Tι ηττήθηκε στο Eurogroup – και πως να μην οριστικοποιηθεί

Ας αρχίσουμε από το προφανές -το οποίο κάποια επιμένουν να αρνούνται για λόγους που θα εξηγήσουμε παρακάτω: η συμφωνία στην οποία σύρθηκε η ελληνική κυβέρνηση στο Eurogroup της Παρασκευής συνιστά κατά κράτος υποχώρηση της ελληνικής πλευράς.
.
του Στάθη Κουβελάκη
190251_10151251093385470_1359789853_n.

Και τούτο γιατί αποτελεί, πολύ συνοπτικά:

1) παράταση της μνημονιακού καθεστώτος 2) αναγνώριση της δανειακής σύμβασης και του συνόλου του χρέους 3) παράταση του καθεστώτος «εποπτείας», δηλαδή της τροϊκανής κηδεμονίας με άλλο όνομα 4) προληπτική ακύρωση της δυνατότητας υλοποίησης του προγράμματος του Σύριζα. Μια τέτοιας έκτασης αποτυχία δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, ατύχημα, ούτε αποτέλεσμα κάποιου λάθος χειρισμού. Αποτελεί ήττα ενός συγκεκριμένου πολιτικού σκεπτικού στο οποίο στηρίχθηκε όλη η τώρα προσέγγιση της κυβέρνησης Σύριζα. Τι προβλέπει η συμφωνία της Παρασκευής. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά. Στο πνεύμα της λαϊκής εντολής ρήξης με το μνημονιακό καθεστώς και αποτίναξης του άχθους του χρέους, η ελληνική πλευρά είχε ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις απορρίπτοντας την παράταση του τρέχοντος «προγράμματος , καθώς και τη δόση των επτά δις, με την εξαίρεση του 1,9 δις της επιστροφής των κερδών από ελληνικά ομόλογα που δικαιούτο. Δεν αποδεχόταν διαδικασίες εποπτείας και αξιολόγησης και ζητούσε τετράμηνο μεταβατικό «πρόγραμμα γέφυρα» χωρίς μέτρα λιτότητας για να εξασφαλίσει ρευστότητα και να μπορέσει να υλοποιήσει μέρος τουλάχιστον του προγράμματός της, εντός ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Ζητούσε επίσης να αναγνωρίσουν οι δανειστές την μη-βιωσιμότητα του χρέους και την ανάγκη έναρξης νέου κύκλο διαπραγμάτευσης εφ’όλης της ύλης στο επόμενο διάστημα.

Η τελική συμφωνία ισοδυναμεί με σημείο προς σημείο απόρριψη όλων των προηγούμενων αιτημάτων, και μάλιστα με πρόσθετους επιβαρυντικούς όρους  που στοχεύουν στο να δέσουν εξ’αρχής τα χέρια της κυβέρνησης ως προς οποιοδήποτε μέτρο θα μπορούσε να σημαδοτήσει ρήξη με τις μνημονιακές πολιτικές.

Σύμφωνα λοιπόν με το ανακοινωθέν του Eurogroup[1] , το υπάρχον πρόγραμμα ονομάζεται πλέον «διευθέτηση» (arrangement) αλλά η ουσία δεν αλλάζει στο παραμικρό. Η «παράταση» που ζητά πλέον η ελληνική πλευρά (με τον όρο της «Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης») γίνεται «στο πλαίσιο της υπάρχουσας διευθέτησης» και έχει ως «σκοπό» την «επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της υπάρχουσας διευθέτησης». Διευκρινίζεται ταυτόχρονα ότι «μόνο με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης αυτής της παρατεινόμενης συμφωνίας από τους θεσμούς θα επιτραπεί την εκταμίευση της δόσης που απομένει από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και τη μεταφορά των κερδών του 2014 από τα ελληνικά ομόλογα που διακρατούν οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης (SMP). Και τα δύο χρειάζονται εκ νέου έγκριση από το Eurogroup». Η Ελλάδα θα λάβει λοιπόν τη δόση που έχει αρχικά αρνηθεί αλλά τηρώντας τις υπάρχουσες δεσμεύσεις των προκατόχων της. Business as usual. Εχουμε δηλαδή πλήρη επικράτηση της γερμανικής άποψης που έθετε ως όρο για οποιαδήποτε συμφωνία, και οποιαδήποτε μελλοντική εκταμίευση πόρων, την ολοκλήρωση των διαδικασιών «αξιολόγησης» από τους τριμερείς μηχανισμούς εποπτείας (είτε αποκαλούνται Τρόϊκα είτε «θεσμοί») κάθε προηγούμενου ή επερχόμενου προγράμματος ή συμφωνίας.

Επιπλέον για να ξεκαθαριστεί ότι η χρησιμοποίηση του όρου «θεσμοί» έναντι του «τρόϊκα» έχει απλά διακοσμητικό χαρακτήρα, το κείμενο κατoχωρώνει ρητά την τριμερή σύνθεση του μηχανισμού εποπτείας, τονίζοντας ότι στους «θεσμούς» περιλαμβάνεται αυτοδίκαια η ΕΚΤ («στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζουμε την ανεξαρτησία της ΕΚΤ») καθώς και το ΔΝΤ («συμφωνούμε επιπλέον ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα συνεχίσει να παίζει το ρόλο του»).

Σε ότι αφορά το χρέος, το κείμενο αναφέρει πως «οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτηση δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα». Με άλλα λόγια ξεχάστε οποιαδήποτε συζήτηση για «κούρεμα», «απομείωση» και πολύ περισσότερο βέβαια για «διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους». Η όποια μελλοντική «ελάφρυνση» μπορεί να γίνει μόνο στη βάση των όσων είχαν προταθεί στην απόφαση του Νοέμβρη του 2012, δηλαδή μείωση των επιτοκίων και επιμήκυνση, που ως γνωστόν ελάχιστα αλλάζουν το βάρος της εξυπηρέτησης του χρέους, το οποίο αφορά μόνο την πληρωμή τόκων που είναι ήδη πολύ χαμηλοί[2].

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Διότι για την αποπληρωμή του χρέους η ελληνική πλευρά δέχεται πλήρως το πλαίσιο των αποφάσεων του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012, επί τριμερούς κυβέρνησης Σαμαρά[3] , που περιελάμβανε τις εξής δεσμεύσεις: πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 4,5% από το 2016[4] , επιτάχυνση ιδιωτικοποιήσεων και σύσταση ενός ειδικού λογαριασμού για την εξυπηρέτηση του χρέους στον οποιο το ελληνικό δημόσιο μεταφέρει όλα τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων, τα πρωτογενή πλεονάσματα, και το 30% τυχόν επιπλέον πλεονασμάτων με σκοπό την εξυπηρέτηση του χρέους. Γι αυτό εξ’άλλου και το κείμενο της Παρασκευής δεν κάνει λόγο μόνο για πλεονάσματα αλλά και για άλλα «οικονομικά έσοδα». Σε κάθε περίπτωση, η καρδιά της μνημονιακής λεηλασίας, δηλαδή η επίτευξη εξωφρενικών πρωτογενών πλεονασμάτων και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας με αποκλειστικό αποδέκτη τις τσέπες των δανειστών παραμένει άθικτη. Η μοναδική υποψία χαλάρωσης είναι ότι για τον «στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος του (τρέχοντος) έτους» υπάρχει η ασαφής διατύπωση ότι «οι θεσμοί θα λάβουν υπόψιν τις οικονομικές συνθήκες του 2015».

Η απόρριψη όλων των ελληνικών αιτημάτων δεν ήταν όμως αρκετή για τους Ευρωπαίους. Επρεπε με κάθε τρόπο να δεθούν τα χέρια της κυβέρνησης Σύριζα, έτσι ώστε να αποδειχθεί στην πράξη ότι, όποιο κι αν είναι το εκλογικό αποτέλεσμα και το πολιτικό πρόσημο της κυβέρνησης που προκύπτει, καμμιά ανατροπή της λιτότητας δεν είναι εφικτή εντός του υπάρχοντος ευρωπαϊκού πλαισίου. Οπως δήλωσε εύγλωττα ο Γιούνκερ «δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών συνθυκών».

Και αυτό προβλέπεται να γίνει με δυό τρόπους: πρώτον, όπως αναφέρει το κείμενο, «οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από κάθε ανατροπή μέτρων ή μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές αυτές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα είχαν αρνητικές συνέπειες στους δημοσιονομικούς στόχους, στην οικονομική ανάκαμψη ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αξιολογούνται από τους θεσμούς». Ούτε ξήλωμα του μνημονιακού καθεστώτος («ανατροπή μέτρων»), ούτε «μονομερής ενέργεια» και μάλιστα όχι μόνο σε ότι αφορά μέτρα με δημοσιονομικό κόστος (όπως την κατάργηση φόρων, την αύξηση του αφορολόγητου όριου, τις συντάξεις, τα «ανθρωπιστικά» κλπ), όπως είχε αρχικά λεχθεί, αλλά πολύ ευρύτερα, για οτιδήποτε μπορεί να «επηρεάσει αρνητικά» την «οικονομική ανάκαμψη ή την χρηματοπιστωτική σταθερότητα» πάντα σύμφωνα με την αποφασιστική επί του θέματος γνώμη των «θεσμών» που καλούνται να τα αξιολογήσουν. Περιττό να πούμε ότι κάτι τέτοιο αφορά τόσο την επαναφορά του κατώτατου μισθού και της εργασιακής νομοθεσίας αλλά και τις αλλαγές στο τραπεζικό σύστημα με στόχο τον δημόσιο έλεγχό του (ούτε λόγος βέβαια για «δημόσια ιδιοκτησία» όπως προέβλεπε η ιδρυτική διακύρηξη του Σύριζα).

Επιπλέον η συμφωνία προβλέπει ότι «τα κεφάλαια που είναι διαθέσιμα ως απόθεμα του Ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) θα πρέπει να παραμείνουν δεσμευμένα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και εκτός της δικαιοδοσίας τρίτου μέρους κατά τη διάρκεια της περιόδου παράτασης της δανειακής σύμβασης. Τα κεφάλαια αυτά θα είναι διαθέσιμα καθ όλη τη διάρκεια της επέκτασης της δανειακής σύμβασης και μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών και το κόστος των αποφάσεων. Θα αποδεσμευτούν μόνο με αίτημα της ΕΚΤ». Η πρόβλεψη αυτή δείχνει ότι δεν είχε διαφύγει της προσοχής των Ευρωπαίων ότι το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του Σύριζα προέβλεπε ότι το «κόστος κεφαλαίου εκκίνησης του δημόσιου, ενδιάμεσου φορέα και το κόστος κεφαλαίου εκκίνησης της ίδρυσης τραπεζών ειδικού σκοπού, που συνολικά είναι της τάξης των €3 δις, θα το χρηματοδοτήσουμε από το λεγόμενο «μαξιλάρι» των, περίπου, €11 δις του ΤΧΣ για τις τράπεζες»[5] . Με άλλα λόγια, τέρμα στην όποια σκέψη χρησιμοποίησης για αναπτυξιακούς σκοπούς πόρων του ΤΧΣ. Διαλύονται έτσι και οι όποιες ψευδαισθήσεις υπήρχαν ακόμη για τη δυνατότητα χρησιμοποίησης ευρωπαϊκών πόρων εκτός του αυστηρού πλαισίου για το οποίο είχαν προβλεφθεί, και πολύ περισσότερη η εκχώρησή τους στη δικαιοδοσία της ελληνικής κυβέρνησης.

Η ήττα της στρατηγικής του «καλού ευρώ»

Μπορεί η ελληνική πλευρά να θεωρήσει ότι πέτυχε κάτι πέρα από την πλούσια γλωσσική ευρασιτεχνία του κειμένου; Θεωρητικά ναι, στο βαθμό που δεν αναφέρονται ρητά επιπλέον μέτρα λιτότητας και που οι «διαρθρωτικές αλλαγές» για τις οποίες γίνεται λόγος (πάταξη της φοροδιαφυγής και διοικητική μεταρρύθμιση)[6] δεν έχουν τέτοιο πρόσημο, κάτι που απομένει βέβαια να αποδειχθεί από τη λίστα των μετρών έτσι όπως θα διαμορφωθεί στις αμέσως επόμενες μέρες. Εφόσον όμως διατηρείται ο στόχος των εξωφρενικών πλεονασμάτων, καθώς και το σύνολο του τροϊκανού μηχανισμού εποτείας και αξιολόγησης , η οποιαδήποτε ιδέα χαλάρωσης της λιτότητας φαντάζει εξωπραγματική. Νέα μέτρα, και φυσικά μονιμοποίηση του υπάρχοντος «μνημονιακού κεκτημένου», αποτελούν μονόδρομο όσο παραμένει και μάλιστα διαιωνίζεται αναβαπτιζόμενο αυτό το καθεστώς.

Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι κατά τη διάρκεια της «διαπραγμάτευσης», με το πιστόλι της ΕΚΤ και του συνεπακόλουθου τραπεζικού πανικού στον κρόταφο, οι ελληνικές θέσεις σαρώθηκαν περίπου ολοκληρωτικά. Εξ’ου και η παρηγοριά των γλωσικών «καινοτομιών» («θεσμοί» αντί για «τρόϊκα», «υπάρουσα διευθέτηση» αντί για «τρέχον πρόγραμμα», «Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης» αντί για «Μνημόνιο» κλπ..), συμβολική παρηγοριά ή περαιτέρω εμπαιγμός ανάλογα με το πως το βλέπει κανείς.

Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει είναι πως φθάσαμε ως εδώ. Πως λίγες μόνο βδομάδες μετά το ιστορικό αποτέλεσμα της 25ης Γενάρη έχουμε αναίρεση της λαϊκής εντολής για αντιμνημονιακή ανατροπή; Η απάντηση είναι μάλλον απλή: αυτό που κατέρρευσε σ’αυτές τις δυό βδομάδες είναι μια συγκεκριμένη επιλογή που στήριξε όλη την προσέγγιση του Σύριζα αυτά τα χρόνια, και ειδικότερα μετά το 2012. Η στρατηγική που απέκλειε τις «μονομερείς κινήσεις», όπως η στάση πληρωμών και, πολύ περισσότερο την έξοδο από το ευρώ, και θεωρούσε ότι:

–          Στο θέμα του χρέους μπορούσε να βρεθεί ευνοϊκή για τον οφειλέτη λύση με τη σύμφωνη γνώμη του δανειστή, κατά το πρότυπο των συμφωνιών του Λονδίνου του 1953 για τα χρέη της Γερμανίας, παραβλέποντας φυσικά ότι οι λόγοι που είχαν τότε Σύμμαχοι να φερθούν γενναιόδωρα στη Γερμανία σε καμμία περίπτωση δεν ισχύουν σήμερα για τους Ευρωπαίους σε ότι αφορά το ελληνικό, και γενικότερα το δημόσιο χρέος των υπερχρεωμένων κρατών της νυν ΕΕ.
–          Η ανατροπή των Μνημονίων, η αποπομπή της Τρόϊκας και η «αλλαγή υποδείγματος» στην οικονομική πολιτική (με άλλα λόγια, η υλοποίηση του προγράμματος της Θεσσαλονίκης) μπορούσαν να υλοποιηθούν άσχετα από την έκβαση της διαπραγμάτευσης για το χρέος και, κυρίως, χωρίς να προκαλέσει ουσιαστική αντίδραση, πέρα από τις θεωρούμενες ως «μπλόφες» αρχικές απειλές, από την πλευρά των Ευρωπαίων. Το ήμιση μάλιστα της χρηματοδότησης του προγράμματος της Θεσσαλονίκης προβλεπόταν να γίνει από ευρωπαϊκούς πόρους. Με άλλα λόγια, όχι μόνο οι Ευρωπαίοι δεν θα αντιδρούσαν αλλά θα χρηματοδοτούσαν μεγαλόψυχα την αντίθετη ακριβώς πολιτική από αυτήν που επέβαλλαν με κάθε μέσο την τελευταία πενταετία.
–          Τέλος το σενάριο του «καλού ευρώ» προϋπέθετε και την ύπαρξη υπολογίσιμων συμμάχων σε επίπεδο κυβερνήσεων ή/και θεσμών (δεν αναφερόμαστε εδώ στην στήριξη κινημάτων ή άλλων αριστερών δυνάμεων). Κατά καιρούς αναφέρονταν ως ενδεχόμενοι τέτοιοι σύμμαχοι οι κυβερνήσεις Γαλλίας και Ιταλίας, οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, τέλος, σε ένα πραγματικό παράληρημα φαντασίας, ο ίδιος ο Μάριο Ντράγκι!

Ολα αυτά κατέρρευσαν εντός ελάχιστων ημερών. Στις 4 Φλεβάρη η ΕΚΤ ανακοίνωσε την διακοπή της κύριας πηγής παροχής ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες. Η εκροή που είχε αρχίσει πήρε σύντομα ανεξέλεγκτες διαστάσεις, χωρίς οι ελληνικές αρχές, φοβούμενες ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε απαρχή Grexit, να είναι διατεθειμένες να πάρουν το παραμικρό «μονομερές» μέτρο (όπως τον έλεγχο κεφαλαίων) για να το αντιμετωπίσουν. Η λέξη «διαγραφή» του χρέους, ή και «κούρεμα», απορρίφθηκαν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο από δανειστές τους οποίους εξόργιζε μόνο το άκουσμα αυτών των λέξεων (κάτι που οδήγησε στην άμεση σχεδόν απόσυρσή τους). Αντί της ανατροπής τους, το μόνο «εκτός διαπραγμάτευσης» πλαίσιο αποδείχθηκε ότι είναι η διατήρηση των Μνημονίων και της τροϊκανής εποπτείας. Καμμία απολύτως χώρα δεν στήριξε τις ελληνικές θέσεις, πέρα από κάποιες διπλωματικές αβρότητες όσων ήθελαν η ελληνική κυβέρνηση να σώσει κάπως τα προσχήματα.

Φοβούμενη περισσότερο το Grexit από τους συνομιλητές της, εντελώς απροετοίμαστη απέναντι στο απόλυτα προβλέψιμο ενδεχόμενου τραπεζικ’ης αποσταθεροποίησης (το κλασσικό όπλο του συστήματος διεθνώς ενάντια σε αριστερές κυβερνήσεις εδώ και σχεδόν έναν αιώνα), η ελληνική πλευρά στερείτο στην ουσία οποιουδήποτε διαπραγματευτικού όπλου. Βρέθηκε κυριολεκτικά με την πλάτη στον τοίχο και δεν είχε παρά κακές επιλογές στη διάθεσή της. Η ήττα της Παρασκευής ήταν αναπόφευκτη και σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της στρατηγικής της «εντός ευρώ θετικής λύσης», για τη ακρίβεια της «πάση θυσία εντός ευρώ θετικής λύσης».

Ελικρίνεια, η προϋπόθεση για να αποφευχθεί η οριστική ήττα

Σπάνια μια στρατηγική έχει διαψευστεί τόσο καθαρά και σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Γι αυτό και δίκαια ο Μανώλης Γλέζος μιλάει για «ψευδαίσθηση» και, στεκόμενος στο ύψος των περιστάσεων, ζητάει συγνώμη που συνέβαλε στην καλλιέργειά της στον λαό. Ακριβώς για τον ίδιο λόγο, αλλά αντίστροφα, η ελληνική κυβέρνηση, με τη βοήθεια ορισμένων εγχώριων ΜΜΕ, προσπαθεί να παρουσιάσει ένα συντριπτικό αποτέλεσμα ως «διαπραγματευτική επιτυχία» που επιβεβαιώνει ότι η «Ευρώπη είναι πεδίο διαπραγμάτευσης»,που «αφήνει πίσω την Τροϊκα και τα Μνημόνια» και άλλα παρόμοια. Φοβούμενη να πράξει αυτό που με το θρυλικό του θάρρος τόλμησε ο Μανώλης Γλέζος, να παραδεχθεί δηλαδή τη αποτυχία της όλης στρατηγικής της, προσπαθεί να την συγκαλύψει «βαφτίζοντας το κρέας ψάρι» κατά την προσφιλή έκφραση.

Το να παρουσιάζεται όμως μια ήττα ως «επιτυχία» είναι κάτι ίσως πολύ χειρότερο από την συγκεκριμένη ήττα. Διότι αφενός καθιστά τον κυβερνητικό λόγο μια εκδοχή επίσημης «ξύλινης γλώσσας», που απλώς καλείται να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων την οποιδήποτε απόφαση κάνοντας το άσπρο μαύρο, και αφετέρου διότι προετοιμάζει με μαθηματική ακρίβεια το έδαφος για επόμενες, και οριστικού χαρακτήρα ήττες. Διότι διαλύει εν τέλει τα ίδια τα κριτήρια που διαχωρίζουν την επιτυχία από την αναδίπλωση. Για να το πούμε καταφεύγοντας σε ένα γνωστό στους αριστερούς ιστορικό προηγούμενο, εάν η συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, με την  οποία η σοβιετική Ρωσσία πέτυχε ειρήνη με τη  Γερμανία αποδεχόμενη τεράστιες εδαφικές απώλειες, είχε ανακηρυχθεί σε «νίκη», δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα είχε ηττηθεί η Οκτωβριανή επανάσταση.

Εαν θέλουμε λοιπόν να αποφύγουμε μια δεύτερη, και αυτή τη φορά οριστική ήττα, που θα τερματίσει, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την κοινωνία και την Αριστερά εντός και εκτός της χώρας μας, το ελληνικό αριστερό πείραμα, πρέπει να κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα και να μιλήσουμε την γλώσσα της ειλικρίνειας. Η συζήτηση για την στρατηγική πρέπει επιτέλους να ξανανοίξει, χωρίς ταμπού και στη βάση των συνεδριακών αποφάσεων του Σύριζα που εδώ και καιρό έχουν μετραταπεί σε ακίνδυνο εικόνισμα. Αν ο Σύριζα έχει ακόμη λόγο ύπαρξης ως πολιτικό υποκείμενο, ως χώρος παραγωγής πολιτικής και συμβολής στον αγώνα των υποτελών τάξεων, δεν μπορεί παρά να συνίσταται σ’αυτό, στην σε βάθος ανάλυση της παρούσας κατάστασης και στον τρόπο υπέρβασής της.

«Η αλήθεια είναι επαναστατική» όπως έχει πει ένα διάσημος ηγέτης που ήξερε καλά για τι μιλούσε. Και μόνο η αλήθεια είναι επαναστατική, μπορούμε να συμπληρώσουμε με την ιστορική εμπειρία που έχουμε έκτοτε αποκτήσει.


[1] Ολόληρο το κείμενο σε ελληνική μετάφραση εδώhttp://www.thepressproject.gr/article/73411/Olokliro-to-anakoinothen-tou-Eurogroup
[2] Βλέπε την ανάλυση του Πάνου Κοσμά εδώ http://rproject.gr/article/anatropi-tis-litotitas-me-pagoma-hreoys-kai-isoskelismeno-proypologismo
[3] Η σχετική παράγραφος έχει ως εξης. «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται επιπλέον να διασφαλίσουν τα πρέποντα πρωτογενή πλεονάσματα ή τα οικονομικά έσοδα που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα του χρέους, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012. Οι θεσμοί θα λάβουν υπόψιν τις οικονομικές συνθήκες του 2015 για τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2015».
[4] Ολο το κείμενο του Eurogroup του 2012 εδώhttp://www.ekathimerini.com/4dcgi/_w_articles_wsite2_1_27/11/2012_471716και μια παρουσίαση εδώ http://www.tovima.gr/finance/article/?aid=485709
[6] «Οι ελληνικές αρχές εξέφρασαν την ισχυρή δέσμευσή τους να διευρύνουν και να εμβαθύνουν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στη βελτίωση της ανάπτυξης και των προοπτικών απασχόλησης, διασφαλίζοντας σταθερότητα και ανθεκτικότητα του δημοσιονομικού τομέα και ενισχύοντας τη κοινωνική δικαιοσύνη. Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να εφαρμόσουν μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις για την πάταξη της φοροδιαφυγής και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές αρχές υπόσχονται να χρησιμοποιήσουν με το βέλτιστο τρόπο τη συνεχιζόμενη διάθεση τεχνικής βοήθειας».

Η Πολιτική Οικονομία του Θράσους

190251_10151251093385470_1359789853_nτου Στάθη Κουβελάκη*
Η εικόνα αισιοδοξίας και αυτοπεποίθεσης που επιδεικνύουν η κυβέρνηση και τα συστημικά ΜΜΕ εν όψει ευρωεκλογών θα προκαλούσε απλά θυμηδία αν δεν αποτελούσε θρασύτατη προσπάθεια συγκάλυψης της πρωτοφανούς στην ιστορία της χώρας οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Τα «πρωτογενή πλεονάσματα» και η «έξοδος στις αγορές» είναι τα εθνικά επιτεύγματα που ασταμάτητα καλούμαστε να πανυγυρίσουμε, αναγνωρίζοντας σ’αυτά τα ευεργετικάαποτελέσματα των Μνημονίων. «Επιτυχία» λοιπόν τα «πλεονάσματα» που είναι μικρότερα των οφειλών του Δημοσίου στους ιδιώτες και που, ακόμη κι αν δεν ήταν, πραγματοποιήθηκαν με τη συντριβή της δημόσιας δαπάνης και της εγχώριας ζήτησης. «Επιτυχία» και η έκδοση ομολόγων συμβολικού ύψους με ένα καθόλου συμβολικό, και μάλιστα απολύτως ληστρικό, επιτόκιο και με δρακόντειο για τον οφειλέτη καθεστώς αγγλικού δικαίου. «Επιτυχία» μέγιστη φυσικά και το ύψος του δημόσιου χρέους, που ανέρχεται τώρα στο 180% του ΑΕΠ ενώ ήταν στο 120% όταν η Ελλάδα μπήκε στο Μνημόνιο γιατί δεν μπορούσε να το αναχρηματοδοτήσει στις αγορές.
Για να καταλάβουμε τη σημασία αυτών των «επιτυχιών» θα συστήναμε σε οποιονδήποτε ενδίδει στην επιχειρούμενη πλύση εγκεφάλου να ανατρέξει όχι σε κάποια αριστερή ή αντιμνημονιακή πηγή πληροφόρησης αλλά στην αρχική σελίδα του ιστότοπου της ΕΛΣΤΑΤ, της επίσημης στατιστικής αρχής της χώρας. Ο μόνος δείκτης με θετικό πρόσημο είναι αυτός της ανεργίας, στο 27,5%. Ο δείκτης της βιομηχανίας εμφανίζεται μεν θετικός σε σχέση με αυτόν του Φλεβάρη 2013 αλλά αυτό οφείλεται στον εποχιακό του χαρακτήρα. Με βάση 100 το 2005, ο δείκτης αυτός κυμάνθηκε στο 69,6 τον προηγούμενο Φλεβάρη, ήταν στο 68,5 πριν από ένα χρόνο αλλά εν τω μεταξύ είχε αγγίξει το 80 τον περασμένο Ιούλη. Στην πραγματικότητα, πέρα από τις εποχιακές διακυμάνσεις, η βιομηχανική παραγωγή έχει καταρρεύσει, όπως και όλη η υπόλοιπη οικονομία. Αναφέρουμε ενδεικτικά τους υπόλοιπους δείκτες, πάντα σε σύγκριση με την προ έτους κατάσταση: -2,3% στο ΑΕΠ για το τελευταίο τρίμηνο του 2013, -4,3% στο λιανικό εμπόριο, -40% στην οικοδομική δραστηριότητα. Υποχωρούν, και μάλιστα ταχύτατα, ακόμη και οι εξαγωγές, στις οποίες κάποιοι είχαν εναποθέσει τις ελπίδες ανάκάμψης, κατά 0,2% συνολικά σε αξία το 2013, ενώ το Δεκέμβριο η πτώση ήταν της τάξης του 14%.
Στην ουσία η όλη εικόνα συνοψίζεται σε δύο μεγέθη, την ανεργία και την συνολική υποχώρηση του ΑΕΠ από την αρχή της κρίσης. Και τα δύο, κατά ένα μακάβριο τρόπο, υπερβαίνουν το 25%.Πρόκειται, ας το τονίσουμε για μια ακόμη φορά, για μεγέθη εντελώς πρωτοφανή για οποιαδήποτε δυτική χώρα από την δεκαετία του 1930, αλλά ακόμη και τότε μόνο δυό χώρες είχαν γνωρίσει παρόμοια καθίζηση, οι ΗΠΑ και η Γερμανία. Οποιαδήποτε συζήτηση για επερχόμενη «ανάπτυξη» δια μέσου της συνέχισης αυτών των πολιτικών αποτελεί πρόκληση για την κοινή νοημοσύνη.
Υπό το βάρος μιας τέτοιας καταστροφής, και χωρίς καν να μιλήσουμε για την κοινωνική και ανθρώπινη τραγωδία που αποκρύπτουν αυτοί οι δείκτες, οποιοσδήποτε στοιχειωδώς αξιοπρεπής αστός πολιτικός θα κρατούσε τουλάχιστον ένα χαμηλό προφίλ. Και όμως, επικαλούμενοι εικονικές «επιτυχίες», οι κυβερνώντες και τα εγχώρια και διεθνή στηρίγματά τους, έχουν αποχαλινωθεί και εκπέμπουν έναν όλο και επιθετικότεροι δημόσιο λόγο. Βεβαίως έχουν κάθε λόγο να χαίρονται στο βαθμό που η εξαθλίωση της κοινωνίας αποτελεί επιλογή τους, αναγκαίο τίμημα για τη διαιώνιση της κυριαρχίας τους. Και όμως αυτή η ανομολόγητη «επιτυχία» δεν αποτελεί τη μόνη εξήγηση της φαινομενικά παράλογης αυτοπεποίθεσης των κρατούντων. Μεγαλύτερο ρόλο παίζει η εικόνα μιας βαρειά λαβωμένης κοινωνίας, που δεν φαίνεται να είναι πλέον σε θέση να αντιδράσει όπως την πρώτη διετία της κρίσης. Σε ένα τέτοιο κλίμα κερδίζει έδαφος το γνωστό δόγμα ότι, αν και άδικα και οδυνηρά, τα Μνημόνια συνιστούν μονόδρομο.

Continue reading «Η Πολιτική Οικονομία του Θράσους»

Το «θερμό φθινόπωρο» της Χρυσής Αυγής

190251_10151251093385470_1359789853_nτου Στάθη Κουβελάκη*

Ας ξεκινήσουμε με μια διαπίστωση που αφορά το ίδιο το συμβάν: η στενή σύνδεση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα με την επίθεση κατά του ΚΚΕ στο Πέραμα, τα γεγονότα που προηγήθηκαν στον Μελιγαλά, αλλά και ο ίδιος ο τρόπος που διεξήχθη ο φόνος (με τον δράστη να δρα κατόπιν εντολής, εντελώς ανοιχτά και χωρίς καμμιά προσπάθεια να αποφύγει τη σύλληψη) αποτελούν ισχυρές ενδείξεις της ύπαρξης ενός γενικότερου σχεδίου της Χρυσής Αυγής (ΧΑ) για κλιμάκωση της δράσης της. Λόγω της δομής μια οργάνωσης σαν την ΧΑ είναι εξαιρετικά πιθανό αυτοί οι σχεδιασμοί να έχουν αποφασιστεί κεντρικά, σε επίπεδο ηγεσίας, και στη βάση συγκεκριμένου πολιτικού σκεπτικού.

Ανεξάρτητα πάντως από το που συγκεκριμένα αποφασίστηκε η δολοφονία του Παύλου,και περιμένοντας το αστυνομικό ρεπορτάζ να μας διαφωτίσει περισσότερο επί του θέματος, ας τονίσουμε το εξής: αυτή η δολοφονία δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί απλά ως ένα μοιραίο γεγονός, το οποίο ούτως ή άλλως θα συνέβαινε λόγω της φύσης της ΧΑ. Ούτε φυσικά ως ένα «παραστράτημα», μια «τυχαία» ή «υπερβολική» κίνηση ξένη προς την φύση αυτής της οργάνωσης. Πρόκειται για το αντίθετο: η δολοφονία δείχνει το πραγματικό πρόσωπο της ΧΑ ακριβώς επειδή εγγράφεται και σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, σε ένα πλαίσιο κινήσεων και τάσεων εντός του οποίου η ΧΑ επιχειρεί να παρέμβει με τη δική της ατζέντα.
Γι αυτό και αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ανάλυση του γενικότερου σχεδιασμού που ακολούθησε ο συλλογικός δράστης και των στόχων που επεδίωκε. Με άλλα λόγια, ένας τέτοιος σχεδιασμός δεν πρέπει να εκληφθεί ως κάποια σκοτεινή συνομωσία αλλά ως έκφραση μιας συγκεκριμένης στρατηγικής, στους αντίποδες μιας τυφλής και άλογης κορύφωσης της βίας. Εκτός αν νομίζουμε ότι η ΧΑ είναι μόνο ενός εσμός ανορθόγραφων τραμπούκων και φονιάδων (είναι βεβαίως και αυτό), ότι δεν διαθέτει ηγεσία, γραμμή και στόχευση.

Η στρατηγική της ΧΑ

Η ΧΑ σχεδίασε λοιπόν το δικό της «θερμό φθινόπωρο». Τι επεδίωκε;

Οχι την κατάληψη της εξουσίας, αυτός ο στόχος θα ήταν αναντίστοιχος με τον συσχετισμό δύναμης, τις δυνανότητες και την επιρροή της. Κατά τη γνώμη μας κεντρικός και μεσοπρόθεσμος στόχος της ΧΑ ήταν να αναβαθμίσει τη δράση της και να καταστεί κεντρικός παίχτης στην πολιτική σκηνή. Για να το πούμε διαφορετικά, η ΧΑ επιδιώκει πρωτ’απ’όλα τη μετάθεση της βασικής διαχωριστικής γραμμής στο πολιτικό σκηνικό από το Μνημόνιο/αντιμνημόνιο, ευρώ ή δραχμή κλπ. στο με ή ενάντια στη ΧΑ. Αυτό σημαίνει επίσης, είτε αποτελεί συνειδητό μέρος του σχεδιασμού είτε όχι, ότι, συντασσόμενος με το «συνταγματικό τόξο», ο Σύριζα υποβαθμίζει (ή και ακυρώνει) την ατζέντα της «ανατροπής» ως στρατηγικό στόχο της συγκυρίας. Εαν συμβεί κάτι τέτοιο, η ΧΑ θα έχει δείξει την ικανότητά της να ασκεί επιρροή ή και καταλυτικό ρόλο στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, για την ακρίβεια στο επίπεδο των κινήσεων του συνόλου των πρωταγωνιστών του (εφόσον μιλάμε εδώ για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης). Και το κυριότερο: μια τέτοια αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού σημαίνει ότι όλες οι δυνάμεις ενοποιούνται στη μίνιμουμ βάση ότι είναι «κατά της ΧΑ», μέρος του λεγόμενου «δημοκρατικού» ή «συνταγματικού τόξου», και ότι απέναντί τους στέκεται η ΧΑ και ουδείς άλλος. Εαν το επιτύχει αυτό η ΧΑ κατοχωρώνει στην πράξη τη θέση της ως ο μόνος αντίπαλος του συστήματος που αποτελεί βασική, «ταυτοτική» της εξαγγελία.

Η επίτευξη ενός τέτοιου στόχου όμως δεν είναι εξαρτάται απλά από πολιτικές κινήσεις, απαιτεί στηρίγματα στο επίπεδο της κοινωνικής δυναμικής.
Από αυτήν την άποψη, η στιγμή που επιλέγεται για την υλοποίηση του σχεδίου κλιμάκωσης μόνο τυχαία δεν είναι. Το «θερμό φθινόπωρο» της ΧΑ αποτελεί απάντηση και αντίδραση στο «θερμό φθινόπωρο» που είχαν αναγγείλει τα συνδικάτα, με την πολιτική κάλυψη του Σύριζα αυτή τη φορά, και που άρχισε να ξετυλίγεται από τις 16 Σεπτέμβρη με το απεργιακό κύμα στο Δημόσιο.
Εδώ επιτυχία του σχεδίου σημαίνει αποδυνάμωση της απεργιακής κινητοποίησης δια της μετάθεσης της συγκρουσιακής δυναμικής σε ένα άλλο επίπεδο. Εαν επιτύχει κάτι τέτοιο η ΧΑ, τότε θα έχει καταφέρει να αναδειχθεί ως η μόνη δύναμη που μπορεί προοπτικά να αντιμετωπίσει μια κοινωνική σύγκρουση μεγάλης έκτασης, σε μια πρώτη φάση παρεκτρέποντας τη δυναμική της, σε μια δεύτερη αντιμετώπιζοντάς την μετωπικά (όπως επιχειρεί να κάνει σε τοπικό επίπεδο με το ΚΚΕ στις γειτονιές του Πειραιά).
Αυτοί οι στόχοι όμως πρέπει να αυμπληρωθούν και από ένα άλλο στοιχείο: το «μπετονάρισμα» της μαζικής βάσης της ΧΑ στην κοινωνία και, κυρίως, τη ριζοσπαστικοποίησή της, πέρα από το σχετικά περιορισμένο κύκλο των παραστρατιωτικών της τμημάτων. Ο υπολογισμός της ΧΑ φαίνεται εδώ σχετικά απλός και διόλου παράλογος. Η δολοφονική επίθεση κατά της Αριστεράς θα προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Η ΧΑ θα στοχοποιηθεί και θα αναβαθμίσει την «αντισυστημικότητά» της. Αυτό θα έχει ένα κόστος από πλευράς δημοσκοπικής επιρροής αλλά μάλλον περιορισμένο, ίσως και παροδικό – ας σκεφτούμε π.χ. τι σκηνικό ενδέχεται να διαμορφωθεί σε περίπτωση που σε κάποια μελλοντική επίθεση των τραμπούκων της υπάρξει αυτοάμυνα και θύμα από την πλευρά της ΧΑ.Το προσδοκόμενο όφελος όμως είναι σημαντικό και μακροχρόνιο: όποιος εφεξής συντάσσεται με τη ΧΑ δηλώνει ότι είναι διατεθειμένος να τραβήξει στα άκρα την αντιπαράθεση με το «σύστημα», μη διστάζοντας να υποστηρίξει ακόμη και δολοφονική βία εναντίον πολιτικών αντιπάλων, και πιο συγκεκριμένα εναντίον της Αριστεράς (και όχι μόνο εναντίον των «ξένων»). Αυτή ηριζοσπαστικοποιημένη βάση, που οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εκτιμούν ότι παρά την υποχώρηση κινείται περίπου στα επίπεδα των περυσινών εκλογών (ή και πιο πάνω), μπορεί πλέον να στραφεί όχι απλά σε μια «στρατηγική της έντασης» αλλά σε κάτι που πλησιάζει περισσότερο με εμφύλιο πόλεμο.

Κάποια προσωρινά συμπεράσματα

Ας ξεκαθαρίσουμε κατ’αρχήν ότι θεωρούμε λανθασμένες τις απόψεις που κατανοούν τη ΧΑ και την άνοδό της ως προϊόν προμελετημένου σχεδίου του πολιτικού συστήματος ή των καπιταλιστών. Ασφαλώς ο φασισμός αποτελεί, σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης, λύση ύστατης καταφυγής για το καπιταλιστικό σύστημα. Ασφαλώς υπάρχει, εδώ και πολλά χρόνια και με εντεινόμενους ρυθμούς,διάβρωση τμημάτων του κρατικού μηχανισμού, και ειδικότερα των δυνάμεων καταστολής, από τη ΧΑ. Ασφαλώς και το πολιτικό σύστημα χρησιμοποίησε την ενίσχυση της ΧΑ ως όπλο για να αναχαιτίσει την επιρροή της Αριστεράς (η «θεωρία των δύο άκρων») όπως είναι βέβαιο ότι κάποιοι επιχειρηματίες χρηματοδοτούν τη ΧΑ και τη χρησιμοποιούν ως ένοπλο βραχίονα κοινωνικής πειθάρχησης. Ενα τμήμα του συστήματος θα εξέταζε ακόμη και μια μορφής πολιτικής συνεργασίας με αυτό το χώρο ή με τμήμα του. Ολα αυτά όμως δεν καθιστούν τη ΧΑ πειθήνιο πιόνι που το «σύστημα» χειρίζεται κατά το δοκούν, ούτε, κυρίως, εξηγούν την εκτίναξη της επιρροής της στην κοινωνία.

Continue reading «Το «θερμό φθινόπωρο» της Χρυσής Αυγής»

Συνηγορεία υπερ της μονομέρειας

190251_10151251093385470_1359789853_nτου Στάθη Κουβελάκη*

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όρος μονομέρεια περιβάλλεται από αρνητικές συνδηλώσεις. Η μονομέρεια θεωρείται γενικάελάττωμα ή τουλάχιστον πολύ σοβαρό μειονέκτημα. Αντίθετα όλοι οι όροι που αρχίζουν με «πολύ» ηχούν σαφώς καλύτερα. Ποιός μπορεί να φέρει αντίρρηση στην «πολυμέρεια», στην πολύπλευρη θεώρηση των πραγμάτων και γενικά στην αποδοχή της πολλαπλότητας ως αξίας στον κόσμο που ζούμε ;

Τι από όλα αυτά ισχύει όμως όταν ο λόγος είναι για τα κοινά, δηλαδή για ένα πεδίο όπου ισχύει η ηρακλείτεια αρχή του πολέμου και όχι η αρμονική ή έστω αδιάφορη συνύπαρξη των διαφορών; Ας πάρουμε ένα απλό, κοινότυπο, παράδειγμα. Η σύγχρονη εργασιακή σχέση είναι τυπικά, δηλαδή νομικά, μια σχέση μεταξύ ίσων υποκειμένων που βασίζεται στην ελεύθερη βούληση των δύο συμβαλλόμενων πλευρών. Στην πραγματικότητα ξέρουμε ότι δεν είναι έτσι και ότι η ισχύς είναι άνισα κατανεμημένη μεταξύ των δύο μερών. Δεν είναι βέβαια ευκαταφρόνητη η ελευθερία του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση και να αλλάξει εργοδότη γιατί αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα θα είχαμε φεουδαρχικού τύπου εξάρτηση και όχι μισθωτή εργασία. Αυτή η ελευθερία είναι όμως ασύμμετρα υποδεέστερη της δυνατότητας που έχει ο εργοδότης να λύσει αυτός τη σύμβαση, απολύοντας έναν ή πολλούς εργαζόμενους. Αυτή η ασυμμετρία, που εκτείνεται σε πλήθος άλλα ζητήματα (του εργάσιμου χρόνου,του μισθού κλπ), υποδηλώνει ότι η σχέση είναι στην ουσία της εκμεταλλευτική, δηλαδή ότι λειτουργείδομικά μονομερώςπρος όφελος της εργοδοτικής πλευράς. Continue reading «Συνηγορεία υπερ της μονομέρειας»

H στρατηγική της έντασης, τότε και τώρα

28-2-thumb-largeτου Στάθη Κουβελάκη*

Ιδιαίτερα πυκνή έγινε το τελευταίο διάστημα στο δημόσιο λόγο η αναφορά στη «στρατηγική της έντασης», ειδικότερα μετά τις επιθέσεις στα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας και στο Mall. Ας θυμίσουμε εδώ ότι ο όρος παραπέμπει στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970, όταν ακροδεξιές ομάδες, με τη συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών και του «βαθέος κράτους», διέπραξαν μεγάλης έκτασης τρομοκρατικά χτυπήματα και τα απέδωσαν στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Η ατμόσφαιρα ήταν τότε εκρηκτική: ένα εξεγερσιακό κύμα, με επίκεντρο τα εργοστάσια και τα πανεπιστήμια, σάρωνε την ιταλική κοινωνία. Η Αριστερά, με πυλώνα το ΚΚ Ιταλίας, το πιο ισχυρό όλου του δυτικού κόσμου, απειλούσε την αδιατάρακτη μεταπολεμικά εξουσία της Χριστιανοδημοκρατίας και των συμμάχων της. Η στρατηγική της έντασης στόχευε λοιπόν πολλαπλά: κατ’ αρχήν να σπείρει φόβο και να αναζωπυρώσει τα συντηρητικά αντανακλαστικά που σε καιρούς κρίσης στρέφονται σε λύσεις νόμου και τάξης. Θα προετοιμαζόταν έτσι το έδαφος για την αυταρχική σκλύρυνση και τη νομιμοποίηση της καταστολής των κοινωνικών κινητοποιήσεων. Στόχος ήταν τέλος αφ’ ενός η ανακοπή της ανοδικής δυναμικής της κομμουνιστικής αριστεράς, αφ’ετέρου η διάσπασή της ανάμεσα στις μειοψηφικές τάσεις που, με προβλέψιμο τρόπο, θα αντιδρούσαν «δυναμικά» (έως και ένοπλα), και σ’ εκείνες που, προσβλέποντας στην εξουσία εντός του κοινοβουλευτικού πλαισίου, θα αναγκάζονταν να στοιχηθούν με τη «νομιμότητα» και την κρατική καταστολή.

Η κατάληξη αυτής της ιστορίας είναι γνωστή: στην ουσία, το σχέδιο πέτυχε. Μια μειοψηφία όντως επέλεξε τον αδιέξοδο δρόμο της ένοπλης αναμέτρησηςκαι συντρίφτηκε, ενώ η πλειοψηφία συντάχθηκε με το κράτος έκτακτης ανάγκης που σφυρηλατήθηκε στην «πάλη κατά της τρομοκρατίας», και οδηγήθηκε στην ήττα και την παρακμή. Στριμωγμένα μεταξύ σφύρας και άκμονος, τα κοινωνικά κινήματα, τα πιο ριζοσπαστικά και μαζικά που γνώρισε η μεταπολεμική Ευρώπη, υποχώρησαν και περιθωριοποιήθηκαν. Ο δρόμος είχε ανοίξει για την αντεπανάσταση που θα έσπρωχνε την χώρα του «παρατεταμένου κόκκινου Μάη» στην κατρακύλα ενός Κράξι και ενός Μπερλουσκόνι.

Οι αναλογίες με τη σημερινή ελληνική κατάσταση είναι υπαρκτές, εξ ίσου σημαντικές όμως και οι διαφορές. Το κλονιζόμενο από τον μνημονιακό Αρμαγεδώνα κράτος προσπαθεί να υπερβεί τη χρεοκοπία του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος οικοδομώντας συναινέσεις βασισμένες στο φόβο και την αντιμετώπιση των κοινωνικών αντιδράσεων μέσω της επίδειξης «πυγμής». Οι κατασταλτικοί του μηχανισμοί, αλλά και ο λόγος των εκπροσώπων του, έχουν δημιουργήσει ουσιαστικά ένα συνεχές με τις ακροδεξιές συμμορίες, λιγότερο οργανωμένες ίσως από τις αντίστοιχες ιταλικές εκείνης της εποχής αλλά με μεγαλύτερα στηρίγματα στην κοινωνία. Στο στόχαστρο βρίσκεται και πάλι η Αριστερά, στην οποία ασκείται μια τερράστια πίεση που αποσκοπεί στο να την αποκόψει από τις λαϊκές κινητοποιήσεις και να την εξωθήσει σε λογικές συναίνεσης στη «νομιμότητα» και ένταξης στο υποτιθέμενο«συνταγματικό τόξο». Αυτά τη στιγμή που έχουν γελοιοποιηθεί οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες, καθώς και το ίδιο το Σύνταγμα, ενώ αλωνίζουν ανενόχλητοι οι τραμπούκοι της Χρυσής Αυγής.

Λείπει όμως από την αναλογία ένα βασικό στοιχείο. Continue reading «H στρατηγική της έντασης, τότε και τώρα»

Είναι εφικτή μια κυβέρνηση της αριστεράς;

190251_10151251093385470_1359789853_nτου Στάθη Κουβελάκη*

Το ερώτημα ίσως φανεί περίεργο σε όσους τουλάχιστον δεν έχουν παρασυρθεί από την εικονική πραγματικότητα βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων που προβάλλουν τα φερέφωνα της κυβέρνησης και των μνημονιακών δυνάμεων. Με τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο στις δημοσκοπήσεις, τις αντιθέσεις να οξύνονται στο εσωτερικό του κυβερνητικού στρατόπεδου, την πλήρη, ουσιαστικά, διάλυση του ΠΑΣΟΚ και τον κλονισμό που προκαλεί η υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ, η προοπτική μιας αντιμνημονιακής κυβέρνησης με κορμό την σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση φαντάζει ως η λογική διάδοχη λύση στο καταρρέον πολιτικό σκηνικό. Οσοι κραδαίνουν, όπως ο κ. Ψυχάρης (βλ. Βήμα 22/11.2012), το «φάντασμα του 1958», όταν η δυναμική που έφερε την ΕΔΑ στη θέση που βρίσκεται σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ εξανεμίστηκε στο διάστημα που ακολούθησε, δείχνουν απλά πόσο επιφανειακά έχουν καταλάβει τη σημερινή συγκυρία. Γιατί σήμερα η Αριστερά, και ειδικότερα ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει απέναντί της ούτε έναν υπό ανασυγκρότηση δυναμικό κεντρώο σχηματισμό, ούτε την απαρχή του μεταπολεμικού «οικονομικού θαύματος», αλλά ένα διαλυμένο πολιτικό σύστημα και μια κατεστραμμένη από την μνημονιακή λεηλασία χώρα, δυό τάσεις που τροφοδοτούν φυσικά και την δική της δυναμικής. Και που είναι τουλάχιστον απίθανο να αντιστραφούν εντός του έτους όταν συνεχίζονται με αμείωτους, αν όχι εντεινόμενους, ρυθμούς η ύφεση, η ανεργία, η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών και η εξαθλίωση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Continue reading «Είναι εφικτή μια κυβέρνηση της αριστεράς;»

Κόμμα,Εξουσία,Στρατηγική – 7 + 1 Σημεία για το νέο ΣΥΡΙΖΑ

τoυ Στάθη Κουβελάκη

Στη μνήμη του Ντανιέλ Μπενσάϊντ

1. Ας ξεκινήσουμε από το εξής ερώτημα: τι γεννάει «αντικειμενικά» την ανάγκη για έναν καινούργιο Σύριζα; Προφανώς όχι κάποιο προϋπάρχον σχέδιο για την αναμόρφωση της «μορφής κόμμα» που σταδιακά προχωράει και μπαίνει σε μια καινούργια φάση της υλοποίησής του. Η διαδικασία που έχει δρομολογηθεί προκύπτει πρώτα και κύρια από την ταξικής σύγκρουσης που συγλονίζει την ελληνική κοινωνία εδώ και δυόμιση περίπου χρόνια και τις ανάγκες που δημιουργεί. Από τη συγκεκριμένη εμπειρία αγώνων, κοσμογονικών και δραματικών ανατροπών που έχουν βιώσει οι λαϊκές τάξεις. Πιο συγκεκριμένα: από τη διαπίστωση ότι 24 γενικές απεργίες, δεκάδες ογκώδεις κινητοποιήσεις στους δρόμους, καταλήψεις πλατειών από πλήθη κόσμου για πάνω από ένα μήνα, δεν αρκούν για να φέρουν την αντιμνημονιακή ανατροπή που αποτελεί όρο επιβίωσης της κοινωνικής πλειοψηφίας και της χώρας. Δεν αρκούν μεν, πλην όμως δημιούργησαν τους όρους για να εκφραστεί η κατάρρευση του προϋπάρχοντος πολιτικού συστήματος (και γενικότερα των σχέσεων εκπροσώπησης) σε μια πλειοψηφικά αριστερόστροφη κίνηση. Δημούργησαν τους όρους μιας νέας συνάντησης της Αριστεράς, ή τουλάχιστον αυτής που ήταν διατεθειμένη για κάτι τέτοιο, με ευρύτερες λαϊκές μάζες. Η μετωπική-ενωτική κουλτούρα του Σύριζα, η ικανότητά του να συνδιαλέγεται με την λαϊκή κινητοποίηση, ακόμη και στις πιο δύσκολες για κομματικό φορέα μορφές (κίνημα των πλατειών), η πρόταση του, τέλος, για «κυβέρνηση της Αριστεράς» με στόχο την κατάργηση των Μνημονίων, εξηγούν την εκτίναξή σε πρωτοφανή εδώ και μισό αιώνα για αριστερό κόμμα επίπεδα εκλογικής καταγραφής.
Η συνάντηση που εκφράστηκε με εκλογικούς όρους την άνοιξη, και σφραγίστηκε μέσα από την ταξική και πολιτική πόλωση του Ιούνη, ανέδειξε τον Σύριζα ως κεντρικό εκφραστή ενός δυνάμει νέου μπλοκ λαϊκών αντιμνημονιακών δυνάμεων με πλειοψηφική δυναμική και προοπτική εξουσίας. Για πρώτη φορά μετά την ιστορική ήττα του σύντομου 20ου αιώνα, η Αριστερά θέτει ζήτημα εξουσίας σε ευρωπαϊκή χώρα. Μετά το καλοκαίρι η προοπτική αυτή άρχισε να ανιχνεύεται με οργανωτικούς όρους – κάτι που ήδη ενυπήρχε σπερματικά στην εμπειρία των ανοιχτών συνελεύσεων της προεκλογικής και αμέσως μετεκλογικής περιόδου. Η πορεία προς τη Συνδιάσκεψη, με τον τριπλασιασμό των μελών και το «άπλωμα» του Σύριζα σε νέους χώρους αποτελούν τον πρώτο σταθμό αυτής της πορείας αναδιάταξης των μορφών οργάνωσης και εκπροσώπησης των λαϊκών και εργαζόμενων τάξεων.

2. Η συνάντηση αυτή δε γίνεται φυσικά εν κενώ, ούτε αποτελεί απλή μεταφορά, όπως νομίζουν ορισμένοι, των κινηματικών εμπειριών σε μια κομματική δομή. Ασφαλώς αυτές οι διαστάσεις υπάρχουν, είναι ενεργές, και ευτυχώς! Για να το πούμε διαφορετικά: ο νέος Σύριζα που δημιουργείται από τη διάδραση του «από τα κάτω» με το «από τα πάνω» αποτελεί (σε ένα βαθμό τουλάχιστον ) τον καθρέφτη όσων έγιναν την τελευταία περίοδο στο πεδίο των κινητοποιήσεων και των μορφών της λαϊκής αυτενέργειας. Του πλούτου αλλά και των ορίων τους, ή των ειδικών τους χαρακτηριστικών: π.χ μια σχετική απόσταση της νεολαίας, η ατονία των δράσεων στους χώρους παραγωγής, εκτός των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας που αποτελούν βασικά πεδία της σύγκρουσης. Αυτά τα χαρακτηριστικά συνδέονται βέβαια τόσο με την κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος όσο και με τα γενικότερα χαρακτηριστικά της περιόδου, δηλαδή με το γεγονός ότι η αναμέτρηση είχε εξ’αρχής έναν πολιτικό χαρακτήρα. Ο Σύριζα αντανακλά λοιπόν αυτήν την πραγματικότητα στο βαθμό που, αν και κινείται προς την ενιοποίησή του, διατηρεί ή μάλλον αποκτά καινούργιου τύπου «μετωπικά» χαρακτηριστικά, «κοινωνικού» θα λέγαμε χαρακτήρα, που του επιτρέπουν να επικοινωνεί με ένα μεγάλο φάσμα μορφών λαϊκής αυτενέργειες. Αιχμή αυτής της διαδικασίας αποτελεί φυσικά η δουλειά αλληλεγγύης και κινηματικής δραστηριοποίησης και αυτοοργάνωσης σε τοπικό επίπεδο.

3. Ενα κομματικό σχήμα δεν είναι όμως μόνο αυτό: είναι και ένα στελεχικό δυναμικό, ένας μηχανισμός, μια ηγεσία, μια σειρά από ιδεολογικές και πολιτικές συντεταγμένες και λίγο-πολύ παγιωμένες πρακτικές. Ολα αυτά αποτελούν απαραίτητα συστατικά για να μπορέσει ένα κόμμα να λειτουργήσει όχι ως συνδικαλιστική εκπροσώπηση κοινωνικών ομάδων αλλά ως «συλλογικός διανοούμενος». Για να είναι σε θέση να διαμεσολαβήσει ένα σύνολο αντιθέσεων υπερβαίνοντάς τες έτσι ώστε να διαμορφώνονται οι όροι μιας «γενικής συλλογικής βούλησης». Με στόχο, όταν έχουμε να κάνουμε με αριστερό κόμμα, τη συγκρότηση μιας νέας ηγεμονίας, της διευθυντικής ικανότητας των κυριαρχούμενων τάξεων ως υποκείμενου ικανού να αρθρώσει ένα γενικό συμφέρον και το επιβάλλει με όρους κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας.
Σε ότι αφορά το Σύριζα έτσι όπως έχει υπάρξει ως τώρα απαιτείται λοιπόν μια νηφάλια και ειλικρινής αποτίμηση της πραγματικής του πορεία.
Τι είδους σχήμα ήταν λοιπόν εως πολύ πρόσφατα ο «υπαρκτός Σύριζα», ο Σύριζα στην ειδική οργανωτική του διάσταση, με την ιδιαίτερη υλικότητά της;
Το θέμα είναι ασφαλώς ευρύ και δεν μπορεί να καλυφθεί σε ένα σύντομο κειμένο. Επιγραμματικά και μόνο λοιπόν σημειώνουμε τα εξής:
– Ο Σύριζα δημιουργήθηκε ως ένα μετωπικό σχήμα που κατάφερε να υπερβεί ως ένα βαθμό τον οργανωτικό κατακερματισμό, προϊόν της κρίσης της Αριστεράς, αλλά ταυτόχρονα τον αναπαρήγαγε, τροποποιώντας τον, μέσω μιας διαρκούς «από τα πάνω» διαπραγμάτευσης μεταξύ υπο-μηχανισμών, ρευμάτων και οργανώσεων. Με μια έννοια ο Σύριζα επέκτεινε το μοντέλο «κόμμα πολιτικής ενότητας» του Συνασπισμού, δηλαδή της βασικής του συνιστώσας, που αποτελεί ταυτόχρονα η ίδια μια μικρογραφία των αντιθέσεών του.
– Η αντίφαση αυτή ενσαρκώθηκε σε έναν οργανισμό που συνδύαζε μια σχετική «πλαστικότητα», με κινηματικές διαστάσεις, ριζοσπαστικές διαθέσεις και έντονο πλουραλισμό, με μια πλαδαρότητα, με χαρακτηριστικά αμορφίας, εκλογικού μηχανισμού και με χρόνια φαινόμενα παραγοντισμού.
– Aυτή η ιδιότυπη μετωπική μορφή απέκτησε ταυτόχρονα χαρακτηριστικά πολιτικοποίησης, με κατωχυρωμένη την ανοιχτή (και μάλιστα έντονη) διαπάλη απόψεων, που αποτελεί αναμφισβήτητα δημοκρατική κατάκτηση, αλλά και γραφειοκρατικοποίησης, εν μέρει αναπόφευκτης, εν μέρει όμως ανατροφοδοτούμενης ως τρόπος «από τα πάνω» διαχείρισης των αντιθέσεων που προέκυπταν από τη διττή υπόσταση στην οποία αναφερθήκαμε.
– Η μορφή αυτή έβαζε επίσης σαφή όρια στο όλο εγχείρημα, τόσο προς τα έξω, στην διεύρυνση της οργανωμένης επιρροής του Σύριζα πέραν του κύκλου των πολιτικοποιήμενου ιστορικού δυναμικού της Αριστεράς, με κυρίαρχο το στοιχείο της διανόησης, τόσο και προς τα μέσα, στη διαμόρφωση ενός ανανεούμενου στελεχικού δυναμικού και μιας πραγματικής «ηγετικής ομάδας», με την έννοια του Τολιάττι: μιας «οργανικά» συγκροτημένης ηγεσίας, δηλαδή μιας συλλογικότητας συνεκετικής, αν και όχι μονολιθικής, ομογενοποιημένης όχι ως προς τη γραμμή αλλά ως προς μια κοινή μήτρα, προϊόν της ιδεολογικής και πολιτικής σύνθεσης (ενότητας αντιθέσεων) που παράγει ο κομματικός οργανισμός στις διάφορες βαθμίδες του. Αυτό το διπλό έλλειμα, λαϊκότητας στη βάση και οργανικής ενότητας στην κορυφή (αλλά και στις ενδιάμεσες βαθμίδες), απετέλεσε χαρακτηριστικό γνώρισμα της οργανωτικής μορφής του Σύριζα.
– Η υπερτροφία του ρόλου του «αρχηγού», που χαρακτηρίζει την όλη πορεία του Συνασπισμού και, κατόπιν, του Σύριζα (και όχι μόνο την πιο πρόσφατη φάση της) δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας ατομικής ιδιοσυγκρασίας (ή μιας σειράς τέτοιων) αλλά πρώτα και κύρια έκφράζει την αδυναμία συγκρότησης «ηγετικής ομάδας», που εκφράζει με τη σειρά της την αδυναμία διαμόρφωσης ενός στελεχικού δυναμικού που να συνθέτει δυναμικά την εμπειρία του κομματικού οργανισμού. Γι αυτό και ο ρόλος του ηγέτη είναι πάντα αμφίσημος στο βαθμό που καλείται να καλύψει αυτό το κενό, και, ενδεχομένως, να προετοιμάσει το έδαφος για την ίδια του την υπέρβαση, ενώ ταυτόχρονα τείνει να το αναπαράγει από την ίδια τη δυναμική που δημιουργεί αυτή ακριβώς η «χαρισματική» του λειτουργία. Continue reading «Κόμμα,Εξουσία,Στρατηγική – 7 + 1 Σημεία για το νέο ΣΥΡΙΖΑ»