«Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του» – Ποιών δηλαδή;

mpelantis098του Δημήτρη Μπελαντή*

Σε κάθε περίπτωση, τα τεκταινόμενα, προαχθέντα και πραγέντα στην τελευταία Κ.Ε., καθώς και ιδίως όσα δεν έγιναν, συμπυκνώνουν μέσα στη γραφειοκρατική τους ασάφεια, αδράνεια και αμορφία έναν πιθανό θάνατο και ένα πιθανό πένθος ως ενδεχόμενο σοβαρό κίνδυνο, αν δεν υπάρξουν έγκαιρα αντίρροπες κινήσεις.

Η τελευταία Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ (18-19/10/2014) είχε μπροστά της τρία πολιτικά καθήκοντα να επιλύσει: α) αυτό του ικανοποιητικού απολογισμού και προγραμματισμού του κόμματος εν όψει μιας μακράς ή και σύντομης προεκλογικής περιόδου, β) να απαντήσει εξειδικεύοντας την πολιτική κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών μας εν όψει των εκλογών και γ) να τοποθετηθεί, κατόπιν των σημαντικών εξαγγελιών και πολιτικών δεσμεύσεων του προέδρου στην Θεσσαλονίκη, για την αναγκαία διεύρυνση ή μη και την προώθηση/ δημοσιοποίηση του άμεσου κυβερνητικού μας προγράμματος.

Η διασύνδεση των παραπάνω σημείων με την κατάσταση του άμεσου και μεσοπρόθεσμου προγράμματός μας, με την κατάσταση του εργατικού κινήματος και των λοιπών μαζικών κινημάτων και με τη συλλογική και δημοκρατική λειτουργία του κόμματος θα έπρεπε να τεθούν στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας. Συνέβη, όμως, κάτι τέτοιο; Δυστυχώς, όχι σε ικανοποιητικό βαθμό. Iδίως, η οριακή και με ελάχιστη διαφορά καταψήφιση της τροπολογίας της Αριστερής Πλατφόρμας που αναφερόταν σε μια αυτονόητη, κατά τη συνεδριακή μας απόφαση, επέκταση του άμεσου προγράμματός μας (κοινωνικοποίηση τραπεζών, ανάκτηση υπό δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία ιδιωτικοποιημένων δημοσίων επιχειρήσεων και άλλων δημοσίων αγαθών, κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ, δίκαιο και αντιπλουτοκρατικό φορολογικό σύστημα), επέκταση αναγκαία και για την ίδια τη χρηματοδότηση του άμεσου προγράμματος, αλλά και η ίδια η γραφειοκρατική και μη απολύτως διαφανής κορύφωση της συζήτησης για το ζήτημα των συμμαχιών είναι παράμετροι, που θα πρέπει να μας εμβάλουν σε βαθιά ανησυχία. Και να διαλύσουν κάθε εφησυχασμό, σύμφωνα με τον οποίο η ηγεσία του κόμματος θα μπορούσε να επιλύσει με σχεδόν «λευκή κάρτα» της Κ.Ε. (και μάλιστα ουσιαστικά όλων των πτερύγων της τελευταίας) αποτελεσματικά και επωφελώς για το ριζοσπαστικό χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών.

Στην πραγματικότητα, και εφόσον παραμένει ανοιχτό το πώς θα επιλυθεί το ζήτημα των συμμαχιών, οιοργανώσεις μελών αλλά και τα ενδιάμεσα κομματικά όργανα οφείλουν να στείλουν ισχυρό και σαφές μήνυμα προς την Κ.Ε. αλλά και προς την κομματική ηγεσία σχετικά με την άρνηση συνεργασίας, συλλογικά και κατά μόνας, με την ΔΗΜΑΡ, το Ποτάμι, ή όψιμα ανησυχούντες για τα μνημόνια πασοκογενείς και ανεξάρτητους κεντροαριστερούς ή κεντροδεξιούς βουλευτές. Αυτοί που διαχειρίστηκαν, επέβαλαν, οργάνωσαν ή υποστήριξαν το αργότερο από το 2010 (και πάντως το αργότερο το 2012) και μετά τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους, αυτοί που αργότερα εμφανίσθηκαν ως πρόθυμες μνημονιακές εφεδρείες, δεν μπορούν να έχουν θέση στις γραμμές μας, στις λίστες των υποστηρικτών μας και στα ψηφοδέλτιά μας, όσο ανοιχτά και αν πρέπει να είναι αυτά.

Οι διατυπώσεις της συμβολής της Αριστερής Πλατφόρμας στο θέμα αυτό, ιδίως όσον αφορά την ΔΗΜΑΡ και τους Πασοκογενείς, ήταν απόλυτα καθαρές και κρυστάλλινα σαφείς στο ζήτημα αυτό και, αν είχαν υιοθετηθεί, θα μπορούσαν να έχουν στρέψει την πολιτική του κόμματος για τις συμμαχίες σε ορθή και σαφή πολιτική κατεύθυνση. Μήπως μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτό θα μείωνε την ευελιξία των πολιτικών μας συμμαχιών ή και θα ενίσχυε την δυνατότητα του Σαμαρά να αποκτήσει τους 180στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας; Δεν είμαι από αυτούς που θεωρούν άνευ σημασίας τη συγκέντρωση ή μη των 180 εδρών από τους Σαμαρά-Βενιζέλο, αντίθετα, έχω γραπτώς και προφορικώς υποστηρίξει ότι μια τέτοια αρνητική πολιτική εξέλιξη θα μπορούσε οριακά έως και να ματαιώσει για το ορατό μέλλον την προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς. Όμως, η μέθοδος της αποτροπής αυτής της εξέλιξης, η κατά περίπτωση ή κατά ομάδες κοινοβουλευτική και παρασκηνιακή «διαπραγμάτευση» ή απόπειρα πειθούς ή αντίθετα η πρακτική πολιτικοποίησης του ζητήματος και μετατροπής του σε στόχο κινηματικής δράσης του μαζικού κινήματος είναι σοβαρό πολιτικό δίλημμα που πρέπει να απαντηθεί.

1. Μήπως θυμάστε το «’65»;

Στο ενδιαφέρον πρόσφατο βιβλίο του για το «αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα- από το 1952 έως και το 1967» (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2014) ο Μάκης Μαϊλης, ηγετικό στέλεχος σήμερα του ΚΚΕ, υποστηρίζει την ορθή πολιτική και ιδεολογική θέση ότι η στρατηγική της ΕΔΑ και τουΚΚΕ κατά τη δεκαετία του ‘60 δεν ήταν μια πολιτική σεχταριστική/αριστερίστικη αλλά, όλως αντιθέτως, μια πολιτική ουράς έναντι της Ένωσης Κέντρου, σύμφωνα και με το σχήμα περί «ειρηνικού περάσματος» του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ. Η θέση αυτή του Μ.Μ., παρά την ακροαριστερή γοητεία της, έχει ένα κενό και μια καταφανή λογική αδυναμία: παρά το γεγονός ότι αυτή η γραμμή ουράς και υποταγής κορυφώνεται στην αδυναμία της ΕΔΑ-ΚΚΕ να παρέμβει αποτελεσματικά στο μεγαλειώδες κοινωνικοπολιτικό κίνημα των Ιουλιανών, ο συγγραφέας δεν έχει σχεδόν τίποτε να πει για αυτό το μεγάλο κίνημα ούτε για αυτήν ειδικά την τότε εκκωφαντική αδυναμία του ΚΚΕ. Η οπτική του τελικά το υποβαθμίζει, αφού αυτό δεν δημιουργήθηκε από μια ηγετική «αριστερή» στροφή του τότε μάλλον σε ρεφορμιστική γραμμή ΚΚΕ και από κάποια αλάθητη ηγεσία του που θα έκανε αναδρομικά, κατά τη βούληση του Μ.Μ., αυτήν τη στροφή. H απουσία αυτή από το κείμενο του Μ.Μ., δυστυχώς, υπεραντισταθμίζει την ορθή «αριστερή» κριτική του στην τότε στρατηγική των ΕΔΑ-ΚΚΕ.

Ας σκεφτούμε, όμως, λίγο παραπάνω πάνω στο μεγάλο κίνημα του ’65 ξεπερνώντας το παραπάνω βιβλίο. Ένα μεγάλο κοινωνικοπολιτικό μαζικό κίνημα, ένα αυθεντικά εργατικό συγκρουσιακό κίνημα, από τα ισχυρότερα που έζησε η χώρα μας, που παρά το ότι οι στόχοι του δεν ήταν εμφανώς «αντικαπιταλιστικοί-σοσιαλιστικοί» αλλά δημοκρατικοί/ συνταγματικοί (άρση έκτακτου καθεστώτος στρατού-μοναρχίας- ΗΠΑ, κατάργηση μοναρχίας, κατάργηση παρασυντάγματος) θα οδηγούσε πιθανά σε μια κρατική ρήξη, εφόσον οι στόχοι αυτοί και η δυναμική του κινήματος υπηρετούνταν από την τότε Αριστερά και με δεδομένο το ανελαστικό του μετεμφυλιακού καθεστώτος (σας θυμίζει αυτό τίποτε το σύγχρονο;). Γι’ αυτό, άλλωστε, έγινε και η δικτατορία. Προφανώς, η νίκη της Ε.Κ. στις εκλογές του Μαϊου 1967 θα πυροδοτούσε πάλι την άλυτη πολιτική κρίση, ξεκινώντας από την απονομιμοποίηση της μοναρχίας και κλονίζοντας το όλο σύστημα εξουσίας.

Όπως έχουν δείξει ικανοποιητικά οι Γιάννης Μαυρής και Χριστόφορος Βερναρδάκης («Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα», Αθήνα 1991), η δυναμική των Ιουλιανών απέκτησε χαρακτηριστικά μιας προεπαναστατικής ή επαναστατικής κατάστασης, αρκετά όμοιας με το γαλλικό Μάη, η οποία αγνοήθηκε ως τέτοια από την υπαρκτή Αριστερά και όταν συνέβη αλλά και αργότερα.

H πολιτική κρίση του Ιουλίου 1965 προκλήθηκε τόσο από την οξεία σύγκρουση του βασιλιά με τον Γ.Παπανδρέου για τη συνταγματική διαδικασία καθορισμού της σύνθεσης της κυβέρνησης («θεωρία του κηπουρού») όσο και -εντονότερα- από την απόσπαση βουλευτών της Ένωσης Κέντρου με «εξαγορά» από τα μοναρχικά, καπιταλιστικά και ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των κέντρων εξουσίας. Φαινομενικά και κατά την εξωτερική μορφή των πραγμάτων, η κρίση του 1965 ήταν απολύτως αντίστροφης κατεύθυνσης από τη σημερινή: τότε, οι προοδευτικές δυνάμεις ζητούσαν από τους βουλευτές του Κέντρου να επιμείνουν στην κοινοβουλευτική τους νομιμότητα και να μην εξοκείλουν προς τα αντιδραστικά σχέδια.

Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι δυνάμεις της Αριστεράς ζητούν αφενός μεν οι «ενδιάμεσοι βουλευτές» μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και μνημονιακού μπλοκ, που έχουν ήδη διαφοροποιηθεί από το μνημονιακό μπλοκ, να μην πάνε προς την υπερψήφιση της πρότασης της κυβέρνησης αλλά και καλούν κάθε βουλευτή που θέλει να διατηρήσει μια πολιτική υστεροφημία και ένα έντιμο όνομα να μην οδηγήσει την κοινωνία στο βάραθρο και να μην υπερψηφίσει μια τέτοια πρόταση. Αυτή η έκκληση δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας «πρότασης αποστασίας» αλλά, αντίθετα, αντιστοιχεί σε μια έννοια ευρύτερου κοινωνικού-ταξικού (και θα έλεγα και «εθνικού» κατά μια αντιιμπεριαλιστική έννοια και προσέγγιση) συμφέροντος, το οποίο σαφώς υπερέχει μιας τυπικής κομματικής νομιμοφροσύνης.

Αυτό, πάντως, που είναι κοινό με το 1965 είναι η πίεση των αριστερών ή και ευρύτερα αντιμνημονιακων δυνάμεων προς τους βουλευτές -και ιδίως τους «ενδιάμεσους»- να μην γίνουν όργανα μιας απόλυτα αντιδραστικής και κοινωνικά καταστροφικής εξέλιξης και να μην «εξαγορασθούν» πολιτικά – και όχι αναγκαστικά με την αναπόδεικτη μέθοδο της δωροδοκίας.

Ο λαϊκισμός -ο πραγματικός λαϊκισμός , η ρηχή υποτιμητική θωπεία στο λαό, και όχι τα «σκιάχτρα» των μνημονιακών που βαφτίζουν έτσι τα λαϊκά και εργατικά συμφέροντα και διεκδικήσεις- δεν είναι εναλλακτική λύση για τη ριζοσπαστική Αριστερά και ενισχύει παρά αποδυναμώνει τους μνημονιακούς και την προπαγάνδα τους. Άλλωστε, οι εξαγορές στον κόσμο μας είναι πολύ πιο φίνες και πολύμορφες από τους κοινούς πήλινους ή και ψηφιακούς «κουμπαράδες».

Η πίεση από τα «αριστερά» στους βουλευτές αυτούς πρέπει να αντιστοιχηθεί προς μια μαζική κινηματική πρακτική ανάλογη ή και όμοια προς αυτήν του καλοκαιριού του 1965 – αυτό, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν υπαινίσσεται και μια ανάλογης έκτασης βίαιη αντιπαράθεση, κάτι που μόνο ο κρατικός κατασταλτικός μηχανισμός με την παρέμβασή του μπορεί να το προκαλέσει. Σημαίνει τηνπολιτικοποίηση του εργατικού και των λοιπών μαζικών κινημάτων, την ανάσχεση της απογοήτευσης και της ηττοπάθειας, οι οποίες έχουν χρόνια συσσωρευτεί και την ανάπτυξη ενός «πεζοδρομίου», κατά την προσφιλή αναφορά των κυβερνητικών στελεχών και υπουργών, με απολύτως πολιτική στόχευση, το οποίο θα μπορούσε να πιέσει «ειρηνικά, μαζικά και δημοκρατικά» (προς αποφυγήν παρεξηγήσεων αυτό δεν αποκλείει μορφές άσκησης του συνταγματικού δικαιώματος αντίστασης ή ανυπακοής), καταλαμβάνοντας τους δρόμους και τις πλατείες της Αθήνας, ώστε να αποφευχθεί/ ανατραπεί το διαφαινόμενο κυβερνητικό σχέδιο, ανάλογα προς το κίνημα εκείνο που έριξε δύο κυβερνήσεις «αποστατών» το καλοκαίρι του1965 και ανάσχεσε την περαιτέρω κίνηση των «αποστατών».

Αν θεωρούμε ότι μπορεί να υπάρξει μια τέτοια δυνατότητα και οι λόγοι μας δεν είναι σκέτοι πομφόλυγες, προκειμένου να «νομιμοποιούμαστε» ως «αριστεροί/ές» μέσα στον καπιταλισμό και να διαχειριζόμαστε έτσι πολιτικά και ψυχολογικά την επιβίωσή μας μέσα στην ζούγκλα της καπιταλιστικής κρίσης, τότε προς τι η τόση επιμονή να πείσουμε έναν προς έναν ή μια προς μια τους ενδιάμεσους βουλευτές και η σκέψη να τους ανοίξουμε το σπίτι μας και να τους φιλοξενήσουμε στα ψηφοδέλτιά μας, ενόσω ή αφού «δεν έχουν κάψει τις γέφυρες προς εμάς»;

Προς τι το τόσο άγχος να χαρακτηρίσουμε τους ενδιάμεσους βουλευτές ή και δυνάμεις ως «πολιτικούς συμμάχους» -και με βάσει την αστήρικτη «λαϊκομετωπικής έμπνευσης» θεωρία ότι πάντοτε οι κοινωνικές συμμαχίες της Αριστεράς πρέπει να συνοδεύονται από «άνοιγμα» στον πολιτικό «μεσαίο χώρο» και τους αστούς πολιτικούς- και μάλιστα, χωρίς να έχουμε «δει» ακόμη αυτούς τους συμμάχους κατ’ όψιν, με την επίκληση μιας κυβέρνησης «του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του»;

Ενδεχομένως, αυτό το πολιτικό άγχος να είναι κάπως δικαιολογημένο ή και ανεκτό. Να συνοδεύεται από μια υπόρρητη και πάντοτε – μη- εκφερόμενη εκτίμηση ότι το μαζικό κίνημα προσώρας μας «ψόφησε» ή μας «τελείωσε» κοινώς, ότι η παθητικοποιημένη και τρομοκρατημένη κοινωνία περιμένει τα πάντα από τη «σοφή» μας εκλογική παρέμβαση και μόνο, και, άρα ότι χρειάζεται τα πράγματα να «σπρωχτούν» άμεσα από τα πάνω. Όμως, η ηθική υποχρέωση να «λέμε την αλήθεια στον λαό», όπως θα μας πρότεινε ο Αντόνιο Γκράμσι, επιτάσσει, αν έτσι έχουν τα πράγματα, -πράγμα που έντονα αμφισβητώ-, να πάψουμε να ομνύουμε ψυχαναγκαστικά στις κινηματικές παρεμβάσεις και να πούμε ότι η λύση είναι η έμμεση πολιτική διαμεσολάβηση και «μόχλευση από τα πάνω» και η αναγκαία «μετατόπιση» των προγραμματικών μας στόχων και ότι, ακόμη, η λεγόμενη «ανάθεση» είναι κακό μεν πράγμα πλην, όμως, τώρα αναγκαίο.

Το χειρότερο πράγμα δεν είναι οι «δεξιές μετατοπίσεις», μόλο που συνήθως είναι πολύ επιζήμιες για το κίνημα και αντιστοιχούν κατά κανόνα στο «μέσο όρο» των προηγούμενων υποχωρήσεών και ηττών του, αλλά οι ψευδείς «αριστερές απολογητικές» πίσω από τις «μετατοπίσεις» που θέλουν δήθεν και το σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη.

Το έχουμε ζήσει στον ΣΥΡΙΖΑ: και ταξική μεροληψία και ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί και «άρση της λιτότητας» και πολιτικές συμμαχίες-«τακτικές» βέβαια- με τον «πολιτικό μεσαίο χώρο» και ευελιξία κοινοβουλευτικών και εκλογικών εγχειρημάτων και μεγάλη τραγικών διαστάσεων σύγκρουση που θα θέσει τα πάντα στο ζύγι, «ακόμη και τη ζωή μας», αλλά και χάιδεμα ταυτόχρονα των διεθνών και εθνικών κέντρων καπιταλιστικής εξουσίας, εμφανών ή και αφανών, και, βέβαια, συνεχής επίκληση του πιο ασυμβίβαστου, αταλάντευτου, διεθνιστικού και ανοπορτούνιστου «μαρξισμού» -αλήθεια, τι έχει τραβήξει διακόσια χρόνια αυτός ο μαρξισμός!- και «χωρίς επιστροφή» στον Κέινς αλλά καθαρό άνοιγμα στο σοσιαλιστικό μέλλον και εμπιστοσύνη απόλυτη στην ηγεσία αλλά και θεωρητικές αναφορές στους «κινδύνους» και τα «σύννεφα» που μαζεύονται γύρω της και πατριώτες αλλά και κοσμοπολίτες και με την αναγκαία κρατική ασφάλεια και με τους νοικοκυραίους αλλά και «δικαιωματικοί» και με τις μειονότητες. Και, τέλος, μετά τη «μεγάλη σύγκρουση», πάνω από όλα πολιτική και κοινωνική εθνική συνεννόηση και συμφωνία.

Πράγματι, ενόψει και όλων αυτών των εμφανώς μετανεοτερικών και μη συμβιβάσιμων ή μη επιλύσιμων αντιφάσεων εντός του εδώ και καιρό μη συνεκτικού λόγου μας, η στάση μας απέναντι στο μαζικό κίνημα και στις όποιες προοπτικές ανάπτυξής του οφείλει να μεταβληθεί ριζικά.

Κατ’ αρχήν, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το μαζικό κίνημα έχει δεχτεί μεγάλα πολιτικά πλήγματα και παρ’ όλα αυτά κάποιοι τομείς του αντέχουν, πλήγματα που συνδέονται και με την ισχύ, ακαμψία και αδιαλλαξία του ταξικού αντιπάλου και με τις ίδιες τις δικές του χρόνιες κοινωνικές ή και πολιτισμικές αδυναμίες αλλά και με την εξαιρετικά ελλιπή, λαθεμένη και αντιφατική κομματική παρέμβασή μας σε αυτό μετά το 2012 – η θεωρία της «αυτονομίας του κοινωνικού» δεν είναι το σφουγγάρι που σβήνει μονίμως τις πολιτικές ευθύνες μας ή τις πολιτικές μας επιλογές, αν είναι έτσι ας εγκαταλείψουμε τα πολιτικά υποκείμενα και ας βυθιστούμε στο «βαθύ κοινωνικό», όπως έκαναν κατά καιρούς κάποιοι συνεπέστεροι ημών/υμών.

Κατά δεύτερον, η αναφορά στο μαζικό και το εργατικό κίνημα δεν σημαίνει, σύμφωνα με μια ξεπερασμένη «κκέδικη» αντίληψη, ότι οι άνθρωποι θα είναι στρατιωτάκια που θα κατεβαίνουν στον δρόμο κατ’ εντολήν όποτε το επιτάσσουν οι κοινοβουλευτικοί μας τακτικοί χειρισμοί και με βάση το κουδούνι κάποιου κομματικού δόκτορος Παβλόφ. Και εμείς ως κόμμα έχουμε κάνει χρήση αυτής της λογικής με τρόπους που μάλλον κούρασαν παρά ενέπνευσαν τους ανθρώπους.

Κατά τρίτον, χρειάζεται να πολιτικοποιήσουμε και να οξύνουμε τις υπαρκτές κινηματικές αντιστάσεις και κοινωνικές αντιθέσεις (αξιολόγηση στο Δημόσιο και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ασφαλιστικά ταμεία, αγώνες όπως αυτός των καθαριστριών, Σκουριές και άλλα περιβαλλοντικάμέτωπα, ζητήματα εργατικής νομοθεσίας, πάλη για τους μισθούς σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα,απολύσεις, κινήματα για τον ΕΝΦΙΑ, αντιφασιστικός και αντιρατσιστικός αγώνας κ.ά.), να συνδέσουμε την ιδέα ότι οι μικροί και μεγάλοι αγώνες μπορούν να κερδίσουν από τώρα με την προοπτική πτώσης της κυβέρνησης και εφαρμογής ενός εναλλακτικού προγράμματος και να προσπαθήσουμε να συνολικοποιηθούν και να συντονιστούν αυτά τα μέτωπα σε συνδυασμό και με την απόκρουση της επίτευξης των 180 βουλευτών και την πολιτική επιβολή της διεξαγωγής εθνικών εκλογών. Επίσης, last but not least, να καούν οι «πολλαπλές ατζέντες» και οι αποτυπώσεις της «διπλής γλώσσας» στην πλατεία Συντάγματος και να λέμε ανοιχτά σε κάθε φάση τι σκεφτόμαστε στο λαό και στους εργαζόμενους.

2. Μια καθαρή και σαφής πολιτική εκλογικών συμμαχιών είναι άμεσα αναγκαία και εφικτή

Έχω τη γνώμη ότι η παρατεταμένη ασάφεια και η συνεχής μετάθεση του προβλήματος των πολιτικών συμμαχιών στο μέλλον λειτουργεί υπονομευτικά για το κύρος του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ και μειωτικά ακόμη και γι’ αυτήν την εκλογική του δυναμική, η οποία δεν συμπίπτει πάντοτε με τη συνισταμένη των δημοσκοπήσεων.

Οι κοινωνικές δυνάμεις που μας ακολουθούν ή ορθότερα ο εργατικός-λαϊκός-αγροτικός-πληττόμενος μικροαστικός τομέας αυτών των δυνάμεων, η «αριστερή» κοινωνικά και απείρως πλειοψηφική συνιστώσα των δυνάμει εκλογέων φίλων και υποστηρικτών μας, έχει στο εσωτερικό της διαφορετικές ταχύτητες συγκρότησης, πολιτικοποίησης, αποδεκτών πολιτικών αλλαγών, έντασης και βαθμού στη σύγκρουση που θα επιχειρήσουμε, έχει μια ποικιλία και διαφοροποιησιμότητα κοινωνικών αναγκών και προτεραιοτήτων. Για άλλους είναι προτεραιότητα τα 751 ευρώ, για άλλους η μη απόλυση, για άλλους η μη δήμευση της περιουσίας τους από τις τράπεζες, για άλλους η μακροχρόνια ανεργία, για άλλους οιεισφορές, για άλλους τα κόκκινα δάνεια.

Σε όλους, όμως, και αυτό είναι ο πυρήνας της έντονης αριστερής ριζοσπαστικοποίησης του 2010-2012και των ποιοτήτων της «που παρ’ όλα αυτά» εξακολουθούν να αντέχουν, είναι ένα πράγμα κοινό και αδιασάλευτο: η έντονη απώθηση και απόρριψη προς το σάπιο πολιτικό σύστημα, προς το «νοσηρό κοινοβουλευτισμό» και προς το πολιτικό προσωπικό που υποστήριξε τα μνημόνια και την εφαρμογή τους. Αυτό το ίδιο που εμείς οι αριστεροί το λέμε «απαξίωση» ή και σάπισμα του αστικού κοινοβουλευτισμού και το οποίο οι αντιδιαμετρικά προς εμάς τοποθετημένοι φασίστες, αν ήταν πιο εγγράμματοι, θα το έλεγαν «θάνατο της δημοκρατίας». Συνεπώς, αυτό που θα ήταν το καταστροφικότερο ακόμη και από μια προγραμματική αναδίπλωση, θα ήταν μια «δεξιά διεύρυνση»προς αυτό το πολιτικό προσωπικό και τα υπολείμματά του και μια αποδοχή ως «συμμάχων μας» δυνάμεων και προσώπων που πρωταγωνίστησαν στη διαδικασία λεηλάτησης των κοινωνικών και εργατικών συμφερόντων.

Κατά δε την έννοια που ο λαϊκός κόσμος προσλαμβάνει την τάξη του ως ένα άλλο «έθνος» έναντι του αστικού έθνους και δεν ταυτίζει την εθνική αναφορά με την «εθνική ενότητα», είναι σωστό να ειπωθεί ότι τα πρόσωπα αυτά δίκαια θεωρούνται και ως «καταστροφείς του δημοσίου και του εθνικού συμφέροντος» (θέση που θα προκαλούσε «αντιεθνολαϊκιστική» αλλεργία στους δυνάμει συμμάχους μας της ΔΗΜΑΡ και ιδίως στους ιστορικούς αυτού του κόμματος, που όμως είναι αρεστοί και σε ένα δικό μας τμήμα). Μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από τμήμα της λύσης της κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης θα γινόταν τμήμα του προβλήματος.

Συνεπώς, η μη επίλυση του ζητήματος αυτού τώρα, κατά τον τρόπο που θα επέτασσε, άλλωστε, ακόμη και η περσινή συνεδριακή μας απόφαση, η αναβολή ωσότου τυχόν υπάρξουν «τετελεσμένα γεγονότα» ή εν πάση περιπτώσει καταστεί δύσκολη έως αδύνατη η συλλογική-δημοκρατική επίλυση του ζητήματος, είναι μια καθαρά αρνητική εξέλιξη και δεν συμβάλλει στη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και της Αριστεράς. Και είναι ακόμη πιο αρνητική, αν σκεφτεί κανείς ότι ενδεχομένως-ίσως υπήρχαν στην τελευταία Κ.Ε. οι δυνάμεις, οι συσχετισμοί και οι πρακτικές δυνατότητες που θα έλεγχαν και θα περιόριζαν αυτήν την εξέλιξη. Και είναι ακόμη πιο αρνητική, αν συλλογισθεί κανείς το βάθος χρόνου και την προοπτική των συστημικών επιθέσεων και αφομοιωτικών κινήσεων ενάντια στην πολύμορφη αριστερή-ριζοσπαστική τάση ή τάσεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και τη θεσμική προβληματικότητα ορισμένων καταστατικών όψεων του ΣΥΡΙΖΑ (όπως η ανάδειξη του προέδρου ως διακριτού κομματικού οργάνου από το συνέδριο). Και είναι ακόμη πιο αρνητική, αν συλλογισθεί κανείς ότι οι σκέψεις και οι προβληματισμοί απέναντι στο συστημικό κίνδυνο «διά των συμμαχιών» είναι εδώ και καιρό διαμορφωμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ και πώς «όποιος έχει έγκαιρα προειδοποιηθεί έχει τον χρόνο και για να προετοιμασθεί» (Ουίνστον Τσόρτσιλ). Παύση.

3. Ιντερμέντζο συναισθηματικής χαλάρωσης: Για την επιλεκτική πολιτική χρήση των λέξεων και των εννοιών και την ύστερη αστική πολιτική κυριαρχία

Είναι φανερό ότι οι «συνιστώσες» της κυβέρνησης Σαμαρά εδώ και πολύ καιρό παίζουν με τη γλώσσα και επιχειρούν -χάριν της πολιτικής επικοινωνίας- να αλλάζουν διαρκώς τις παγιωμένες γλωσσικές χρήσεις των εννοιών. Από την εποχή που η κατάργηση των μνημονίων έγινε απεμπλοκή, απαγκίστρωση, προοπτική λήξης, έξοδος κ.λπ., έχουμε φτάσει σε μια κατάσταση όπου το «μνημόνιο» νοείται άλλοτε ως χρηματοδοτικό πρόγραμμα, άλλοτε ως νομικό και θεσμικό καθεστώς, άλλοτε ως η νομική εφαρμογή της δανειακής σύμβασης, άλλοτε ως ένα «κακό που τώρα πέρασε», άλλοτε ως η κακή μας η μοίρα.

Ο βομβαρδισμός των ανθρώπων καθημερινά, από την κυβέρνηση και τα φίλια προς αυτήν ΜΜΕ, από διαφορετικές, εναλλασσόμενες και συγκρουόμενες πολιτικά γλωσσικές χρήσεις των ίδιων λέξεων δεν είναι απλώς μια επικοινωνιακή κατάσταση αλλά ένας μηχανισμός εξουσίας και αδρανοποίησης, μαζικής χειραγώγησης, όπως θα έλεγε και ο Τσόμσκι. Με τον τρόπο αυτόν, η σύγχυση γενικεύεται και ο «κυρίαρχος» δεν είναι μόνον αυτός που κηρύσσει την «κατάσταση εξαίρεσης» αλλά και -κυρίως- εκείνος που ορίζει το πεδίο και τις τακτικές των λεκτικών παιγνίων, τη διαβαθμισμένη, συγχυτική, παραμορφωτική γλωσσική χρήση καθώς και τη χωρίς έλλογο πυρήνα μείξη και αμοιβαία ή αλληλοαποκλείουσα ακύρωση των διαφορετικών γλωσσικών χρήσεων μιας λέξης ή μιας κατάστασης. Οι λέξεις δεν σημαίνουν πλέον τίποτε ή σημαίνουν τα πάντα. Το νεκροζώτανο Μνημόνιο πέθανε, αλλά και θα υπάρχει για πάντα. Ο νεοφιλελευθερισμός αποσιωπάται πια από όλους, δεξιούς και αριστερούς, αλλά παραμένει η αποκλειστική ηγεμονική αστική στρατηγική στην Ε.Ε., τις ΗΠΑ και διεθνώς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι καθόλου απέξω από τη γλωσσική κρίση, δεν είναι καθόλου άμοιρος πλέον αυτής της γλωσσικής σύγχυσης ως στρατηγικού μηχανισμού «απομόνωσης» και εξουσίασης. Η συνεχής και υποτροπιάζουσα τροποποίηση και παραλλαγμένη εφαρμογή μιας έννοιας (όπως ενδεικτικά η «διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους» που γίνεται «κούρεμα», «διαγραφή του μεγάλου μέρους» (δηλαδή πόσου; 20 ή 80 %;), «πάγωμα», «ακόμη και η επιμήκυνση δεν είναι κακή», ξαναγυρνά ως «η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους» κ.λπ.) εθίζει τους μεν πολιτικούς στην ανευθυνότητα και τον κυνισμό διά της λεγόμενης «δημιουργικής ασάφειας» («creative unclearness»), όπως δηλώθηκε και στην τελευταία Κ.Ε., σε ισχυρά δηλαδή «ναρκωτικά», τους δε εξουσιαζόμενους στη λογική «όλες οι εκφορές είναι άσχετες προς την πραγματικότητα», «άλλα λένε και άλλα θα κάνουν» ,«όλοι λένε ψέματα», «όλοι λένε τα ίδια», «ας ψηφίσουμε απλώς για να επιβιώσουμε», συμβάλλει δηλαδή στο γενικευμένο κυνισμό και στην πλήρη απομάγευση και απαξίωση της πολιτικής και της δημόσιας σφαίρας, στην απόλυτη ιδιωτικοποίηση της πολιτικής, η οποία είναι και η μητέρα όλων των ιδιωτικοποιήσεων του ύστερου καπιταλισμού.

Αυτό, αν συνεχιστεί για πολύ, δεν θα οδηγήσει στο επιθυμητό για εμάς βάθεμα της αστικής κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης υπέρ των ριζοσπαστικών εναλλακτικών προτάσεων, αλλά στην ύστερη αστική επίλυσή της διά της πλήρους καταστροφής της δημόσιας σφαίρας και της ίδιας της δυνατότητας πραγματικής επικοινωνίας μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Ο «τεχνοφασισμός» ή ορθότερα ο τεχνοολοκληρωτισμός, δεν είναι πολύ μακριά από μια τέτοια εξέλιξη. Και τότε η Χρυσή Αυλή θα ομοιάσει με ένα λούμπεν και βίαιο νηπιαγωγείο σε σχέση με τον νέο Λεβιάθαν, το τέρας που θα αναδυθεί σταδιακά από το κοινωνικό χάος και την καπιταλιστική κρίση. Βεβαίως, η «εξαιρετική» και οπορτουνιστική χρήση της πολιτικής γλώσσας, όπως και γενικότερα η γλώσσα σε κρίση, δεν αποτελεί πολιτιστικό πρόβλημα κατά το κόμμα μας, τα πολιτιστικά προβλήματα στην Ελλάδα, βλέπετε, είναι βασικώς «χρηματοδοτικά».

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας Λιούις Κάρολ (Lewis Caroll) στο έργο του «Μέσα από τον καθρέφτη», που αποτελεί συνέχεια της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων» (παραπομπή σε Π. Όστερ «Η τριλογία της Νέας Υόρκης», Αθήνα 2014, Μεταίχμιο, σελ. 115 ):

«Όταν χρησιμοποιώ μια λέξη, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι με τόνο μάλλον επιτιμητικό, αυτή σημαίνει αυτό ακριβώς που διάλεξα να σημαίνει. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Το ερώτημα είναι, είπε η Αλίκη, αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν τόσο πολλά διαφορετικά πράγματα. Το ερώτημα είναι, είπε ο Χαμπτι Ντάμπτι, ποιος θα είναι ο κυρίαρχος. Αυτό είναι όλο».

Το «σμιτιανό» επιχείρημα περί κυριαρχίας του Χάμπτι Ντάμπτι, πέρα από τη γλωσσική σύγχυση που επιφέρει ο εξουσιαστικός λόγος, αναφέρεται και σε μια άλλη σημαντική διάσταση, αυτήν της ετεροχρονισμένης και ασύμμετρης χρήσης των ιστορικών όρων του κομμουνιστικού κινήματος και γενικότερα της μαρξιστικής Αριστεράς για να υποδηλωθούν άλλα σημαινόμενα και να καλυφθούν σύγχρονες ανάγκες ριζικά άλλες των ιστορικών σημαινομένων.

Το ότι ένα πολιτικό πρόγραμμα αναφέρεται στο «σοσιαλισμό» και στην «κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής», όπως με «εμβρίθεια» διαπίστωσε στη Βουλή ο κ. Βορίδης, δεν σημαίνει ούτε ότι έχουν εμφανισθεί ήδη οι πολιτικοί όροι για ένα τέτοιο σχέδιο ούτε, πολύ περισσότερο, ότι το πολιτικό υποκείμενο αυτού του προγράμματος αναγκαστικά «εννοεί» και «αποδέχεται» κατά τις συνέπειές του ένα τέτοιο πρόγραμμα. Μπορεί, για ένα μεγάλο τμήμα αυτού του υποκειμένου, αυτός ο στρατηγικός σχεδιασμός να αποτελεί όχι μια απλή εξαπάτηση αλλά ένα αναγκαίο φαντασιακό του παρελθόντος που το εμπνέει και το εμψυχώνει για να πραγματώσει ένα πολύ διαφορετικό πολιτικό παρόν (από έναν αριστερό κεϊνσιανισμό έως ένα σοσιαλφιλελεύθερο ρεαλιστικό σχέδιο).

Αν όντως συμβαίνει αυτό, τότε έχουμε την ιδεολογική επιβολή και προβολή των όρων «ενός νεκρού παρελθόντος» πάνω σε ένα «άφατο και απροσδιόριστο ακόμη μέλλον». Και αν αυτό, η αντίφαση δηλαδή φαντασιακού/συμβολικού και πραγματικότητας, για τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ακόμη και για περιορισμένο ιστορικά χρόνο πραγματική διακύβευση, για τα περισσότερα κόμματα του ΚΕΑ αποτελεί μια αρκετά ρεαλιστική απεικόνιση του άχαρου παρόντος τους και του άδηλου μέλλοντός τους.

Με τα λόγια του Μαρξ στη «Δεκάτη Ογδόη Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», «η παράδοση όλων των πεθαμένων γενεών βαραίνει σαν βραχνάς στα κεφάλια των ζωντανών (…). Κι ακόμη όταν δείχνουν ότι καταγίνονται με τη δημιουργία κάτι εντελώς καινούριου, καλούν περίφοβοι σε βοήθεια τα πνεύματα του παρελθόντος δανειζόμενοι τα ονόματά τους, τα συναισθήματά τους, τις ενδυμασίες τους». Γι’ αυτό, άλλωστε, κατά τη γνωστή φράση, «οι νεκροί πρέπει να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς και η προλεταριακή επανάσταση να βρει το δρόμο της» και οι μαρξιστές του 21ου αιώνα, για να μην πέσουν θύματα της «ιδεολογίας», πρέπει να επανεφεύρουν και επανοικοδομήσουν θεωρητικά αλλά και πρακτικά την αντικαπιταλιστική ανατροπή και όχι απλώς να επικαιροποιήσουν τα παρελθοντικά τους σύμβολα και να εφησυχάσουν.

4.Έξοδος από την τελευταία Κεντρική Επιτροπή 

Η τελευταία Κεντρική Επιτροπή υπήρξε μια αδιαφανής, απρόσωπη, μη συνεκτική και μη προωθητική διαδικασία, ενόψει μάλιστα των άμεσων μεγάλων αναγκών στράτευσης και συσπείρωσης. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ, το σχέδιο πολιτικής απόφασης ανακοινώθηκε ή μάλλον παρουσιάσθηκε από μικροφώνου χωρίς να μοιραστεί και να διαβαστεί από τα μέλη, τα οποία, όμως, ψήφισαν τελικά επί αυτού. Αυτό είναι πρωτοφανές και αποτελεί σοβαρή υποχώρηση/αλλοίωση σε σχέση με τον όποιο πολιτικό πολιτισμό έχουμε κατοχυρώσει. Δεν είναι τεχνικό πρόβλημα και δεν πρέπει να επαναληφθεί.

Η έμπνευση στα μέλη και τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεκινά από τις λίστες μελών ή τις λίστες φίλων ή τις λίστες στήριξης ή τις λίστες γάμου. Ξεκινά από τις σχέσεις αλληλεγγύης και τις σχέσεις αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των υπαρκτών μελών και των υπαρκτών στελεχών του κόμματος. Ξεκινά, αν μη τι άλλο, από έναν δημοκρατικό, συμμετοχικό, ανοιχτό στα μέλη και διαφανή πολιτικό πολιτισμό με γνώση όλων των δεδομένων. Ξεκινά από μια διαφορετική ποιότητα σχέσεων ανάμεσά μας που μπορεί να αποτελέσει «παράδειγμα» για όλη την κοινωνία. Μήπως την είδατε;

Επιπλέον, η τελευταία Κεντρική Επιτροπή ανέδειξε σοβαρά προβλήματα λειτουργίας του ανεκτίμητου και αναπαλλοτρίωτου αγαθού της ύπαρξης ενδοκομματικών ιδεολογικών τάσεων με εσωτερική δημοκρατία και δημόσια λειτουργία και τοποθέτηση, αγαθού που κατακτήθηκε με πολύ αγώνα στο ιδρυτικό μας συνέδριο. Σύμφωνα και με την ορθότερη ερμηνεία της απόφασης του Συνεδρίου για τις τάσεις, αυτές διευρύνουν και εμπλουτίζουν τον πολιτικό και ιδεολογικό διάλογο μέσα στο κόμμα, πολιτικοποιούν βαθύτερα την εσωκομματική και τη δημόσια συζήτηση, εντάσσουν οργανικότερα τα μέλη στην κομματική ζωή και αφίστανται από τη μετατροπή τους σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς ή σε μηχανισμούς «καναλιζαρίσματος» των διαφωνιών ή και των συμφωνιών μέσα στο κόμμα. Αν έτσι έχουνε τα πράγματα, η παρούσα λειτουργία των τάσεων και ρευμάτων μέσα στο κόμμα δεν συνέβαλε ικανοποιητικά στην τελευταία Κ.Ε. στην κατανόηση και επίλυση των κρίσιμων πολιτικών ζητημάτων.

Ο κίνδυνος της γραφειοκρατικής λειτουργίας του κόμματος παραμένει πάντοτε υπαρκτός, ενόψει μάλιστα της πιθανής μετατροπής του σε κόμμα διακυβέρνησης και του αντικειμενικού κινδύνου «κρατικοποίησής» του. Αυτή την τάση την είχε προείδει από το 1905 ο συγγραφέας Ρομπέρτο Μίχελς μιλώντας για το «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας» στα μαζικά αριστερά κόμματα και από τότε δεν έπαψε ποτέ σχεδόν να επαληθεύεται – με την εξαίρεση των μεγάλων επαναστατικών καμπών. Αν αυτός ο κίνδυνος ενισχυθεί, αυτό δεν θα οφείλεται διόλου στην ύπαρξη ιδεολογικών τάσεων αλλά μάλλον στην ελαττωματική λειτουργία τους. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι οι τάσεις έχουν όλες συλλήβδην την ίδια ευθύνη ή ότι «όλοι μαζί το φέραμε ως εδώ», όσον αφορά τα προβλήματα του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, το ζήτημα της γραφειοκρατικής αντίληψης υπάρχει αντικειμενικά για όλα τα ρεύματα της Αριστεράς.

Σε κάθε περίπτωση, τα τεκταινόμενα, προαχθέντα και πραγέντα στην τελευταία Κ.Ε., καθώς και ιδίως όσα δεν έγιναν, συμπυκνώνουν μέσα στη γραφειοκρατική τους ασάφεια, αδράνεια και αμορφία έναν πιθανό θάνατο και ένα πιθανό πένθος ως ενδεχόμενο σοβαρό κίνδυνο, αν δεν υπάρξουν έγκαιρα αντίρροπες κινήσεις. Τον πιθανό θάνατο της πολιτικής μας αθωότητας και το πιθανό πένθος για το χαμένο ενθουσιασμό μας. Ορισμένοι, όπως ο σ. Δραγασάκης, αυτόν το θάνατο τον ονομάζουν εύστοχα «βίαιη ωρίμανση». Δεν συνιστά αυτή η αποστροφή απόλυτο εννοιολογικό λάθος, καθώς ο θάνατος, υλικός ή συναισθηματικός, διαλεκτικά αποτελεί άρνηση της ζωής και, άρα, αντικειμενικό βίαιο προχώρημα και ολοκλήρωση ενός προτσές βιολογικής και ψυχικής ωρίμανσης και ακόμη και η σήψη παράγει νέα ζωή.

Αν, όμως, ο θάνατος του ενθουσιασμού μας αποτελέσει τη βάση της νέας ωρίμανσης, η ωρίμανση αυτού του τύπου θα επιφέρει λίγο ή πολύ αργότερα και τον ίδιο τον θάνατο αυτού του πολιτικού υποκειμένου (δες και την ιστορία του ΠΑΣΟΚ – αλλά τι ρόλο παίζει, εμείς δεν «μπορούμε» να γίνουμε ΠΑΣΟΚ λόγω ιστορικής ούγιας και «καλής ανατροφής»). Ενδεχομένως, όμως, έχουμε ακόμη κάποιον χρόνο και αρκετές δυνάμεις για να τα αποφύγουμε όλα αυτά τα δυσάρεστα και να τα ανατάξουμε. Όπως έλεγαν οι παλαιοί κομμουνιστές, η ζωή θα δείξει. Ή, όπως λένε οι μουσουλμάνοι, ο Θεός είναι μεγάλος.

*Ο Δημήτρης Μπελαντής είναι μέλος της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ

 Πηγή: rproject

 

Μιλώ γι’ αυτούς που έμειναν εκτεθειμένοι

xelakis1του Γιώργου Χελάκη*

‘Εχουν λόγους να αισθάνονται ανακουφισμένοι στις διοικήσεις της ΑΕΚ και του Παναθηναϊκού. Το Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής ψήφισε προχθές τον νέο αναθεωρημένο προϋπολογισμό. Νέο και αναθεωρημένο, αν θέλεις τον λες. Αν ήταν τέτοιος, γιατί άραγε να τον ψήφιζε ο τέως περιφερειάρχης, κ. Σγουρός; Επειδή έγινε αγνώριστος; Προφανώς όχι.

Η ανακούφιση στα ανώτερα διοικητικά κλιμάκια των «κιτρίνων» και των «πρασίνων» (βλέπε Μελισσανίδης, Αλαφούζος), προκύπτει από το γεγονός ότι οι προβλέψεις (κωδικοί) για τα είκοσι και επτά εκατομμύρια αντιστοίχως παραμένουν ως έχουν. Που πάει να πει ότι η περιφέρεια με τη νέα σύνθεσή της είναι κατ’ αρχάς διατεθειμένη να τους δώσει όσα είχε υποσχεθεί και είχε προβλέψει ο κ. Σγουρός.

Τι δικαιούνται λοιπόν να σκέφτονται όσοι στήριξαν τη Ρένα Δούρου και πληροφορήθηκαν αυτή την εξέλιξη; Προφανώς ότι ορισμένα πράγματα μπορούμε να τα λέμε προεκλογικά, αλλά όταν εκλεγούμε τα σκεφτόμαστε με τον τρόπο που τα είχαν σκεφτεί οι προηγούμενοι. Τον τρόπο, δηλαδή, που είχαμε καταγγείλει και καταδικάσει…

Απότομη στροφή και σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τι κι αν πολλοί που έβαλαν πλάτη και πλήρωσαν κόστος γι’ αυτό, βρεθούν «ντελαπαρισμένοι». Με πρώτο τον δήμαρχο Νέας Φιλαδέλφειας, Αρη Βασιλόπουλο.

Ισως ο χρόνος ήταν λίγος και δεν έφτανε για να αναμορφωθούν όλες οι προβλέψεις του προηγούμενου προϋπολογισμού. Αν είναι έτσι, γιατί -μια μέρα πέρασε- να μην υπάρχει μία διευκρινιστική δήλωση από την περιφερειάρχη ή τον επί των Οικονομικών αντιπεριφερειάρχη. Στο περιβάλλον τους δεν υπήρξε κανείς να τους μιλήσει για το θέμα;

Σήμερα λοιπόν κάποιοι πανηγυρίζουν. Πολλοί από αυτούς γιατί απλά θέλουν η ομάδα τους να φτιάξει γήπεδο ή να ανακατασκευάσει αυτό που ήδη έχει. Ουδείς ψόγος. Κάποιοι άλλοι, όμως, πείστηκαν πως όταν προπηλακίζεις, απειλείς, πιέζεις, μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο και ανησυχητικό. Το να σε υπερψηφίζει ακόμα κι ο Τζήμερος μπορείς να το πεις και σύμπτωση που δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Να σε ψηφίζει και με τα δύο χέρια ο κ. Σγουρός, άντε να το αποδώσεις σε πολιτικάντικη κουτοπονηριά. Να αφήνεις όμως εκτεθειμένους όσους πήγαν μαζί σου κόντρα στο ρεύμα χωρίς να τους δίνεις κάποια εξήγηση για να έχουν κάτι να πουν, είναι από ανησυχητικό έως επικίνδυνο.

 

* Αναδημοσίευση από εφημερίδα Sportday

Περί «ανθρωπισμού» και «ανθρωπιστικής κρίσης»

28-2-thumb-largeτου Στάθη Κουβελάκη*

Φαίνεται να αποτελεί κατ’αρχήν παράδοξο ότι την εποχή όπου ελάχιστοι αμφισβητούν επί της ουσίας την «οικονομία της αγοράς» ανθεί μια συγκεκριμένη εκδοχή «ανθρωπισμού» – ένας όρος που, σημειωτέον, θεωρείται ιδιαίτερα «ντεμοντέ» στη φιλοσοφική συζήτηση από τη δεκαετία του 1960 και τούδε. Πρόκειται φυσικά για τον «ανθρωπισμό» που τροφοδοτείται από τις εικόνες που έρχονται από διάφορες, κατά κανόνα μακρυνές, περιοχές που μαστίζονται από την πείνα, τις αρρώστιες και τον πόλεμο. Σκελετωμένα παιδιά, βομβαρισμένοι οικισμοί, παραμορφωμένα σώματα εισβάλλουν εξ’αποστάσεως στα σαλόνια μας και απαιτούν «να κάνουμε κάτι», άμεσα, στο λεπτό. Και πράγματι ένα τηλέφωνο, ένα γραπτό ή ηλεκρονικό μήνυμα αρκούν πλέον για να καταβάλλει ο καθένας τον οβολό του και να επιστρέψει στις συνήθεις ασχολίες του, κατά κανόνα στο τηλεοπτικό ζάπινγκ ή το σερφάρισμα στην οθόνη του υπολογιστή του. Να επιστρέψει αλλά με μια πιο ήσυχη συνείδηση, έως ότου μια επόμενη εικόνα αυτού του είδους ανακινήσει την «ανθρωπιστική» του ευαισθησία και τον οδηγήσει στην επνάληψη αυτής της κίνησης.

Αυτός είναι λοιπόν ο «ανθρωπισμός» που κυριαρχεί σήμερα: η εξ’αποστάσεως αντίδραση σε μια εικόνα ανθρώπινης οδύνης και δυστυχίας, αντίδραση στιγμιαία όσο και εφήμερη, που απλά επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση της κατάστασης που έχει οδηγήσει σε αυτήν την «ακραία» κατάληξη. Κάποτε το λέγαμε «φιλανθρωπία» και ήταν μια από τις βασικές λειτουργίες των διάφορων Εκκλησιών. Σήμερα, σε έναν διεθνοποιημένο κόσμο, την λειτουργία αυτή την έχει αναλάβει σε μεγάλο βαθμό η βιομηχανία τωνΜΚΟ, που υποκαθιστά τα καταρρέοντα κράτη αυτού που κάποτε λέγαμε «Τρίτο Κόσμο» και αποτελεί οργανικό πλέον κομμάτι της πλανητικής κυριαρχίας της Δύσης.

Ας εξετάσουμε όμως πιο κοντά σε ποιές υποκειμενικές κατηγορίες ανταποκρίνεται αυτός ο «ανθρωπισμός». Από τη μια έχουμε το ανήμπορο θύμα. Που μας εγκαλεί με το βλέμμα του και δημιουργεί συγκίνηση και αίσθημα «συμ-πάθειας», πάντα από απόσταση βέβαια. Ως θύμα μιας περίπου φυσικής καταστροφής – αυτές οι εικόνες αφορούν εξ’αλλου αδιακρίτους πολέμους, σεισμούς, επιδημίες ή απλώς ανέχεια – αδυνατεί να δράσει ως υποκείμενο, απλά εμφανίζεται ως δέκτης μιας βοήθεια, που την παρέχει ο φιλεύσπλαχνος πολίτης και αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ο «ειδικός» της «ανθρωπιστικής βοήθειας». Οπως οι κλασικοί θεωρητικοί του φιλελευθερισμού, ο Τζον Λοκ και ο Ανταμ Σμιθ, είχαν τονίσει εδώ και κάποιους αιώνες, αυτού του είδους ο «ανθρωπισμός» αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα μιας κοινωνικής συνθήκης που βασίζεται στους απρόσωπους μηχανισμούς της «ελεύθερης αγοράς». Η σημερινή άνθιση των ΜΚΟ δεν αποτελεί παρά την άλλη όψη της παντοδυναμίας του νεοφιλελευθερισμού, με μια γερή δόση εργαλειακής χρήσης που στοχεύει στην εξυπηρέτηση των γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων των ισχυρών του πλανήτη.

Δεν είναι λοιπόν διόλου ουδέτερος ο χαρακτηρισμός μιας κατάστασης κοινωνικής κρίσης και καταστροφής ως «ανθρωπιστικής» για τον πολύ απλό λόγο ότι αυτός ο όρος αποκρύπτει τα κοινωνικά και πολιτικά αίτια αυτής της κατάστασης και στρέφει την προσοχή στην επιφάνεια, στις συνέπειες αυτών των αιτιών. Η επίκληση του συναισθήματος και του αυτονόητου «ανθρωπιστικού» αντανακλαστικού λειτουργεί ως ένας ισχυρός μηχανισμός αποπολιτικοποίησης του προβλήματος και εγκλωβισμού των εμπλεκόμενων υποκειμένων στους προκαθορισμένους ρόλους του (παθητικού) θύματος και του εφήμερου (μικρο)ευεργέτη.

Γι αυτό και προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση η συστηματική χρήση αυτού του όρου από ένα κόμμα της Αριστεράς όταν προτείνει ένα πλαίσιο αντιμετώπισης της καταστροφής που έχουν προκαλέσει στη χώρα μας οι μνημονιακές πολιτικές. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μέτρα όπως η αποκατάσταση του ρεύματος σε νοικοκυριά, συσσίτια, και, πάνω απ’όλα ίσως, εξασφάλιση αξιοπρεπούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης είναι απόλυτα απαραίτητα και επείγοντα. Αυτό που προτείνεται εξ’αλλου είναι η ανάληψη του κόστους και της ευθύνης της υλοποίησής τους από την πολιτεία και όχι από κάποια ΜΚΟ. Γιατί να χαρακτηρίζονται όμως όλα αυτά «πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης»; Δεν δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο ο αναπόφευκτος συνειρμός ότι δέκτες τους είναι κάποιοι «άποροι», τα ανήμπορα θύματα της παρούσας κατάστασης και όχι συμπολίτες μας, «δικοί μας» άνθρωποι, υποκείμενα με όλη τη σημασία της λέξης που ένα αριστερό κόμμα στοιχεύει να εκπροσωπήσει και αντιμετωπίσει ως μια δύναμη κοινωνικής αλλαγής;

Αυτό σημαίνει ότι αυτά τα μέτρα, των οποίως ουδείς αμφισβητεί την αναγκαιότητα, πρέπει να κατανοηθούν ως μέρος ενός συνόλου που στοχεύει στην ενεργοποίηση της κοινωνίας και την κατάκτηση δικαιωμάτων στην προοπτική της ανατροπής του βάρβαρου καθεστώτος των Μνημονίων. Η διαρκής επίκληση του «ανθρωπιστικού» τους χαρακτήρα τα απομονώνει από αυτήν την ευρύτερη πολιτική στόχευση και τείνει να τα εμφανίσει ως ένα είδος αναγκαστικής παρέκκλισης από ένα πλαίσιο που δεν αμφισβητείται επί της ουσίας. Γι αυτό και ο χαρακτηρισμός τους ως «πρώτη δέσμη επείγοντων μέτρων για την αντιμετώπιση της μνημονιακής καταστροφής» να ήταν πιο δόκιμος. Και να αντιστοιχούσε στον πρακτικό και μαχητικό ανθρωπισμό που εμπνέει όσους πιστεύουν ότι η αλλαγή του κόσμου μπορεί να επέλθει μόνο δια μέσου της αυτενέργειας και της στράτευσης των ίδιων των υποκειμένων.

*Δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» την Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014.

Παγκόσμια οικονομία: Προς γενικευμένη αστάθεια

c9ed3-86432-lapavitsasτου Κώστα Λαπαβίτσα

Η πρόσφατη αναστάτωση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές κατέδειξε την εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης που βρέθηκε στο επίκεντρο της αναταραχής. Στο άρθρο αυτό αναλύεται σύντομα η πορεία της παγκόσμιας και εντοπίζονται οι πιθανές αιτίες της επόμενης κρίσης. Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα, που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα την προηγούμενη εβδομάδα, θα αναλυθούν σε νέο άρθρο τις επόμενες μέρες.
Που βαδίζει η παγκόσμια οικονομία;
Η παγκόσμια αναταραχή έχει τις ρίζες της στη δομική κρίση του 2007-9, η οποία αντιμετωπίστηκε με κρατική παρέμβαση, χωρίς όμως να επέλθει και οριστική επίλυση των προβλημάτων που τη γέννησαν.  Το κράτος παρενέβη κυρίως με άφθονη παροχή ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες – με πρώτη την αμερικανική Φεντ – αλλά και με ενέσεις κεφαλαίου στο τραπεζικό σύστημα. Προς το τέλος του 2009 οι αγορές είχαν σταθεροποιηθεί, αλλά κίνδυνος παρέμενε τόσο έντονος ώστε η αμερικανική κυβέρνηση –  στην οποία φυσιολογικά έπεσε ο κλήρος να κρατήσει την παγκόσμια οικονομία όρθια – αναγκάστηκε να συνεχίσει την παροχή ρευστότητας σε τεράστιες ποσότητες, κρατώντας παράλληλα τα δημόσια επιτόκια συνεχώς κοντά στο 0%.
Το Μάιο του 2013 η Φεντ έκανε την πρώτη δειλή ανακοίνωση ότι σταδιακά θα περιορίσει τη ρευστότητα και άρα κάποια στιγμή τα επιτόκια θα αρχίσουν να κινούνται ανοδικά. Στους δεκαοκτώ μήνες που πέρασαν από τότε αυξήθηκε βαθμιαία η ένταση στις αγορές, αλλά παράλληλα συνεχίστηκε η κερδοσκοπική αξιοποίηση της φθηνής ρευστότητας. Φάνηκε δηλαδή για μια ακόμη φορά πόσο βαθιά είναι η παθογένεια και το αδιέξοδο του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού της εποχής μας. Η αναταραχή της προηγούμενης εβδομάδας έδωσε τα πρώτα σημάδια της επόμενης κρίσης που πιθανόν να αντιμετωπίσει η παγκόσμια οικονομία, η οποία έχει δύο βασικές αιτίες.
Η πρώτη είναι ότι στα πέντε χρόνια από το 2009 και μετά η καρδιά της παγκόσμιας οικονομίας – ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία – δεν έχει δείξει απολύτως κανέναν αναπτυξιακό δυναμισμό. Η κερδοφορία του κεφαλαίου ανέκαμψε, καθώς οι πραγματικοί μισθοί δέχτηκαν εντονότατες πιέσεις προς τα κάτω, αλλά ο πυρήνας του ώριμου καπιταλισμού παρέμεινε ουσιαστικά σε στασιμότητα. Ακόμη και οι πλέον βαρύγδουποι εκφραστές της επίσημης οικονομικής σκέψης στις ΗΠΑ άρχισαν να μιλούν για μια ‘νέα κανονικότητα’ που θα είναι η έλλειψη ανάπτυξης. Τα αποτελέσματά της θα είναι φυσικά η αδυναμία της απασχόλησης, τα χαμηλά εισοδήματα, η συνεχιζόμενη φθορά των βασικών υποδομών, η περαιτέρω υποχώρηση του κράτους πρόνοιας και η διευρυνόμενη ανισότητα. Η ροπή προς τη στασιμότητα βρίσκεται πίσω και από την τάση αποπληθωρισμού – που παίρνει ήδη τη μορφή πτώσης των τιμών – εξέλιξη που έχει ιστορικά αποδειχθεί καταστρεπτική για την καπιταλιστική οικονομία. Αν προσθέσουμε και τον πολιτικό αυταρχισμό που γίνεται ολοένα και εντονότερος, η εικόνα η οποία αναδύεται είναι τρομακτική.
Η μόνη πηγή δυναμισμού στην παγκόσμια οικονομία κατά το διάστημα αυτό ήταν οι αναπτυσσόμενες χώρες και κυρίως η Κίνα, όπου η ανάπτυξη συνέχισε να σημειώνει υψηλούς ρυθμούς. Η Κίνα λειτούργησε και ως μεγάλη αγορά για τα προϊόντα μιας σειράς αναπτυσσομένων χωρών, όπως η Βραζιλία και χώρες της Αφρικής. Όμως, η υποχώρηση του κινεζικού ρυθμού ανάπτυξης από το 10,5% το 2010 στο 7,5% το 2014 και ίσως στο 7% του 2015 σηματοδοτεί μια μεγάλη αλλαγή: οι ρυθμοί ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες χώρες υποχώρησαν έντονα το 2013-14 και αν το επόμενο διάστημα παρουσιάσουν στασιμότητα και οι αναπτυσσόμενες χώρες,  τότε η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να οδηγείται σε ένα τέλμα χωρίς προηγούμενο.
Η δεύτερη αιτία είναι ότι τα πέντε χρόνια από το 2009 και μετά η χρηματιστικοποίηση συνεχίστηκε και εντάθηκε απορροφώντας πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Ο κυριότερος μοχλός χρηματιστικοποίησης ήταν η παροχή άφθονης κρατικής ρευστότητας, η οποία ξεπέρασε τα $7τρις σε ολόκληρο τον κόσμο υπό την καθοδήγηση της Φεντ, της οποίας ο ισολογισμός έφτασε αισίως τα $4,5τρις. Στην ουσία οι κεντρικές τράπεζες απορρόφησαν τις διατραπεζικές αγορές και αφαίρεσαν το παραδοσιακό περιεχόμενο από τις εμπορικές διατραπεζικές πράξεις ρευστότητας. Για τις τράπεζες και τις υπόλοιπες χρηματοπιστωτικές εταιρείες η πηγή ρευστότητας έγινε μία, αστείρευτη και πάμφθηνη: η κεντρική τράπεζα βασισμένη στη δημόσια πίστη.
Το αποτέλεσμα ήταν, αφ’ ενός, να συσσωρευτούν τεράστια ποσά ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που δεν κατέληγαν στην πραγματική οικονομία, η οποία δεν έδειχνε κανέναν δυναμισμό. Τα ποσά αυτά, αφ’ ετέρου, ενίσχυσαν την αφανή πλευρά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τις λεγόμενες ‘σκιώδεις’ τράπεζες που είναι ισχυρότατες στις ΗΠΑ, αλλά και πλήθος από χετζ φαντς και άλλους ‘επενδυτές’ τέτοιου τύπου. Το φθηνό κρατικό χρήμα και τα χαμηλά επιτόκια ώθησαν τον συρφετό αυτόν σε αναζήτηση υψηλών αποδόσεων παγκοσμίως, με ιδιαίτερη έμφαση στις αναπτυσσόμενες χώρες που φαίνονταν να έχουν κάποιον δυναμισμό. Η εισροή κεφαλαίων επέτεινε τη χρηματιστικοποίηση των αναπτυσσομένων χωρών δημιουργώντας φαινόμενα υπερεπέκτασης του δανεισμού σε πολλές απ’ αυτές. Η πρόσφατη Μελέτη της Γενεύης για το 2014 δείχνει ότι το συνολικό παγκόσμιο χρέος των μη-χρηματοπιστωτικών εταιρειών διογκώθηκε από περίπου 195% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2009 σε περίπου 215% το 2013.
Ο συνδυασμός προϊούσας στασιμότητας και διευρυνόμενου χρέους είναι δυνάμει εκρηκτικός και αποτελεί την κύρια πηγή κρίσης για την παγκόσμια οικονομία.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη η εμφάνιση τάσεων ανταγωνισμού στις διεθνείς ισοτιμίες. Τα χρόνια μετά την κρίση οι κεντρικές ισοτιμίες της παγκόσμιας αγοράς παρέμειναν σχετικά σταθερές, πράγμα που συνέβαλλε στη σταθεροποίηση του συστήματος συνολικότερα. Από το 2013 όμως το ιαπωνικό γεν υποχωρεί συστηματικά, δεδομένου ότι η κυβέρνηση Άμπε έχει διακηρυγμένη πολιτική ανόδου το πληθωρισμού σε μια προσπάθεια τόνωσης της εγχώριας ζήτησης. Το ευρώ επίσης παρουσιάζει τάσεις υποχώρησης εδώ και μήνες καθώς υπάρχει η προσδοκία από πλευράς χρηματοπιστωτικών αγορών ότι η ΕΚΤ θα υιοθετήσει νομισματική χαλάρωση. Κανείς δε γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί με το κινεζικό γουάν το επόμενο διάστημα καθώς η χρήση του γίνεται ολοένα και ευρύτερη. Αν υπάρξει περίοδος πολέμου στις ισοτιμίες τα πράγματα θα γίνουν εξαιρετικά δύσκολα για μια παγκόσμια οικονομία που δεν έχει δυναμισμό.
Δεν είναι καθόλου περίεργο λοιπόν που οι συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές σταδιακά έχουν γίνει εξαιρετικά τεταμένες, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η διακηρυγμένη απόφαση της Φεντ να περιορίσει τη δημόσια ρευστότητα. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς θα αποκαλυφθεί εάν και όταν οι δραστηριότητες των ‘σκιωδών’ επενδυτών έρθουν στο φως. Παράλληλα, είναι βέβαιο ότι οι διατραπεζικές αγορές έχουν χάσει μεγάλο μέρος της ικανότητάς τους να γενούν ρευστότητα, αφού τόσον καιρό στηρίζονται στην κρατική. Στο κλίμα αυτό ήταν αρκετές ορισμένες προβληματικές ειδήσεις για την πορεία των μεγεθών της παγκόσμιας οικονομίας για να γενικευτεί η αστάθεια την προηγούμενη εβδομάδα, να επέλθει ραγδαία υποχώρηση των χρηματιστηρίων, να εκτοξευτεί η ‘μεταβλητότητα’ των αποδόσεων και να εξαπλωθεί φόβος.
Η επίμονη κρίση της Ευρωζώνης
Την πρωτοκαθεδρία στην αστάθεια είχε φυσικά η Ευρωζώνη, η οποία πλήττεται από την αποτυχίας της νομισματικής ένωσης. Η κρίση της ΟΝΕ το 2010-12 αντιμετωπίστηκε μεταφέροντας το κόστος εξ ολοκλήρου στην περιφέρεια, επιβάλλοντας σκληρή λιτότητα και μειώνοντας το εργατικό κόστος. Τα δημοσιονομικά της περιφέρειας σταθεροποιήθηκαν με τεράστιο κόστος, καθώς η λιτότητα προκάλεσε βαθύτατη ύφεση και χειροτέρεψε το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ. Παράλληλα, κάτω από γερμανική πίεση, η ΟΝΕ έγινε ακόμη πιο σκληρή στα θέματα της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ απορρίφθηκε χωρίς συζήτηση η προοπτική ‘αμοιβαιοποίησης’ του δημόσιου χρέους. Η νομισματική ένωση έχει εξελιχθεί σε μια μέγγενη που φέρνει ασφυξία σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Το τραγικό ήταν ότι η καταστροφή της περιφέρειας δεν έφερε τη λύση, παρά τα όσα φαντάζονταν τα σοφά μυαλά των Βρυξελλών και του Βερολίνου, γιατί η δομική δυσλειτουργία της Ευρωζώνης δεν προήλθε από τα προβληματικά δημόσια οικονομικά της περιφέρειας, αλλά από τη δεκαπενταετή καθήλωση των ονομαστικών μισθών στη Γερμανία.  Οι καθηλωμένοι μισθοί έδωσαν ένα τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο γερμανικό κεφάλαιο μέσα στην Ευρωζώνη, εφόσον δεν υπήρχε η δυνατότητα υποτίμησης για τους κύριους εμπορικούς εταίρους της Γερμανίας. Η Γερμανία σημείωσε ένα τεράστιο άλμα στο λόγο των εξαγωγών προς το ΑΕΠ: το 2013 έφτασε το 51%, ενώ της Κίνας ήταν μόλις 26%. Την ίδια χρονιά το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών ήταν $274δις – το μεγαλύτερο στον κόσμο – ενώ της Κίνας ήταν $183δις.
Ταυτόχρονα, η οικονομία της Γερμανίας είναι επισφαλής ακριβώς διότι η εμπορική της κυριαρχία στηρίζεται σε χαμηλούς μισθούς και όχι στις επενδύσεις, ή στην άνοδο της παραγωγικότητας. Η εγχώρια ζήτηση παραμένει εξαιρετικά ασθενής και η μόνη πηγή ανάπτυξης είναι οι εξαγωγές, για τις οποίες δεν υπάρχει φυσικά καμία βεβαιότητα. Κυριαρχώντας στην Ευρωζώνη, η Γερμανία έχει μεταβληθεί σε νεομερκαντιλιστικό φρούριο που απορροφά ζήτηση από ολόκληρο τον κόσμο, καθώς η παγκόσμια οικονομία οδεύει προς τη στασιμότητα. Πραγματικά πρόκειται για μια πολιτική που οδηγεί στη χρεοκοπία του γείτονα, αφού πρώτα φέρει φτώχεια στον εγχώριο πληθυσμό.
Το γερμανικό εξαγωγικό κεφάλαιο και οι γερμανικές τράπεζες δεν έχουν φυσικά κανένα κίνητρο να αλλάξουν την πολιτική αυτή. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η γερμανική πολιτική δημιουργεί τεράστια προβλήματα στη Γαλλία και την Ιταλία, οικονομίες που πλέον έχουν μεγάλο ανταγωνιστικό έλλειμμα και πνίγονται μέσα στην Ευρωζώνη. Ταυτόχρονα η γερμανική οικονομία οδεύει προς την ύφεση το 2014-15, καθώς η εγχώρια ζήτηση είναι πολύ αδύναμη. Εν ολίγοις, η κρίση της Ευρωζώνης έχει μετατραπεί σε σιγανή φωτιά που πλέον κατατρώει τις χώρες του πυρήνα.
Αξίζει να τονιστεί ότι, όσοι νομίζουν πως η λύση για την Ευρωζώνη μπορεί να βρεθεί με γαλλικό ή ιταλικό ‘αντάρτικο’ κατά της λιτότητας,  καθώς για παράδειγμα η Γαλλία αρνήθηκε να φέρει το έλλειμμα της στο 3% του ΑΕΠ το 2015, αλλά θα πάρει μέχρι το 2017, απλώς δεν έχουν κατανοήσει τη φύση του προβλήματος. Λύση θα επέλθει μόνο αν η ίδια η Γερμανία αλλάξει πολιτική μισθών και δημοσιονομικής ισορροπίας απαλείφοντας έτσι το δομικό κενό ανταγωνιστικότητας μέσα στην ΟΝΕ. Είναι προφανές ότι αυτό θα συμβεί μόνο μετά από βαθιά κοινωνική αλλαγή στη Γερμανία. Για την ώρα δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι είναι εφικτή.
Στο πλαίσιο αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που η διάχυτη ένταση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές εκδηλώθηκε με έντονη δυσπιστία προς την Ευρωζώνη. Ειδικά την προηγούμενη εβδομάδα η μεταβλητότητα των ισπανικών και ιταλικών αποδόσεων στα ομόλογα εκτοξεύτηκε και οι τιμές μετοχών σημείωσαν κάθετη πτώση. Ταυτόχρονα σημειώθηκε στροφή των χρηματοπιστωτικών αγορών προς τα γερμανικά ομόλογα (αλλά και τα γαλλικά για τα οποία υπάρχει η αίσθηση ότι θα συνεχίσουν να αποπληρώνονται κανονικά) ως καταφύγιο ασφαλείας. Δεν υπήρξε βέβαια επιστροφή στις μέρες του 2010-12,  αλλά έγινε φανερό ότι η Ευρωζώνη παραμένει η κύρια περιοχή αστάθειας στην παγκόσμια οικονομία. Την τιμητική της είχε και πάλι η Ελλάδα.
Δύσκολες επιλογές
Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων κατέδειξαν με ενάργεια το πνιγηρό αδιέξοδο που πλέον αντιμετωπίζει ο χρηματιστικοποιημένος καπιταλισμός της εποχής μας. Είναι απαραίτητο να ειπωθεί ότι αυτό που συνέβη ήταν απλώς ένας σπασμός που αποκάλυψε τη φύση της παγκόσμιας αστάθειας. Ακόμη και η άνοδος των ελληνικών επιτοκίων, τα οποία έφτασαν το 9%, δεν είχε καμία σχέση με το 2010-12, όταν τα επιτόκια ξεπερνούσαν το 30%. Η κατάσταση πιθανώς θα σταθεροποιηθεί το αμέσως επόμενο διάστημα, κυρίως γιατί οι κεντρικές τράπεζες θα δράσουν καθησυχαστικά όσον αφορά τις επικείμενες αυξήσεις των επιτοκίων. Αλλά οι οιωνοί είναι σαφείς: οι πιέσεις εντός της παγκόσμιας οικονομίας πλησιάζουν το σημείο έκρηξης, η προοπτική χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι πραγματική και η Ευρωζώνη κινδυνεύει να βρεθεί στο επίκεντρό της.
Στο πλαίσιο αυτό τα περιθώρια παρέμβασης του αμερικανικού δημοσίου  είναι πλέον πολύ περιορισμένα. Η νομισματική πολιτική έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της καθώς ο ισολογισμός της Φεντ έχει ήδη γιγαντωθεί, ενώ τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια για πέντε χρόνια δεν κατάφεραν να οδηγήσουν σε επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Σε περίπτωση κρίσης είναι πιθανό ότι θα τεθεί ευθέως θέμα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και γενικευμένης κρατικής παρέμβασης στις υποδομές και στην παραγωγή. Είναι επίσης πιθανό ότι θα τεθεί ξανά θέμα δομικού ελέγχου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τέτοιες δράσεις θα φέρουν αναπόφευκτα μεγάλες κοινωνικές εντάσεις θέτοντας σε αμφισβήτηση την πορεία της χρηματιστικοποίησης και άρα η υιοθέτησή τους δεν θα είναι καθόλου απλή υπόθεση.
Στην Ευρώπη τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Από τεχνικής πλευράς, τα περιθώρια παρέμβασης της ΕΚΤ είναι τεράστια κυρίως γιατί ο κ. Ντράγκι, παρά τα όσα πιστεύονται, έχει σημαντικά περιορίσει την παροχή ρευστότητας από το 2012 και μετά, όπως μπορούν να πιστοποιήσουν και οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες δανείζονται όλο και λιγότερη ρευστότητα από το Ευρωσύστημα. Η σταθεροποίηση που επέφερε ο κ. Ντράγκι με το περίφημο ‘θα κάνω ό, τι χρειαστεί’ του 2012 οφειλόταν καθαρά στην απειλή που εμπεριείχε για τους κερδοσκόπους. Η ΕΚΤ μπορεί δυνάμει να αγοράσει πολύ μεγάλες ποσότητες ομολόγων, αλλά η δράση της περιορίζεται από το καταστατικό της, το οποίο και αντανακλά τη βασική λογική της ΟΝΕ.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν παρέμβει μαζικά στις δευτερογενείς αγορές ο κ. Ντράγκι, όπως δεσμεύτηκε ότι κάνει μετά το 2012, αν και δεν υπάρχει ξεκάθαρη νομική βάση για τέτοια παρέμβαση, θα πρέπει να ‘αποστειρώσει’ τις αγορές του απορροφώντας άλλα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών. Η προοπτική δε ότι θα παρέμβει εκτενώς στις πρωτογενείς αγορές σε μια προσπάθεια δημιουργίας ρευστότητας (‘ποσοτικής χαλάρωσης’) αντίστοιχης της Φεντ ελάχιστα πείθει δεδομένης της απόλυτα αρνητικής στάσης της Γερμανίας. Αλλά και αυτό αν γίνει, το θεμελιώδες πρόβλημα της ΟΝΕ δεν θα έχει λυθεί, όπως ήδη αναλύθηκε παραπάνω.
Αξίζει να τονιστεί ότι όσοι (κυρίως στην Αριστερά, αλλά και στο Κέντρο και στη Δεξιά) νομίζουν ότι είναι απλώς θέμα χρόνου να γίνει αντιληπτή η ‘αδήριτη ανάγκη’ της νομισματικής επέκτασης από πλευράς ΕΚΤ και της χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής δεν εκτιμούν ορθά τη φύση της ΟΝΕ. Η υποτιθέμενη ‘ανάγκη’ μπορεί να είναι μεγάλη, αλλά ακόμη μεγαλύτεροι είναι οι περιορισμοί που θέτει η ΟΝΕ απαγορεύοντας την ανάληψη του χρέους μιας χώρας από άλλη. Το ευρώ δεν είναι ένας απλός μανδύας πάνω στο σώμα της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως πολλοί αρέσκονται να πιστεύουν, αλλά ένας πραγματικός περιορισμός για τα κράτη-μέλη. Η δε ΟΝΕ είναι μια διακρατική συμφωνία 17 ανεξάρτητων κρατών και όχι ένα βήμα προς το σχηματισμό ενιαίου ‘ευρωπαϊκού’ κράτους. Είναι πιθανότερο η ΟΝΕ να διαρραγεί παρά να υπάρξει γενικευμένη νομισματική και δημοσιονομική χαλάρωση που θα επέβαλλε στη Γερμανία το κόστος των αποφάσεων άλλων χωρών.
Τις συνέπειες για τη χώρα που μας ενδιαφέρει άμεσα, την Ελλάδα, η οποία μάλιστα φαίνεται να οδεύει προς μεγάλη πολιτική αλλαγή, θα τις εξετάσουμε τις επόμενες μέρες.

Κώστας Λαπαβίτσας: Η κριτική της κυβέρνησης στον ΣΥΡΙΖΑ είναι εκτός τόπου και χρόνου

«ΧΩΡΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ»

lapavitsas-synenteuxi7635

αναδημοσίευση από http://www.newpost.gr

Συνέντευξη στη Βασιλική Σιούτη

Ο Κώστας Λαπαβίτσας, ο έλληνας οικονομολόγος που ζει και διδάσκει στο Λονδίνο, έχει ταράξει πολλές φορές τα νερά με τις θέσεις που διατυπώνει από την αρχή της κρίσης.

Το 2010 μίλησε για την αναγκαιότητα δημιουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του Χρέους καθώς, όπως υποστηρίζει, πρέπει να ερευνηθεί το ποιοι και πώς δημιούργησαν αυτό το δυσβάσταχτο χρέος και ο  ελληνικός λαός να μάθει όλη την αλήθεια – θέση, στην οποία επιμένει και σήμερα και πιστεύει ότι πρέπει να είναι μέσα στις πρώτες προτεραιότητες μιας αριστερής κυβέρνησης. Ο Κώστας Λαπαβίτσας έχει ξεκάθαρα δηλώσει από την αρχή της κρίσης, πως δεν πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να βγει από τον φαύλο κύκλο στον οποίο έχει βρεθεί, όσο παραμένει στην Ευρωζώνη.

Στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κριτικά, καθώς διατυπώνει αρκετές επιφυλάξεις.  Το ίδιο έκανε και τώρα, γράφοντας ένα άρθρο στην προσωπική του ιστοσελίδα, για μια πρώτη αποτίμηση των προγραμματικών δηλώσεων του ΣΥΡΙΖΑ,  το οποίο προκάλεσε πολλές συζητήσεις.

Στη σημερινή του συνέντευξη δηλώνει ότι η κυβέρνηση αυτή πρέπει να φύγει, καθώς «Μεγαλύτερος εσμός αποτυχημένων δεν έχει κυβερνήσει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια». Λέει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εκφράσει την αλλαγή, αλλά δεν θέλει μία οποιαδήποτε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μια κυβέρνηση με συγκροτημένο πρόγραμμα και αριστερής κατεύθυνσης.  Όσο για την κριτική που ασκεί η κυβέρνηση στο ΣΥΡΙΖΑ και ειδικά στις προγραμματικές του δηλώσεις,  υποστηρίζει ότι  αυτή «είναι εκτός τόπου και χρόνου».

-Το πρόσφατο άρθρο σας,  με το οποίο κάνατε αποτίμηση των μέτρων που ανακοίνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ προκάλεσε πολλά σχόλια και συζητήσεις. Εσείς τελικά συμφωνείτε, διαφωνείτε ή απλώς εκφράζετε κάποιες επιφυλάξεις; 

«Δεν μπορεί να απορρίψει κανείς αυτά που είπε ο ΣΥΡΙΖΑ, σοβαρές επιφυλάξεις όμως μπορεί να διατυπώσει, με βάση τα όσα ανακοίνωσε».

-Ο ΣΥΡΙΖΑ είπε ότι δεν πρόκειται για πρόγραμμα αριστερής κυβέρνησης, ούτε καν για κυβερνητικό πρόγραμμα, αλλά για μέτρα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης και επανεκκίνησης της οικονομίας. Εσείς συμφωνείτε με αυτή την εκτίμηση ή θεωρείτε ότι πρέπει να υπάρξει άλλη προτεραιότητα;  

«Η προτεραιότητα είναι απολύτως σωστή.  Στο βιβλίο που θα παρουσιάσω σε λίγες μέρες,  με το οποίο θα καταθέσω την πρότασή μου για ένα ριζοσπαστικό οικομικο-πολιτικό πρόγραμμα ξεκινάω κι εγώ με το ίδιο πράγμα. Η προτεραιότητα είναι αναμφισβήτητα η  ανακούφιση όσων έχουν πληγεί από την ανθρωπιστική κρίση, καθώς και η επανεκκίνηση της οικονομίας. Πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την ανεργία, τη στέγαση, για την ηλεκτροδότηση όλων των νοικοκυριών. Πρέπει επίσης να ληφθούν άμεσα μέτρα για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτά είναι απολύτως σωστά πράγματα».

-Αυτά τα μέτρα, δεν θα μπορούσε να τα πάρει και μία λαϊκή κεντροδεξιά κυβέρνηση ή μια κεντρώα αν την ενδιέφερε να ανακουφίσει κάπως τα κοινωνικά στρώματα που πλήττονται περισσότερο; 

«Για να έχουν λοιπόν νόημα όλα αυτά σε μια αριστερή κατεύθυνση, πρέπει να ενταχθούν σε μία σειρά βημάτων και  χειρισμών, όπως υπονοούν και κάποια από αυτά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει να ενταχθούν σε ένα πλαίσιο όπου η Ελλάδα θα προχωρήσει δυναμικά στην τακτοποίηση του χρέους της, δηλαδή με διαγραφή, καθώς και στην άρση της λιτότητας. εθνικοποίηση των τραπεζών και μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα ανάπτυξης. Αυτά πρέπει να τα δούμε.  Να μας καταθέσει λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ το πρόγραμμά του για να καταλάβουμε την στρατηγική του».

-Από αυτά που ανακοινώθηκαν, πάντως, δεν αμφισβητήθηκε το πλαίσιο της λιτότητας καθώς και της Ευρωζώνης. 

«Άρση της λιτότητας με επιδίωξη ισοσκελισμένων προϋπολογισμών δυστυχώς δε γίνεται».

-Δηλαδή λέτε ότι από αυτά που ανακοίνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί κανείς να συμπεράνει με ασφάλεια ότι πρόκειται για πρόγραμμα αριστερής κυβέρνησης;

«Μα δεν υπάρχει καν πρόγραμμα. Δεν μας το έχουν δείξει. Μπορεί να υπάρχει, αλλά δεν το έχουμε δει. Να το δούμε και να το αξιολογήσουμε.  Αυτά είναι μέτρα που απαλύνουν την ανθρωπιστική κρίση και μέτρα επανεκκίνησης της οικονομίας. Συμφωνώ ότι είναι απαραίτητα. Από μόνα τους δεν συνιστούν αριστερή πολιτική και από μόνα τους, χωρίς να είναι ενταγμένα σε ένα συνολικό πρόγραμμα, δεν πείθουν κιόλας».

-Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται αν θα είναι αριστερή ή όχι η κυβέρνηση, αλλά αν θα πάρει μια ανάσα.

«Σαφώς, αυτό είναι κατανοητό, αλλά για να πείσουν, ακόμα και αυτά τα μέτρα, πρέπει να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Δεν μπορεί να μας λέει ότι θα πάρει 6 δισεκατομμύρια από τη φοροδιαφυγή και τη συλλογή απλήρωτων φόρων μέσα σε ένα χρόνο…»

-Εννοείτε ότι δεν πείθει ότι θα βρει τα χρήματα αυτά από τις πηγές που λέει;

«Ακριβώς, γιατί δεν υπάρχουν μελέτες και δεν εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα.  Δεν είναι μόνο θέμα να του βάλουμε ταμπέλα, αριστερό ή δεξιό -εγώ φυσικά το θέλω αριστερό,  αλλά να καταλάβουμε επίσης πως θα το στηρίξουν».

-Τα έντεκα και κάτι δισεκατομμύρια επαρκούν για να στηρίξουν μέτρα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και την επανεκκίνηση της οικονομίας; 

«Η άποψή μου είναι πως πρόκειται για το ελάχιστο που πρέπει να γίνει αυτή τη στιγμή.  Αυτά τα μέτρα είναι άμεσης παρέμβασης, δεν είναι επαναλαμβανόμενα εξάλλου, με την εξαίρεση του Προγράμματος Απασχόλησης που προβλέπεται για μια διετία».

-Η κυβέρνηση, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ,  σχολιάζοντας όσα εξήγγειλε ο Αλέξης Τσίπρας στη ΔΕΘ, μίλησαν για μαξιμαλισμούς, για παροχολογία και για λαϊκισμό.

«Αυτά είναι ανοησίες. Δεν πρόκειται καθόλου για μαξιμαλισμό.  Η Ελλάδα έχει 27% ανεργία. Ο ισχυρισμός ότι είναι υπερβολικό ένα πρόγραμμα 11-12 δισεκατομμυρίων ευρώ, που μάλιστα υποτίθεται ότι είναι πλήρως κοστολογημένο από υπάρχουσες πηγές, είναι για γέλια.  Χρειάζεται εντονότατη τόνωση της ζήτησης τη στιγμή αυτή, για να μπορέσει να ξαναβρεί ο κόσμος δουλειά».

-Η κριτική της κυβέρνησης δηλαδή κατά τη γνώμη σας είναι λάθος; 

«Η κριτική της κυβέρνησης στον ΣΥΡΙΖΑ είναι εκτός τόπου και χρόνου. Αυτά που λέει ο Γκίκας Χαρδούβελης, ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι η προσφορά, ότι δεν πάει καλά ο τομέας της παραγωγής και πρέπει πρώτα αυτόν να ανασυντάξουμε και ότι δεν είναι θέμα ζήτησης, είναι εσφαλμένα.  Η πλευρά της προσφοράς δε βελτιώνεται από μόνη της,  όταν η ζήτηση είναι καταρρακωμένη. Δεν βελτιώνεται η προσφορά όταν ο κόσμος πεινάει και δεν μπορεί να πληρώσει το ρεύμα. Χρειάζεται τόνωση της ζήτησης για να μπορέσει παράλληλα να βελτιωθεί και η προσφορά».

-Ο κ.Χαρδούβελης πού νομίζει ότι μπορεί να οδηγήσει αυτή η κατάσταση;

«Εγώ προσωπικά εκπλήσσομαι ότι μπορεί οικονομολόγοι με σοβαρές σπουδές, τριβή και πείρα, να πιστεύουν ότι με την ακολουθούμενη πολιτική σε εύλογο χρονικό διάστημα θα έχουμε σοβαρή ανάκαμψη.  Είναι δυνατόν να πιστεύει έμπειρος οικονομολόγος τέτοιο πράγμα;».

-Δηλαδή μπορεί τα πράγματα να γίνουν ακόμα χειρότερα; 

«Η ύφεση τελειώνει, αλλά το πιθανότερο είναι ότι θα μπούμε σε μία περίοδο με χαμηλή και ασταθή ανάπτυξη  η οποία δεν θα αρκεί για να αυξηθούν τα εισοδήματα και να μειωθεί σοβαρά η φτώχεια και η ανεργία.  Άρα λοιπόν αυτά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ για την ανάγκη άμεσης παρέμβασης είναι σωστά. Το θέμα είναι να ενταχθούν σε ένα κοστολογημένο πρόγραμμα – το οποίο εγώ προσωπικά θα ήθελα να σκοπεύει στην κοινωνική αλλαγή υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, δηλαδή να είναι και αριστερό».

-Ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι θα διαπραγματευθεί σκληρά για το χρέος.

«Πολύ καλά κάνει και επικεντρώνεται στο χρέος γιατί η Ελλάδα αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μία κατάσταση που μπορούμε να την ονομάσουμε υποδούλωση χρέους. Δηλαδή όλη της η οικονομική πολιτική καθορίζεται από το χρέος.  Δεν είναι μόνο το βάρος που θα σηκώνουμε στο μέλλον για το χρέος, τα 8 δισεκατομμύρια περίπου το χρόνο, είναι ότι όλη η οικονομική μας δραστηριότητα θα γυρίζει γύρω από το χρέος. Για αυτό έχουμε αυτή την πολιτική άγριας λιτότητας, γι’ αυτό κυνηγάνε τα πλεονάσματα, γι’ αυτό ανεβαίνει η φορολογία, γι’ αυτό μειώνονται οι κρατικές δαπάνες, γι’ αυτό έχει καταστραφεί το κράτος πρόνοιας.  Αυτή είναι λοιπόν η κατάσταση και ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι θα διαπραγματευθεί σκληρά. Πρώτα, να μας εξηγήσουν τι εννοούν όταν λένε σκληρά.  Είναι καιρός να μας πούνε ποια βέλη έχουν στη φαρέτρα τους.  Και δεδομένου μάλιστα ότι επιδιώκουν λύση εντός της Ευρωζώνης, όπως λένε ξεκάθαρα.  Να μας εξηγήσουν λοιπόν μέσα σε αυτό το πλαίσιο ποια είναι τα όπλα που θα χρησιμοποιήσουν».

-Εννοείτε από τη στιγμή που δεν χρησιμοποιούν ούτε ως «απειλή» την έξοδο από την Ευρωζώνη;

«Και την παύση πληρωμών.., τις μονομερείς ενέργειες.  Αφού λοιπόν τα αποκλείουν αυτά, τότε ποια άλλα όπλα έχουν για τη διαπραγμάτευση; Αυτά πρέπει να τα ακούσουμε.  Επίσης πρέπει να μας πει ο ΣΥΡΙΖΑ τι θα κάνει με το πλαίσιο συνθηκών και άλλων συμβατικών υποχρεώσεων της λιτότητας, οι οποίες δένουν την Ελλάδα. Θα σταματήσει να επιδιώκει πλεονάσματα;».

-Δεν έχει πει κάτι τέτοιο ο ΣΥΡΙΖΑ.

«Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πάρει ξεκάθαρη θέση για την υποχρέωση της Ελλάδας να βγάζει πλεονάσματα: 1,5% το 2014,  3% το 2015, και 4,5% το 2016. Θα τις απορρίψει αυτές τις δεσμεύσεις; Και αν τις απορρίψει, τι σημαίνει ατό όσο αφορά τη διαπραγμάτευση του χρέους;  Μπορεί να μας απαντήσει ο ΣΥΡΙΖΑ;».

-Σύμφωνα με τις δικές σας θέσεις, ποια ζητήματα θα προτάσσατε;

«Η Ελλάδα πρέπει να θέσει δυναμικά την απαίτηση για  διαγραφή του χρέους , χωρίς όμως, όπως κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, να βάζει ως απαραίτητη προϋπόθεση την «ευρωπαϊκή» λύση, δηλαδή την παραμονή στην Ευρωζώνη. Αν τεθεί αυτό εκ προοιμίου, η Ελλάδα αφοπλίζεται, κατά τη γνώμη μου. Αν πούμε από την αρχή ότι δεν υπάρχει θέμα εξόδου και παύσης πληρωμών, πηγαίνουμε άοπλοι στις διαπραγματεύσεις. Άρα θεωρώ ότι πρέπει να ξεκινήσει από το χρέος  και την ξεκάθαρη απόρριψη των συμβάσεων που επιβάλλουν τη λιτότητα. Να πει ότι ως κυβέρνηση δεν δεσμεύεται να ακολουθήσει την πολιτική πλεονασμάτων, αλλά και ότι δεν θα περιοριστεί σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς».

-Εσείς θεωρείτε απαραίτητη για την εφαρμογή ενός αριστερού κυβερνητικού προγράμματος και την εθνικοποίηση των τραπεζών;

«Χωρίς δημόσιες τράπεζες δεν μπορεί να υπάρξει πρόγραμμα ανασύνταξης της οικονομίας υπέρ του κόσμου της εργασίας, δηλαδή αριστερό πρόγραμμα»

-Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για μία δημόσια τράπεζα. 

«Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για μία Τράπεζα Ανάπτυξης, την οποία θα φτιάξει και για την οποία ακούμε ότι το κεφάλαιό της θα είναι ένα δισεκατομμύριο ευρώ που θα προέλθει  από τα χρήματα του ΤΧΣ.  Μια τέτοια τράπεζα δεν θα έχει επαρκές μέγεθος κατά την άποψή μου. Είναι μικρή».

-Αριστερή και φιλολαϊκή κυβέρνηση μπορεί να υπάρξει εντός της Ευρωζώνης με όλες αυτές τις συνθήκες που δένουν τα κράτη-μέλη  και τα υποχρεώνουν σε μια άλλη πολιτική; 

«Αν μία κυβέρνηση επιχειρήσει τη δυναμική διαγραφή του χρέους της, την αποκήρυξη της λιτότητας και των συνθηκών που δένουν την Ελλάδα χειροπόδαρα, την εθνικοποίηση των τραπεζών, την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης με ουσιαστικό τρόπο, καθώς και το πρόγραμμα δημιουργίας δημόσιων θέσεων εργασίας, θα συναντήσει άρνηση και θα αναγκαστεί να συγκρουστεί με την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα εξόδου από την ΟΝΕ».

-Είστε ο πρώτος που πρότεινε τη δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του χρέους. Δεν ακούμε τελευταία τίποτα για αυτό. Πόσο σημαντικό εξακολουθεί να είναι; Ή μήπως δεν είναι πια;

«Θεωρώ λάθος του ΣΥΡΙΖΑ που δεν αναδεικνύει το θέμα αυτό. Ο κόσμος πρέπει να μάθει πως δημιουργήθηκε το χρέος αυτό, τις συνέπειες του οποίου πληρώνει.  Πρέπει να δημιουργηθεί άμεσα μια επιτροπή που θα το διερευνήσει και θα δώσει λόγο δημόσια. Πρέπει να ενημερωθεί ο ελληνικός λαός και να αποδοθούν και οι ευθύνες εκεί που πρέπει. Είναι επίσης απαραίτητη αυτή η έρευνα για να συμβάλλει στην τεκμηρίωση του ποσοστού του χρέους που  θα ζητήσουμε να διαγραφεί. Είναι δηλαδή ένας βασικός μοχλός δημοκρατίας. Η διαγραφή δε μπορεί να γίνει με διαδικασίες που θα συμβούν μόνο μέσα στο κτίριο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. Πρέπει να υπάρξει λαϊκή συμμετοχή, να πέσει φως και να ξέρει ο κόσμος τι γίνεται».

-Στις επόμενες εθνικές εκλογές θα στηρίξετε ΣΥΡΙΖΑ ή όχι; 

«Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα πηγαίνει σε μια πολιτική αλλαγή. Όχι τόσο χάρη σε αυτά που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κυρίως λόγω αυτών που κάνει η κυβέρνηση. Μεγαλύτερος εσμός αποτυχημένων δεν έχει κυβερνήσει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.  Αυτή η κυβέρνηση πρέπει να φύγει και ο ΣΥΡΙΖΑ οπωσδήποτε θα σηκώσει το βάρος της πολιτικής αλλαγής, μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αριστερής κυβέρνησης.  Στο βαθμό αυτό οπωσδήποτε  θα έχει και τη δική μου στήριξη.  Πρέπει να φύγουν αυτοί που κυβερνάνε, αλλά στη θέση τους δε θέλουμε μια οποιαδήποτε κυβέρνηση.  Ούτε καν μια οποιαδήποτε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Θέλουμε μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που θα βγάλει τη χώρα από την κρίση, αλλά κυρίως θα αλλάξει την κοινωνική ισορροπία υπέρ των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Αυτό ενδιαφέρει εμένα ως αριστερό. Όχι απλώς αλλαγή της κυβέρνησης, αλλά λύση της κρίσης και αλλαγή της κοινωνικής ισορροπίας. Για αυτό και προσωπικά εξετάζω με πολλή προσοχή αυτά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ».

ΑΘΗΝΑΙΔΑ 2012  – ΔΕΘ 2014  Τα Βασικά Σενάρια αμφισβήτησης της Κυβέρνησης της Αριστεράς (Ι)

1186774_10203104922170071_574678204 final tel

του Βαγγέλη Πιλάλη*

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που αναπτύχθηκε την 1-6-2012 στον πολυχώρο της ΑΘΗΝΑΙΔΑΣ ήταν μια πάρα πολύ καλή βάση εκκίνησης στο επίπεδο των γενικότερων προσανατολισμών και των κεντρικών κατευθύνσεων του κόμματος, στα πλαίσια της «έκτακτης κατάστασης» ριζοσπαστικής μεταβολής πολιτικών συσχετισμών, στην χώρα.

Η ΑΘΗΝΑΙΔΑ ήταν εν πολλοίς ο προωθημένος προγραμματικός καμβάς του «υπαρκτού ΣΥΝ» του 3-5% εμπλουτισμένος με κάποιους πρόσθετους άξονες άμεσου προοδευτικού κυβερνητισμού σε συνθήκες μεταμνημονιακής εθνικής ανασυγκρότησης. Ένας προγραμματικός καμβάς που ενώ είχε ενδιαφέρουσες πλευρές στην επεξεργασία του, δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να «καλύψει»  τις νέες ιστορικές ανάγκες και προσδοκίες που δημιουργήθηκαν από την εκρηκτική διεύρυνση της εκλογικής βάσης της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Σήμερα -δύο χρόνια και τρείς μήνες μετά- το πρόγραμμα που εκφωνήθηκε και αναλύθηκε στον πολυχώρο της ΑΘΗΝΑΙΔΑΣ έχει ξεπεραστεί κατά πολύ από τα πράγματα, τόσο από τις πυκνές διεθνείς εξελίξεις (παγκόσμια γεωπολιτική αστάθεια και ανακατανομές ισχύος και σφαιρών επιρροής, αδυναμία συνεννόησης και συντονισμού των κυβερνήσεων και του εργατικού κινήματος του Ευρωπαϊκού Νότου πάνω σε ένα άλλο εναλλακτικό μοντέλο εφαρμοσμένης οικονομικής πολιτικής, απρόσκοπτη συνέχιση της χρηματοπιστωτικής «ελευθερίας»/ηγεμονίας σε Δύση και λιγότερο σε Ανατολή κ.α.) όσο και από τις εγχώριες (ύφεση αγωνιστικών κινητοποιήσεων και κινημάτων, ανυπαρξία σημαντικών πολιτικών-κοινωνικών μετώπων, συνέχιση του κυριαρχικού ελέγχου της πολιτικής κατάστασης από την εγχώρια οικονομική ελίτ).

Η ΑΘΗΝΑΙΔΑ λοιπόν και οι τότε διακηρύξεις «δεν λένε κάτι» σήμερα στην πληττόμενη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας η οποία από την μία προσπαθεί να επιβιώσει υπό τις συνθήκες των «διαρκών» μνημονίων και της «διαρκούς» λιτότητας και από την άλλη αναπτύσσει όλο και πιο έντονα την πολιτική  προσδοκία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να εισαγάγει άμεσα την Ελλάδα σε τροχιά πραγματικής ανάπτυξης-αναδιανομής και παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Οι συσσωρευμένες επιπτώσεις των πολιτικών της ύφεσης αλλά και η «ωρίμανση» του υπαρκτού ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτική δύναμη ριζοσπαστικής ανατροπής και εξουσίας δεν αφήνουν πλέον πολλά περιθώρια σε μια δυνητική Κυβέρνηση της Αριστεράς (ΚτΑ εφεξής) για προγραμματικές αοριστίες, ατεκμηρίωτες – ακοστολόγητες υποσχέσεις και γενικά οραματικά ή  μεταρρυθμιστικά προτάγματα.

Η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Πρόεδρό του να αναπτύξει διεξοδικά στην ελληνική κοινωνία και τους παραγωγικούς φορείς σημαντικά κομμάτια από το σχέδιο της εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής που θα εφαρμόσει η ΚτΑ.  Η εμφάνιση όμως αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στην παράθεση των επεξεργασμένων και ρεαλιστικών πλέον προτάσεών του αλλά πρέπει να ανατρέπει και να απαντά τεκμηριωμένα και συνεκτικά στον σκληρό, ιδεολογικό και πολιτικό πυρήνα των βασικών σεναρίων αμφισβήτησης που «κυκλοφορούν» σε σχέση με την αξιοπιστία και την βιωσιμότητα της ΚτΑ.

Σενάριο 1ο :

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να εφαρμόσει γενναίες πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος και προστασίας των εκμεταλλευόμενων/υποτελών τάξεων γιατί δεν έχει την πολιτική βούληση ή την ικανότητα/ισχύ να συγκρουστεί με τους δανειστές και τους Ευρωπαίους «εταίρους» ώστε να προχωρήσει σε διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους. Επομένως δεν θα μπορέσει να βρει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους, να ελέγξει ιδιοκτησιακά ή διοικητικά τους στρατηγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας όπως το χρηματοπιστωτικό σύστημα, την ενέργεια, τις επικοινωνίες ή τέλος να ανασυγκροτήσει σε νέες βάσεις την αμυντική και ναυπηγική βιομηχανία,  την πρωτογενή – δευτερογενή παραγωγή κ.α.[1]

Σενάριο 2ο :

Ο ΣΥΡΙΖΑ ενώ έχει την πολιτική βούληση, την ισχύ και την ικανότητα να συγκρουστεί με το κυρίαρχο μπλοκ αστικής εξουσίας σε Ελλάδα και εξωτερικό καθώς και να αναδιοργανώσει το κράτος σε νέες βάσεις και προτεραιότητες, δεν έχει σταθμίσει σωστά τις κρίσιμες παραμέτρους των σύγχρονων ταξικών, γεωπολιτικών και μικρο-μακροοικονομικών δεδομένων. Επομένως κινδυνεύει άμεσα να παγιδευτεί στρατηγικά αλλά και τακτικά μεταξύ δύο αντιθετικών επιλογών διακυβέρνησης είτε αυτής των οριακών μεταβολών και της ήπιας διαχείρισης εντός του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού υποδείγματος[2] είτε αυτό της πειραματικής, «ριζοσπαστικής», μετανεοφιλελεύθερης – κεϋνσιανής αντιστροφής εντός ΖτΕ και Ε.Ε.[3] με την βραχύβια και οριακή ανοχή της Καγκελαρίας και της ΕΚΤ.

Σενάριο 3ο :

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανεξάρτητα της ισχύος της πολιτικής του βούλησης, δεν έχει την διαχειριστική ικανότητα δηλαδή την τεχνογνωσία και τα έμπειρα στελέχη για να διαμορφώσει ένα περιβάλλον οικονομικής σταθερότητας, ασφάλειας και ανάπτυξης.  Δεν «κατανοεί» επαρκώς και δεν υιοθετεί πλήρως τα σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία του άϋλου, έντονα χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού (ΣΔΙΤ, Τιτλοποιήσεις Μελλοντικών Απαιτήσεων, Φορολογικές Πιστώσεις, Ομόλογα και Τράπεζες Ειδικού Σκοπού, Οικονομικές Οντότητες Ειδικού Σκοπού κ.α)  που ακόμα και σήμερα -που βρίσκεται σε κρίση- μπορούν να συμβάλλουν στην δημιουργία και την συσσώρευση πλούτου, στην αύξηση των ξένων και εγχώριων ιδιωτικών/δημόσιων επενδύσεων, στην ανάπτυξη ενός «βιώσιμου» παραγωγικού μοντέλου.[4] Επομένως θα αναγκαστεί να προσφύγει στην «βοήθεια» εξειδικευμένων παραγόντων και στελεχών της «αγοράς», που έχουν σχετική «εμπειρία». Τα στελέχη αυτά στην καλύτερη των περιπτώσεων δεν θα εμφορούνται από τις πολιτικές στοχεύσεις και από το ηθικό/αξιακό του φορτίο, στην χειρότερη υπάρχει ο κίνδυνος να είναι ιδεολογικά και ηθικά διαβρωμένα από τον ταξικό κυνισμό του νεοφιλελευθερισμού.

Απέναντι σε αυτά τα σενάρια αμφισβήτησης (και τις πιθανές παραλλαγές τους πάνω στο βασικό τρίπτυχο βούληση-ισχύ-ικανότητα) οφείλουμε ξεκινώντας από τις εξαγγελίες της ΔΕΘ του 2014 και συνεχίζοντας με ένα Προγραμματικό Συνέδριο εντός 3μήνου να προβάλουμε με στρατηγική σαφήνεια και οικονομοτεχνική συνεκτικότητα (ιδιαίτερα στα ζητήματα των πόρων – ρευστότητας και της αναλυτικής κοστολόγησης) το δικό μας προγραμματικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο δηλαδή που θα διαλύσει οριστικά τις νεφελώδεις δοξασίες που σπέρνουν οι πολιτικοί αντίπαλοι και να εμπεδώνει σε εκτεταμένα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας  μια νέα προοδευτική και ριζοσπαστική προγραμματική πειθώ-αφήγηση. 

Η πειστική αυτή προγραμματική αφήγηση είναι που θα ορίσει το πεδίο και το εύρος των σύγχρονων προοδευτικών συγκρούσεων τόσο στο γενικό ιδεολογικό-πολιτικό επίπεδο όσο και στο οικονομικό. Αυτή κυρίως θα ανοίξει  τους νέους δρόμους ανάκτησης του δημόσιου συμφέροντος και θα μοχλεύσει αποτελεσματικούς κοινωνικούς-διεκδικητικούς αγώνες συμπληρωματικούς στην τρέχουσα αντιπολιτευτική αλλά και στην κυβερνητική πολιτική της αριστεράς.

Η πειστική αυτή προγραμματική αφήγηση εν τέλει θα αποτελέσει το στέρεο έδαφος της βίαιης ωρίμανσης των κοινωνικοταξικών και πολιτικών συμμαχιών που επιδιώκουμε αλλά και του στοχευμένου οργανωτικού ανασχεδιασμού του ίδιου του κόμματος.

*Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής

[1] Προσέγγιση μαξιμαλιστικής κομμουνιστικής/ αντικαπιταλιστικής οπτικής ή προσέγγιση  συντηρητικής-παθητικής οπτικής.

[2] Σενάριο στρατηγικής ήττας  και πλήρους ενσωμάτωσης

[3] Σενάριο τακτικής ήττας και μερικής ενσωμάτωσης που υπονοεί την παρένθετη διακυβέρνηση

[4] Τεχνοκρατική, «αταξική», μεταμοντέρνα, ρηχή νεοφιλελεύθερη προσέγγιση που μετατοπίζει την ουσία της πολιτικής πράξης στους «ειδικούς» και τα «ουδέτερα» εργαλεία τους ενώ ταυτόχρονα υπονοεί ηθική αλλοίωση

Πως προέκυψε η γιορτή του Μάη;

rosakentriki (1)της Ρόζα Λούξεμπουργκ

Η απελευθερωτική σκέψη, να εισαχθεί μια προλεταριακή ημέρα γιορτής σαν μέσο για την κατάκτηση της οκτάωρης εργάσιμης ημέρας, προέκυψε για πρώτη φορά στην Αυστραλία. Οι εργάτες εκεί, αποφάσισαν ήδη το 1856, να διοργανώσουν μια ημέρα πλήρους εργασιακής ανάπαυσης, συνδεδεμένης με συγκεντρώσεις και διασκεδάσεις, σαν εκδήλωση για χάρη της οκτάωρης εργάσιμης ημέρας. Ημέρα γι΄ αυτή τη γιορτή ορίστηκε η 21η του Απρίλη. Στην αρχή οι αυστραλοί εργάτες είχαν σκεφτεί μια μόνο εκδήλωση για το έτος 1856. Ήδη όμως αυτή η πρώτη γιορτή, άσκησε μια τόσο ισχυρή εντύπωση στις προλεταριακές μάζες της Αυστραλίας, επέδρασε τόσο ενθαρρυντικά και προπαγανδιστικά, που αποφασίστηκε η γιορτή αυτή να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο.
Πραγματικά, τι θα μπορούσε να δώσει στις εργατικές μάζες μεγαλύτερο θάρρος και πίστη στις δικές τους δυνάμεις, απ΄ το ό,τι μια μαζική παραίτηση απ΄ την εργασία με τη δική τους θέληση; Πόσο καλύτερο θάρρος θα μπορούσε να δώσει στους αιώνιους σκλάβους του εργοστασίου και των χώρων δουλειάς, απ΄ ό,τι η επιθεώρηση των δικών τους μονάδων; Έτσι και η σκέψη για προλεταριακή γιορτή έγινε πολύ γρήγορα αποδεκτή και άρχισε να εξαπλώνεται από την Αυστραλία στις άλλες χώρες, μέχρι που κατέκτησε όλο τον προλεταριακό κόσμο.
Οι πρώτοι που ακολούθησαν ήταν οι Αμερικανοί. Το 1886 ορίζουν την 1η του Μάη ως ημέρα γενικής παύσης από την εργασία. Την ίδια ημέρα 200.000 από αυτούς παράτησαν τη δουλειά και απαίτησαν οκτώ ώρες εργάσιμη ημέρα. Αργότερα, οι κυβερνητικές διώξεις για περισσότερα χρόνια εμπόδιζαν να επαναληφθεί αυτή η εκδήλωση. Το 1888 όμως ανανέωσαν αυτή τους την απόφαση και όρισαν ως επόμενη γιορτή την 1η του Μάη 1890.
Στο μεταξύ το εργατικό κίνημα στην Ευρώπη αναπτύχθηκε και αναζωογονήθηκε δυναμικά. Την τεράστια έκφρασή του το κίνημα αυτό την βρήκε στο Διεθνές Συνέδριο των εργατών το 1889. Σ΄ αυτό το Συνέδριο, στο οποίο συνήλθαν 400 αντιπρόσωποι, αποφασίστηκε να απαιτηθούν σε πρώτη γραμμή οι οκτώ ώρες εργάσιμης ημέρας. Εδώ ο αντιπρόσωπος των γαλλικών συνδικάτων, ο εργάτης Lavigne από το Μπορντό, έκανε την πρόταση, ότι το αίτημα αυτό θα μπορούσε να εκφραστεί σε όλες τις χώρες με μια γενική εργατική γιορτή. Επειδή ο αντιπρόσωπος των αμερικανών εργατών έστρεψε την προσοχή σε μια παρόμοια απόφαση που πήραν οι σύντροφοί του σε σχέση με την 1η του Μάη για το 1890, το Συνέδριο όρισε ημερομηνία, ως καθολική προλεταριακή ημέρα γιορτής, την ίδια ημέρα.
Οι εργάτες βασικά σκέφτηκαν και σ΄ αυτή την περίπτωση, όπως και πριν τριάντα χρόνια στην Αυστραλία, μόνο για μια μοναδική εκδήλωση. Το Συνέδριο αποφάσισε, ότι οι εργάτες όλων των χωρών θα διαδηλώσουν μαζί την 1η του Μάη το 1890 με το αίτημα της οχτάωρης εργάσιμης ημέρας. Δεν γινόταν λόγος για μια επανάληψη της γιορτής για τα αμέσως επόμενα χρόνια. Κανένας δεν μπόρεσε φυσικά να προβλέψει, πόσο λαμπρά θα πετύχαινε στην πράξη αυτή η σκέψη και πόσο γρήγορα θα καθιερωνόταν στην εργατική τάξη. Αρκούσε όμως μια φορά να γιορταστεί η 1η του Μάη το 1890 και αμέσως να καταλάβουν και να αισθανθούν όλοι, ότι η γιορτή του Μάη θα έπρεπε να αποτελέσει ετήσιο και διαρκή θεσμό.
Η πρώτη του Μάη αναγγέλλει το σύνθημα της οχτάωρης εργάσιμης ημέρας. Όμως και μετά την κατάκτηση αυτού του στόχου η γιορτή του Μάη δεν θα εγκαταλειφθεί. Όσο διάστημα θα διαρκεί η πάλη των εργατών ενάντια στην αστική τάξη και την κυβέρνηση, όσο διάστημα δεν θα έχουν εκπληρωθεί ακόμη όλα τα αιτήματα, η γιορτή του Μάη θα παραμένει η ετήσια έκφραση αυτών των αιτημάτων. Αν όμως έρθουν καλύτεροι καιροί και η εργατική τάξη κατακτήσει την απολύτρωσή της σ΄ όλο τον κόσμο, τότε ίσως να τελέσει την 1η του Μάη γιορτινά, για να θυμάται τις μάχες που έδωσε και τα βάσανα που υπόφερε.
Δημοσιεύτηκε στην «Sprawa Robotnicza»,  Παρίσι, Φεβρουάριος 1894
Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
Αναδημοσίευση από aristeroblog.gr

 

Αρέσει σε %d bloggers: