες στην υπηρεσία του χρώματος της ομάδας επιβραβεύονται.

Η βία απλώνεται σε όλους τους αθλητικούς χώρους. Από τα γήπεδα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου ως τα ερασιτεχνικά. Από το ποδόσφαιρο μέχρι το χάντμπολ όπως δήλωσε χθες, σαν… έγκυρος παρατηρητής, ο υφυπουργός αθλητισμού κ. Ανδριανός.

Στα τριανταπέντε χρόνια ιστορίας του, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο δεν ήταν ποτέ όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος. Τώρα, όμως, η κατάσταση έχει ξεφύγει. Η κυβέρνηση είναι σε αδυναμία να ρυθμίσει, να ισορροπήσει τα αντικρουόμενα συμφέρονται των ισχυρών. Απλώς τα αφήνει να εκδηλώνονται ανεξέλεγκτα. Είναι φανερό ότι την υπερβαίνουν. Τα «αφήνει» λοιπόν να σκάνε πάνω στην κοινωνία δημιουργώντας πάνω στις πραγματικές αντιθέσεις, άλλες τεχνητές. Έτσι μια μερίδα φτωχών και ανέργων στη Θεσσαλονίκη τα βάζει με τον ευρωβουλευτή Ζαγοράκη γιατί το «κράτος της Αθήνας» δεν ρυθμίζει τα χρέη του ΠΑΟΚ κατά πώς διευκολύνει τον ιδιοκτήτη του, ενώ μια μερίδα φτωχών και ανέργων στην Αθήνα τα βάζει με τη Δούρου γιατί δεν έχει εκταμιεύσει τα 20 εκατομμύρια για να γίνει η «Αγιά Σοφιά». Και οι δυο μερίδες τα βάζουν με τον Ολυμπιακό για την μέχρι τώρα κυριαρχία του. Άνεργοι εναντίον ανέργων και φτωχοί εναντίον φτωχών για το «μεγαλείο» της ομάδας, δηλαδή της ΠΑΕ, δηλαδή του ιδιοκτήτη της ΠΑΕ.

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά η αθλητική δημοσιογραφία εξαντλεί τη μαχητικότητά της στηρίζοντας κάθε φορά έναν από τους τέσσερις ή το πολύ – πολύ απαιτώντας την παραίτηση του Σαρρή…

Αρέσει σε %d bloggers: