Παρέμβαση της Πρωτοβουλίας στο Διαρκές Συνέδριο για το πρόγραμμα (13-14-15 Φλεβάρη)

Τον Οκτώβριο του 2008 έκλεισαν 27 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδος στην Ε.Ε. (τότε ΕΟΚ). Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, η ελληνική οικονομία πέρασε από διάφορες φάσεις παρουσιάζοντας σημαντικές μεταβολές και εμφανώς νέα χαρακτηριστικά.

H Ε.Ε. δεν αποτέλεσε μέχρι σήμερα ένα ουδέτερο θεσμικό οικοδόμημα. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της σοσιαλδημοκρατίας αλλά και σημαντικού τμήματος του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς, η θεσμική κορυφή της Ε.Ε. αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια το σημείο ενοποίησης των αστικών στρατηγικών. Οι διαδοχικές συνθήκες του Μάαστριχτ το 1991, του Άμστερνταμ το 1997 και όσες τις συμπλήρωσαν μέχρι την έναρξη της ΟΝΕ το 2000, χαρακτηρίζονταν από την αδιαμφισβήτητη ηγεμονία της κυρίαρχης από το 1980 διεθνούς καπιταλιστικής στρατηγικής: του νεοφιλελευθερισμού.

Με την ΟΝΕ, καθώς και την απόπειρα συνταγματικής της επιβολής στο διαβόητο «Ευρωσύνταγμα» και τη συνέχειά του τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη, κυριάρχησαν κριτήρια και λογικές που αντιστοιχούσαν και αντιστοιχούν στα συμφέροντα του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού και πολυεθνικού κεφαλαίου. Μέσα από θεσμικά εργαλεία όπως η Λευκή και Πράσινη Βίβλος, η περίφημη Οδηγία Μπολκεστάιν κλπ, οι μηχανισμοί της Ε.Ε. πρωτοστάτησαν στην προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, στην απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων και στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις όχι μόνο δεν άμβλυναν (εθνικά αλλά και πανευρωπαϊκά) τις συνέπειες αυτής της στρατηγικής για τους εργαζόμενους, αλλά πρωταγωνίστησαν στην υλοποίησή της, η οποία αποβλέπει στη διαρκή άνοδο της κερδοφορίας και ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ευρωπαϊκών ομίλων. Η απόκρουση της καπιταλιστικής πολιτικής και συνταγματικής ολοκλήρωσης της Ε.Ε. είναι ουσιώδης όχι για να γυρίσουμε σε κάποιο «εθνικό πλαίσιο», αλλά για να προστατευθούν στοιχειωδώς οι όποιες κοινωνικές κατακτήσεις.

Στην Ε.Ε. έχουμε γίνει μάρτυρες της κοινής σύμπραξης Δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας στο σχηματισμό κυβέρνησης (Γερμανία. Αυστρία, Ολλανδία κ.ά.), γεγονός που επιβεβαιώνει συμβολικά αλλά και ουσιαστικά την ταύτιση των κομμάτων αυτών στο πολιτικό αλλά και στο ιδεολογικό επίπεδο. Αυτή η διαδικασία προσαρμογής έχει οδηγήσει τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στη συμφιλίωση με τον καπιταλισμό, αυτή τη φορά με όρους νεοφιλελευθερισμού. Σήμερα, μετά την εγκατάλειψη των θέσεων της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας, έρχεται και η στιγμή της πλήρους εγκατάλειψης των συμβόλων, των ιστορικών παραστάσεων και εικόνων που συνόδευαν τη σοσιαλδημοκρατία από την ημέρα της εμφάνισής της στο ιστορικό προσκήνιο.

Από το Μάαστριχτ στην ΟΝΕ

Η τελευταία δεκαπενταετία στη χώρα μας χαρακτηρίζεται από νέες εξελίξεις και νέα φαινόμενα στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Οι εξελίξεις αυτές συντελούνται υπό το καθεστώς της συνθήκης του Μάαστριχτ, την οποία αποδέχτηκε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, υιοθέτησαν ασμένως οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ (Παπανδρέου, Σημίτη) και η τότε ηγεσία του ΣΥΝ, τη συνεχίζει χωρίς ενδοιασμούς η σημερινή κυβέρνηση Καραμανλή.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική της δημιουργίας του Ευρώ προβλήθηκε από την ευρωπαϊκή αστική τάξη ως απάντηση στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και στην ανάγκη για περαιτέρω ισχυροποίηση του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου. Δικαιολογήθηκε ως αναγκαία προσαρμογή της ευρωπαϊκής οικονομίας στις νέες συνθήκες διεθνοποίησης του πολυεθνικού κεφαλαίου, με την παράλληλη υπόσχεση της διατήρησης των κατακτήσεων των εργαζομένων έστω και υπό νέα μορφή.

Όμως, για όλους εκείνους που αντιπάλεψαν τη συγκεκριμένη στρατηγική, εξαρχής υπήρχε βεβαιότητα για την κατάληξη του εγχειρήματος στη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση. Βασική επιδίωξη είναι η σταθερότητα των μακροοικονομικών μεγεθών του πληθωρισμού και των δημόσιων ελλειμμάτων, η μείωση του κόστους παραγωγής, η βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας με διαρθρωτικές αλλαγές μείωσης του κόστους εργασίας, ο περιορισμός και η κατάργηση ασφαλιστικών δικαιωμάτων και τελικά η ουσιαστική απαλλαγή του συστήματος από οποιαδήποτε συλλογική διαπραγμάτευση.

Οι κυβερνήσεις Σημίτη, στο πλαίσιο του «εκσυγχρονιστικού πειράματος» στην οικονομία, όχι μόνον υιοθέτησαν πλήρως τις ευρωπαϊκές επιλογές αλλά και υπερέβαλαν υπερακοντίζοντας σε κομπορρημοσύνη και σε ψεύτικες υποσχέσεις. Οι ισχυρισμοί περί «ισχυρής οικονομίας» λειτούργησαν με τρόπο αντίστοιχο της παλιάς Μεγάλης Ιδέας. Έτσι δημιουργήθηκε και εξαπλώθηκε στην ελληνική κοινωνία ένας «εκσυγχρονιστικός φονταμενταλισμός», βασιζόμενος υποτίθεται στον ορθό λόγο, λες και όλες οι υπόλοιπες απόψεις ήταν ανορθολογικές. Η μονοσήμαντη σκέψη σε όλο της το μεγαλείο κατέκλυσε την ελληνική κοινωνία.

Στον ίδιο και χειρότερο δρόμο βαδίζει σήμερα και η κυβέρνηση Καραμανλή. Αν στη θέση του «σημιτικού εκσυγχρονισμού» βάλουμε την «καραμανλική μεταρρύθμιση», θα είναι εύκολο να αντιληφθούμε ότι στην ουσία αλλά και στους τύπους πρόκειται ακριβώς για το ίδιο εγχείρημα. Βρισκόμαστε μάλιστα αντιμέτωποι με μια συνολική επίθεση καθαρά νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα ενάντια στην αγορά εργασίας και στις εργασιακές σχέσεις με μεγαλύτερη ένταση, στοχεύοντας στην πλήρη «ένταξή» τους στην ευρωπαϊκή οικονομική καπιταλιστική ολοκλήρωση.

Για ένα Εναλλακτικό Πρόγραμμα για την Ευρώπη

Η απόρριψη του Ευρωσυντάγματος σε Γαλλία, Ολλανδία και Ιρλανδία, η περαιτέρω διεύρυνση στην Ανατολική Ευρώπη και η ανάπτυξη εργατικών αγώνων σε μια σειρά από χώρες, βάζουν πιο έντονα στην ημερήσια διάταξη το ποια είναι η άλλη Ευρώπη και το πώς θα φτάσουμε σε αυτήν. Είναι φανερό ότι η πάγια θέση του κόμματος περί μεταρρύθμισης της Ε.Ε. είναι προβληματική. Η Ε.Ε. σήμερα βρίσκεται σε μεγάλη κρίση, όπως άλλωστε και η νεοφιλελεύθερη εκδοχή της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Μπορούμε να πούμε σήμερα ότι η Ε.Ε. δε μεταρρυθμίζεται, υπό την έννοια του να μεταβληθεί από μηχανισμό εξυπηρέτησης των αστικών συμφερόντων σε μηχανισμό εξυπηρέτησης των συμφερόντων των λαών της. Θεωρητικά, ένας τρόπος ανατροπής της νεοφιλελεύθερης ομοιομορφίας των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων θα ήταν η εκλογή μιας αριστερής κυβέρνησης σε μία από τις χώρες της Ε.Ε., η οποία θα αμφισβητούσε τις αποφάσεις των διακυβερνητικών επιτροπών.

Στο βαθμό που το ζήτημα της σχέσης της Αριστεράς με τη διακυβέρνηση της χώρας έχει τεθεί και έχει καταστεί ζήτημα συζήτησης και αντιπαράθεσης στον ΣΥΝ και τον ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να προβληματιστούμε για τα όρια που θέτει η συμμετοχή μας στην Ε.Ε. σε μια απόπειρα αριστερής διακυβέρνησης. Βεβαίως, δεν εννοούμε ως αριστερή διακυβέρνηση μια παραλλαγή των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ αλλά μια κυβέρνηση αντικαπιταλιστικών και αντιμονοπωλιακών πολιτικών.

Αν η πολιτική μιας τέτοιας κυβέρνησης δεν έφτανε στην αμφισβήτηση του πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων, αλλά περιοριζόταν σε μια εθνική αναδιανεμητική πολιτική, αργά ή γρήγορα θα συγκρουόταν εξ αντικειμένου και με το μηχανισμό της ελληνικής αστικής τάξης αλλά και της Ε.Ε., με σημαντικές πολιτικές και οικονομικές συνέπειες. Η ριζοσπαστική Αριστερά στην κυβέρνηση -ακόμη και αν περιοριστεί σε φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις- θα υποχρεωθεί να προχωρήσει και σε σημαντικές ρήξεις με το πλαίσιο της ΟΝΕ, τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη, το Κοινοτικό Δίκαιο αλλά και με συνολικές στρατηγικές της Ε.Ε. Οι συνέπειες θα είναι βαρύτατες.

Γι’ αυτό η Αριστερά οφείλει από τώρα να δεσμευθεί προγραμματικά για τη μορφή και το βάθος αυτών των συγκρούσεων και να προετοιμάσει την ελληνική κοινωνία, ώστε να αποφευχθεί οποιοδήποτε πισωγύρισμα σε μια ενδεχομένως αριστερή διακυβέρνηση της χώρας.

Φεβρουάριος 2009
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s