Πέντε ερωτήματα απαιτούν απάντηση

του Κώστα Λαπαβίτσα

1d9c5-lapav

Η συμφωνία του Γιούρογκρουπ δεν έχει ολοκληρωθεί, εν μέρει γιατί δεν γνωρίζουμε ακόμη ποιες ‘μεταρρυθμίσεις’ θα προτείνει η ελληνική κυβέρνηση σήμερα (Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου) και ποιες από αυτές θα γίνουν δεκτές. Όσοι όμως έχουμε εκλεγεί στη βάση του προγράμματος του Σύριζα και θεωρούμε τις εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης ως δέσμευση που έχουμε αναλάβει προς τον ελληνικό λαό, έχουμε βαθιές ανησυχίες. Είναι υποχρέωσή μας να τις καταγράψουμε.

Το γενικό περίγραμμα της συμφωνίας έχει ως εξής:

 1.Η Ελλάδα ζητάει επέκταση της τρέχουσας συμφωνίας δανειακής στήριξης, η οποία στηρίζεται σε μια σειρά από δεσμεύσεις.
2.Ο στόχος της επέκτασης είναι να επιτρέψει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της τρέχουσας συμφωνίας και να δώσει χρόνο για μια πιθανή νέα συμφωνία.
3.Η Ελλάδα θα υποβάλλει αμέσως κατάλογο ‘μεταρρυθμίσεων’, οι οποίες θα αξιολογηθούν από τους ‘θεσμούς’  και θα συμφωνηθούν τελικά τον Απρίλιο. Εάν η αξιολόγηση είναι θετική, θα αποδεσμευτούν τα χρήματα που δεν δόθηκαν ακόμη από την τρέχουσα συμφωνία συν τις επιστροφές από τα κέρδη της ΕΚΤ.
4.Τα υπάρχοντα κονδύλια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τις ανάγκες των τραπεζών και θα είναι εκτός ελληνικού ελέγχου.
5.Η Ελλάδα δεσμεύεται να εκπληρώσει πλήρως και εγκαίρως όλες τις χρηματοοικονομικές της υποχρεώσεις προς τους εταίρους της.
6.Η Ελλάδα δεσμεύεται να διασφαλίσει ‘κατάλληλα’ πρωτογενή πλεονάσματα για να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα του χρέους στη βάση των αποφάσεων του Γιούρογκρουπ του Νοεμβρίου 2012. Το πλεόνασμα για το 2015 θα λάβει υπόψη του τις οικονομικές συνθήκες του 2015.
7.Η Ελλάδα δεν θα ανακαλέσει μέτρα, ούτε θα κάνει μονομερείς αλλαγές που μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση στους δημοσιονομικούς στόχους, την οικονομική ανάκαμψη, ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως θα εκτιμηθούν από τους ΄θεσμούς’.
Στη βάση αυτή, το Γιούρογκρουπ θα ξεκινήσει τις εθνικές διαδικασίες για τετράμηνη επέκταση της τρέχουσας συμφωνίας και καλεί τις ελληνικές αρχές να ξεκινήσουν άμεσα τη διαδικασία για την επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησής της.
Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς πως μέσα από αυτήν τη συμφωνία θα υλοποιηθούν οι εξαγγελίες ‘της Θεσσαλονίκης’ που περιλαμβάνουν τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και την άμεση αντικατάσταση των Μνημονίων με το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης. Όσοι εκλεγήκαμε με το Σύριζα δεσμευτήκαμε ότι θα προχωρήσουμε στην υλοποίηση του Εθνικού Σχεδίου ανεξάρτητα από τις διαπραγματεύσεις για το χρέος, διότι το θεωρούμε απαραίτητο για την επανεκκίνηση της οικονομίας και την ανακούφιση της κοινωνίας. Είναι ανάγκη λοιπόν να εξηγηθεί τώρα το πως αυτά θα υλοποιηθούν και πως θα μπορέσει η νέα κυβέρνηση να αλλάξει την τραγική κατάσταση που κληρονόμησε.
Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, το Εθνικό Σχέδιο περιλάμβανε τέσσερις πυλώνες με κόστος για τον πρώτο χρόνο ως εξής:
Ι) Αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης (1,9 δις).
ΙΙ) Επανεκκίνηση της οικονομίας με φορολογικές ελαφρύνσεις, ρύθμιση «κόκκινων δανείων», ίδρυση Αναπτυξιακής Τράπεζας, επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ (συνολικά 6,5 δις).
ΙΙΙ) Πρόγραμμα Δημόσιας Απασχόλησης για 300000 θέσεις εργασίας (3 δις τον πρώτο χρόνο και άλλα 2 δις τον δεύτερο).
IV) Μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος με παρεμβάσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και στο κοινοβούλιο.
Οι πηγές χρηματοδότησης και πάλι για τον πρώτο χρόνο είχαν προβλεφθεί ως εξής:
Ι) Εκκαθάριση χρεών προς την εφορία (3 δις)
ΙΙ) Πάταξη της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου (3 δις)
ΙΙΙ) Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (3 δις)
IV) ΕΣΠΑ και άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα (3 δις)
Με δεδομένο λοιπόν το ανακοινωθέν του Γιούρογκρουπ, ρωτώ:
Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης
Πως θα χρηματοδοτηθεί το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης, όταν τα 3 δις του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας είναι πλέον εκτός ελληνικού ελέγχου; Η αφαίρεση αυτών των κονδυλίων κάνει ακόμη πιεστικότερη τη συλλογή μεγάλων ποσών από τη φοροδιαφυγή και την εκκαθάριση χρεών σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Πόσο εφικτή είναι αυτή η προοπτική;
Διαγραφή χρέους
Πως θα προχωρήσει η διαγραφή του χρέους, όταν η Ελλάδα δεσμεύεται να εκπληρώσει πλήρως και εγκαίρως όλες τις χρηματοοικονομικές της υποχρεώσεις προς τους εταίρους της;
Άρση λιτότητας
Πως θα υπάρξει άρση της λιτότητας, όταν η Ελλάδα δεσμεύεται να πετύχει ‘κατάλληλα’ πρωτογενή πλεονάσματα για να καταστήσει το υπάρχον τεράστιο χρέος ‘βιώσιμο’; Η ‘βιωσιμότητα’ του χρέους – όπως την εκτιμούσε η Τρόικα – ήταν ακριβώς η αιτία για το παράλογο κυνήγι πρωτογενών πλεονασμάτων. Καθώς το χρέος δεν θα μειωθεί σημαντικά, πως θα πάψουν να υπάρχουν πρωτογενή πλεονάσματα που είναι καταστροφικά για την ελληνική οικονομία και αποτελούν την ουσία της λιτότητας;
Εποπτεία και δημοσιονομικό κόστος
Πως θα προχωρήσει οποιαδήποτε προοδευτική αλλαγή στη χώρα, όταν οι ΄θεσμοί’ θα ασκούν αυστηρή εποπτεία και θα απαγορεύουν μονομερείς ενέργειες; Θα επιτρέψουν οι ‘θεσμοί’ την υλοποίηση των πυλώνων ‘της Θεσσαλονίκης’ δεδομένου ότι έχουν άμεσο, ή έμμεσο δημοσιονομικό κόστος;
Η μελλοντική διαπραγμάτευση
Τι ακριβώς θα έχει αλλάξει στους επόμενους τέσσερις μήνες της ‘παράτασης’, ώστε η νέα διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας να γίνει από καλύτερες θέσεις; Τι θα αποτρέψει την επιδείνωση της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας;
Οι στιγμές είναι απολύτως κρίσιμες για την κοινωνία, το έθνος και φυσικά την Αριστερά. Η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης εδράζεται στο πρόγραμμα του Σύριζα. Το ελάχιστο που απαιτείται είναι να έχουμε μια ανοιχτή συζήτηση στα κομματικά όργανα και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Πρέπει άμεσα να δώσουμε καίριες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ώστε να διατηρήσουμε τη μεγάλη στήριξη και δυναμική που μας δίνει ο ελληνικός λαός. Οι απαντήσεις που θα δοθούν το αμέσως επόμενο διάστημα θα κρίνουν το μέλλον της χώρας και της κοινωνίας.

Παγκόσμια οικονομία: Προς γενικευμένη αστάθεια

c9ed3-86432-lapavitsasτου Κώστα Λαπαβίτσα

Η πρόσφατη αναστάτωση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές κατέδειξε την εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης που βρέθηκε στο επίκεντρο της αναταραχής. Στο άρθρο αυτό αναλύεται σύντομα η πορεία της παγκόσμιας και εντοπίζονται οι πιθανές αιτίες της επόμενης κρίσης. Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα, που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα την προηγούμενη εβδομάδα, θα αναλυθούν σε νέο άρθρο τις επόμενες μέρες.
Που βαδίζει η παγκόσμια οικονομία;
Η παγκόσμια αναταραχή έχει τις ρίζες της στη δομική κρίση του 2007-9, η οποία αντιμετωπίστηκε με κρατική παρέμβαση, χωρίς όμως να επέλθει και οριστική επίλυση των προβλημάτων που τη γέννησαν.  Το κράτος παρενέβη κυρίως με άφθονη παροχή ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες – με πρώτη την αμερικανική Φεντ – αλλά και με ενέσεις κεφαλαίου στο τραπεζικό σύστημα. Προς το τέλος του 2009 οι αγορές είχαν σταθεροποιηθεί, αλλά κίνδυνος παρέμενε τόσο έντονος ώστε η αμερικανική κυβέρνηση –  στην οποία φυσιολογικά έπεσε ο κλήρος να κρατήσει την παγκόσμια οικονομία όρθια – αναγκάστηκε να συνεχίσει την παροχή ρευστότητας σε τεράστιες ποσότητες, κρατώντας παράλληλα τα δημόσια επιτόκια συνεχώς κοντά στο 0%.
Το Μάιο του 2013 η Φεντ έκανε την πρώτη δειλή ανακοίνωση ότι σταδιακά θα περιορίσει τη ρευστότητα και άρα κάποια στιγμή τα επιτόκια θα αρχίσουν να κινούνται ανοδικά. Στους δεκαοκτώ μήνες που πέρασαν από τότε αυξήθηκε βαθμιαία η ένταση στις αγορές, αλλά παράλληλα συνεχίστηκε η κερδοσκοπική αξιοποίηση της φθηνής ρευστότητας. Φάνηκε δηλαδή για μια ακόμη φορά πόσο βαθιά είναι η παθογένεια και το αδιέξοδο του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού της εποχής μας. Η αναταραχή της προηγούμενης εβδομάδας έδωσε τα πρώτα σημάδια της επόμενης κρίσης που πιθανόν να αντιμετωπίσει η παγκόσμια οικονομία, η οποία έχει δύο βασικές αιτίες.
Η πρώτη είναι ότι στα πέντε χρόνια από το 2009 και μετά η καρδιά της παγκόσμιας οικονομίας – ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία – δεν έχει δείξει απολύτως κανέναν αναπτυξιακό δυναμισμό. Η κερδοφορία του κεφαλαίου ανέκαμψε, καθώς οι πραγματικοί μισθοί δέχτηκαν εντονότατες πιέσεις προς τα κάτω, αλλά ο πυρήνας του ώριμου καπιταλισμού παρέμεινε ουσιαστικά σε στασιμότητα. Ακόμη και οι πλέον βαρύγδουποι εκφραστές της επίσημης οικονομικής σκέψης στις ΗΠΑ άρχισαν να μιλούν για μια ‘νέα κανονικότητα’ που θα είναι η έλλειψη ανάπτυξης. Τα αποτελέσματά της θα είναι φυσικά η αδυναμία της απασχόλησης, τα χαμηλά εισοδήματα, η συνεχιζόμενη φθορά των βασικών υποδομών, η περαιτέρω υποχώρηση του κράτους πρόνοιας και η διευρυνόμενη ανισότητα. Η ροπή προς τη στασιμότητα βρίσκεται πίσω και από την τάση αποπληθωρισμού – που παίρνει ήδη τη μορφή πτώσης των τιμών – εξέλιξη που έχει ιστορικά αποδειχθεί καταστρεπτική για την καπιταλιστική οικονομία. Αν προσθέσουμε και τον πολιτικό αυταρχισμό που γίνεται ολοένα και εντονότερος, η εικόνα η οποία αναδύεται είναι τρομακτική.
Η μόνη πηγή δυναμισμού στην παγκόσμια οικονομία κατά το διάστημα αυτό ήταν οι αναπτυσσόμενες χώρες και κυρίως η Κίνα, όπου η ανάπτυξη συνέχισε να σημειώνει υψηλούς ρυθμούς. Η Κίνα λειτούργησε και ως μεγάλη αγορά για τα προϊόντα μιας σειράς αναπτυσσομένων χωρών, όπως η Βραζιλία και χώρες της Αφρικής. Όμως, η υποχώρηση του κινεζικού ρυθμού ανάπτυξης από το 10,5% το 2010 στο 7,5% το 2014 και ίσως στο 7% του 2015 σηματοδοτεί μια μεγάλη αλλαγή: οι ρυθμοί ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες χώρες υποχώρησαν έντονα το 2013-14 και αν το επόμενο διάστημα παρουσιάσουν στασιμότητα και οι αναπτυσσόμενες χώρες,  τότε η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να οδηγείται σε ένα τέλμα χωρίς προηγούμενο.
Η δεύτερη αιτία είναι ότι τα πέντε χρόνια από το 2009 και μετά η χρηματιστικοποίηση συνεχίστηκε και εντάθηκε απορροφώντας πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Ο κυριότερος μοχλός χρηματιστικοποίησης ήταν η παροχή άφθονης κρατικής ρευστότητας, η οποία ξεπέρασε τα $7τρις σε ολόκληρο τον κόσμο υπό την καθοδήγηση της Φεντ, της οποίας ο ισολογισμός έφτασε αισίως τα $4,5τρις. Στην ουσία οι κεντρικές τράπεζες απορρόφησαν τις διατραπεζικές αγορές και αφαίρεσαν το παραδοσιακό περιεχόμενο από τις εμπορικές διατραπεζικές πράξεις ρευστότητας. Για τις τράπεζες και τις υπόλοιπες χρηματοπιστωτικές εταιρείες η πηγή ρευστότητας έγινε μία, αστείρευτη και πάμφθηνη: η κεντρική τράπεζα βασισμένη στη δημόσια πίστη.
Το αποτέλεσμα ήταν, αφ’ ενός, να συσσωρευτούν τεράστια ποσά ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που δεν κατέληγαν στην πραγματική οικονομία, η οποία δεν έδειχνε κανέναν δυναμισμό. Τα ποσά αυτά, αφ’ ετέρου, ενίσχυσαν την αφανή πλευρά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τις λεγόμενες ‘σκιώδεις’ τράπεζες που είναι ισχυρότατες στις ΗΠΑ, αλλά και πλήθος από χετζ φαντς και άλλους ‘επενδυτές’ τέτοιου τύπου. Το φθηνό κρατικό χρήμα και τα χαμηλά επιτόκια ώθησαν τον συρφετό αυτόν σε αναζήτηση υψηλών αποδόσεων παγκοσμίως, με ιδιαίτερη έμφαση στις αναπτυσσόμενες χώρες που φαίνονταν να έχουν κάποιον δυναμισμό. Η εισροή κεφαλαίων επέτεινε τη χρηματιστικοποίηση των αναπτυσσομένων χωρών δημιουργώντας φαινόμενα υπερεπέκτασης του δανεισμού σε πολλές απ’ αυτές. Η πρόσφατη Μελέτη της Γενεύης για το 2014 δείχνει ότι το συνολικό παγκόσμιο χρέος των μη-χρηματοπιστωτικών εταιρειών διογκώθηκε από περίπου 195% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2009 σε περίπου 215% το 2013.
Ο συνδυασμός προϊούσας στασιμότητας και διευρυνόμενου χρέους είναι δυνάμει εκρηκτικός και αποτελεί την κύρια πηγή κρίσης για την παγκόσμια οικονομία.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη η εμφάνιση τάσεων ανταγωνισμού στις διεθνείς ισοτιμίες. Τα χρόνια μετά την κρίση οι κεντρικές ισοτιμίες της παγκόσμιας αγοράς παρέμειναν σχετικά σταθερές, πράγμα που συνέβαλλε στη σταθεροποίηση του συστήματος συνολικότερα. Από το 2013 όμως το ιαπωνικό γεν υποχωρεί συστηματικά, δεδομένου ότι η κυβέρνηση Άμπε έχει διακηρυγμένη πολιτική ανόδου το πληθωρισμού σε μια προσπάθεια τόνωσης της εγχώριας ζήτησης. Το ευρώ επίσης παρουσιάζει τάσεις υποχώρησης εδώ και μήνες καθώς υπάρχει η προσδοκία από πλευράς χρηματοπιστωτικών αγορών ότι η ΕΚΤ θα υιοθετήσει νομισματική χαλάρωση. Κανείς δε γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί με το κινεζικό γουάν το επόμενο διάστημα καθώς η χρήση του γίνεται ολοένα και ευρύτερη. Αν υπάρξει περίοδος πολέμου στις ισοτιμίες τα πράγματα θα γίνουν εξαιρετικά δύσκολα για μια παγκόσμια οικονομία που δεν έχει δυναμισμό.
Δεν είναι καθόλου περίεργο λοιπόν που οι συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές σταδιακά έχουν γίνει εξαιρετικά τεταμένες, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η διακηρυγμένη απόφαση της Φεντ να περιορίσει τη δημόσια ρευστότητα. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς θα αποκαλυφθεί εάν και όταν οι δραστηριότητες των ‘σκιωδών’ επενδυτών έρθουν στο φως. Παράλληλα, είναι βέβαιο ότι οι διατραπεζικές αγορές έχουν χάσει μεγάλο μέρος της ικανότητάς τους να γενούν ρευστότητα, αφού τόσον καιρό στηρίζονται στην κρατική. Στο κλίμα αυτό ήταν αρκετές ορισμένες προβληματικές ειδήσεις για την πορεία των μεγεθών της παγκόσμιας οικονομίας για να γενικευτεί η αστάθεια την προηγούμενη εβδομάδα, να επέλθει ραγδαία υποχώρηση των χρηματιστηρίων, να εκτοξευτεί η ‘μεταβλητότητα’ των αποδόσεων και να εξαπλωθεί φόβος.
Η επίμονη κρίση της Ευρωζώνης
Την πρωτοκαθεδρία στην αστάθεια είχε φυσικά η Ευρωζώνη, η οποία πλήττεται από την αποτυχίας της νομισματικής ένωσης. Η κρίση της ΟΝΕ το 2010-12 αντιμετωπίστηκε μεταφέροντας το κόστος εξ ολοκλήρου στην περιφέρεια, επιβάλλοντας σκληρή λιτότητα και μειώνοντας το εργατικό κόστος. Τα δημοσιονομικά της περιφέρειας σταθεροποιήθηκαν με τεράστιο κόστος, καθώς η λιτότητα προκάλεσε βαθύτατη ύφεση και χειροτέρεψε το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ. Παράλληλα, κάτω από γερμανική πίεση, η ΟΝΕ έγινε ακόμη πιο σκληρή στα θέματα της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ απορρίφθηκε χωρίς συζήτηση η προοπτική ‘αμοιβαιοποίησης’ του δημόσιου χρέους. Η νομισματική ένωση έχει εξελιχθεί σε μια μέγγενη που φέρνει ασφυξία σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Το τραγικό ήταν ότι η καταστροφή της περιφέρειας δεν έφερε τη λύση, παρά τα όσα φαντάζονταν τα σοφά μυαλά των Βρυξελλών και του Βερολίνου, γιατί η δομική δυσλειτουργία της Ευρωζώνης δεν προήλθε από τα προβληματικά δημόσια οικονομικά της περιφέρειας, αλλά από τη δεκαπενταετή καθήλωση των ονομαστικών μισθών στη Γερμανία.  Οι καθηλωμένοι μισθοί έδωσαν ένα τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο γερμανικό κεφάλαιο μέσα στην Ευρωζώνη, εφόσον δεν υπήρχε η δυνατότητα υποτίμησης για τους κύριους εμπορικούς εταίρους της Γερμανίας. Η Γερμανία σημείωσε ένα τεράστιο άλμα στο λόγο των εξαγωγών προς το ΑΕΠ: το 2013 έφτασε το 51%, ενώ της Κίνας ήταν μόλις 26%. Την ίδια χρονιά το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών ήταν $274δις – το μεγαλύτερο στον κόσμο – ενώ της Κίνας ήταν $183δις.
Ταυτόχρονα, η οικονομία της Γερμανίας είναι επισφαλής ακριβώς διότι η εμπορική της κυριαρχία στηρίζεται σε χαμηλούς μισθούς και όχι στις επενδύσεις, ή στην άνοδο της παραγωγικότητας. Η εγχώρια ζήτηση παραμένει εξαιρετικά ασθενής και η μόνη πηγή ανάπτυξης είναι οι εξαγωγές, για τις οποίες δεν υπάρχει φυσικά καμία βεβαιότητα. Κυριαρχώντας στην Ευρωζώνη, η Γερμανία έχει μεταβληθεί σε νεομερκαντιλιστικό φρούριο που απορροφά ζήτηση από ολόκληρο τον κόσμο, καθώς η παγκόσμια οικονομία οδεύει προς τη στασιμότητα. Πραγματικά πρόκειται για μια πολιτική που οδηγεί στη χρεοκοπία του γείτονα, αφού πρώτα φέρει φτώχεια στον εγχώριο πληθυσμό.
Το γερμανικό εξαγωγικό κεφάλαιο και οι γερμανικές τράπεζες δεν έχουν φυσικά κανένα κίνητρο να αλλάξουν την πολιτική αυτή. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η γερμανική πολιτική δημιουργεί τεράστια προβλήματα στη Γαλλία και την Ιταλία, οικονομίες που πλέον έχουν μεγάλο ανταγωνιστικό έλλειμμα και πνίγονται μέσα στην Ευρωζώνη. Ταυτόχρονα η γερμανική οικονομία οδεύει προς την ύφεση το 2014-15, καθώς η εγχώρια ζήτηση είναι πολύ αδύναμη. Εν ολίγοις, η κρίση της Ευρωζώνης έχει μετατραπεί σε σιγανή φωτιά που πλέον κατατρώει τις χώρες του πυρήνα.
Αξίζει να τονιστεί ότι, όσοι νομίζουν πως η λύση για την Ευρωζώνη μπορεί να βρεθεί με γαλλικό ή ιταλικό ‘αντάρτικο’ κατά της λιτότητας,  καθώς για παράδειγμα η Γαλλία αρνήθηκε να φέρει το έλλειμμα της στο 3% του ΑΕΠ το 2015, αλλά θα πάρει μέχρι το 2017, απλώς δεν έχουν κατανοήσει τη φύση του προβλήματος. Λύση θα επέλθει μόνο αν η ίδια η Γερμανία αλλάξει πολιτική μισθών και δημοσιονομικής ισορροπίας απαλείφοντας έτσι το δομικό κενό ανταγωνιστικότητας μέσα στην ΟΝΕ. Είναι προφανές ότι αυτό θα συμβεί μόνο μετά από βαθιά κοινωνική αλλαγή στη Γερμανία. Για την ώρα δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι είναι εφικτή.
Στο πλαίσιο αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που η διάχυτη ένταση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές εκδηλώθηκε με έντονη δυσπιστία προς την Ευρωζώνη. Ειδικά την προηγούμενη εβδομάδα η μεταβλητότητα των ισπανικών και ιταλικών αποδόσεων στα ομόλογα εκτοξεύτηκε και οι τιμές μετοχών σημείωσαν κάθετη πτώση. Ταυτόχρονα σημειώθηκε στροφή των χρηματοπιστωτικών αγορών προς τα γερμανικά ομόλογα (αλλά και τα γαλλικά για τα οποία υπάρχει η αίσθηση ότι θα συνεχίσουν να αποπληρώνονται κανονικά) ως καταφύγιο ασφαλείας. Δεν υπήρξε βέβαια επιστροφή στις μέρες του 2010-12,  αλλά έγινε φανερό ότι η Ευρωζώνη παραμένει η κύρια περιοχή αστάθειας στην παγκόσμια οικονομία. Την τιμητική της είχε και πάλι η Ελλάδα.
Δύσκολες επιλογές
Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων κατέδειξαν με ενάργεια το πνιγηρό αδιέξοδο που πλέον αντιμετωπίζει ο χρηματιστικοποιημένος καπιταλισμός της εποχής μας. Είναι απαραίτητο να ειπωθεί ότι αυτό που συνέβη ήταν απλώς ένας σπασμός που αποκάλυψε τη φύση της παγκόσμιας αστάθειας. Ακόμη και η άνοδος των ελληνικών επιτοκίων, τα οποία έφτασαν το 9%, δεν είχε καμία σχέση με το 2010-12, όταν τα επιτόκια ξεπερνούσαν το 30%. Η κατάσταση πιθανώς θα σταθεροποιηθεί το αμέσως επόμενο διάστημα, κυρίως γιατί οι κεντρικές τράπεζες θα δράσουν καθησυχαστικά όσον αφορά τις επικείμενες αυξήσεις των επιτοκίων. Αλλά οι οιωνοί είναι σαφείς: οι πιέσεις εντός της παγκόσμιας οικονομίας πλησιάζουν το σημείο έκρηξης, η προοπτική χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι πραγματική και η Ευρωζώνη κινδυνεύει να βρεθεί στο επίκεντρό της.
Στο πλαίσιο αυτό τα περιθώρια παρέμβασης του αμερικανικού δημοσίου  είναι πλέον πολύ περιορισμένα. Η νομισματική πολιτική έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της καθώς ο ισολογισμός της Φεντ έχει ήδη γιγαντωθεί, ενώ τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια για πέντε χρόνια δεν κατάφεραν να οδηγήσουν σε επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Σε περίπτωση κρίσης είναι πιθανό ότι θα τεθεί ευθέως θέμα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και γενικευμένης κρατικής παρέμβασης στις υποδομές και στην παραγωγή. Είναι επίσης πιθανό ότι θα τεθεί ξανά θέμα δομικού ελέγχου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τέτοιες δράσεις θα φέρουν αναπόφευκτα μεγάλες κοινωνικές εντάσεις θέτοντας σε αμφισβήτηση την πορεία της χρηματιστικοποίησης και άρα η υιοθέτησή τους δεν θα είναι καθόλου απλή υπόθεση.
Στην Ευρώπη τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Από τεχνικής πλευράς, τα περιθώρια παρέμβασης της ΕΚΤ είναι τεράστια κυρίως γιατί ο κ. Ντράγκι, παρά τα όσα πιστεύονται, έχει σημαντικά περιορίσει την παροχή ρευστότητας από το 2012 και μετά, όπως μπορούν να πιστοποιήσουν και οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες δανείζονται όλο και λιγότερη ρευστότητα από το Ευρωσύστημα. Η σταθεροποίηση που επέφερε ο κ. Ντράγκι με το περίφημο ‘θα κάνω ό, τι χρειαστεί’ του 2012 οφειλόταν καθαρά στην απειλή που εμπεριείχε για τους κερδοσκόπους. Η ΕΚΤ μπορεί δυνάμει να αγοράσει πολύ μεγάλες ποσότητες ομολόγων, αλλά η δράση της περιορίζεται από το καταστατικό της, το οποίο και αντανακλά τη βασική λογική της ΟΝΕ.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν παρέμβει μαζικά στις δευτερογενείς αγορές ο κ. Ντράγκι, όπως δεσμεύτηκε ότι κάνει μετά το 2012, αν και δεν υπάρχει ξεκάθαρη νομική βάση για τέτοια παρέμβαση, θα πρέπει να ‘αποστειρώσει’ τις αγορές του απορροφώντας άλλα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών. Η προοπτική δε ότι θα παρέμβει εκτενώς στις πρωτογενείς αγορές σε μια προσπάθεια δημιουργίας ρευστότητας (‘ποσοτικής χαλάρωσης’) αντίστοιχης της Φεντ ελάχιστα πείθει δεδομένης της απόλυτα αρνητικής στάσης της Γερμανίας. Αλλά και αυτό αν γίνει, το θεμελιώδες πρόβλημα της ΟΝΕ δεν θα έχει λυθεί, όπως ήδη αναλύθηκε παραπάνω.
Αξίζει να τονιστεί ότι όσοι (κυρίως στην Αριστερά, αλλά και στο Κέντρο και στη Δεξιά) νομίζουν ότι είναι απλώς θέμα χρόνου να γίνει αντιληπτή η ‘αδήριτη ανάγκη’ της νομισματικής επέκτασης από πλευράς ΕΚΤ και της χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής δεν εκτιμούν ορθά τη φύση της ΟΝΕ. Η υποτιθέμενη ‘ανάγκη’ μπορεί να είναι μεγάλη, αλλά ακόμη μεγαλύτεροι είναι οι περιορισμοί που θέτει η ΟΝΕ απαγορεύοντας την ανάληψη του χρέους μιας χώρας από άλλη. Το ευρώ δεν είναι ένας απλός μανδύας πάνω στο σώμα της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως πολλοί αρέσκονται να πιστεύουν, αλλά ένας πραγματικός περιορισμός για τα κράτη-μέλη. Η δε ΟΝΕ είναι μια διακρατική συμφωνία 17 ανεξάρτητων κρατών και όχι ένα βήμα προς το σχηματισμό ενιαίου ‘ευρωπαϊκού’ κράτους. Είναι πιθανότερο η ΟΝΕ να διαρραγεί παρά να υπάρξει γενικευμένη νομισματική και δημοσιονομική χαλάρωση που θα επέβαλλε στη Γερμανία το κόστος των αποφάσεων άλλων χωρών.
Τις συνέπειες για τη χώρα που μας ενδιαφέρει άμεσα, την Ελλάδα, η οποία μάλιστα φαίνεται να οδεύει προς μεγάλη πολιτική αλλαγή, θα τις εξετάσουμε τις επόμενες μέρες.

Ριζοσπαστισμός και ΣΥΡΙΖΑ

Από τον Κώστα Λαπαβίτσα.

Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ το ριζοσπαστικό κόμμα που χρειάζεται αυτή τη στιγμή η Ελλάδα;
Καίριο το ερώτημα και κατάλληλη η στιγμή για να απαντηθεί, ιδίως μετά τη διαμόρφωση του ευρωψηφοδέλτιου που προκάλεσε τόσες αντιδράσεις. Πρώτα όμως μια χρήσιμη παρατήρηση.
Η Γαλλία είναι χώρα στυλοβάτης της Ευρώπης που δοκιμάζεται μέσα στο σκληρό πλαίσιο της ΟΝΕ. Μπορεί να μην έχει υπάρξει ακόμη έντονη κρίση, αλλά η παραγωγή χωλαίνει, η ανεργία είναι σχετικά υψηλή, το εξωτερικό έλλειμμα μεγαλώνει, η λιτότητα δημιουργεί προβλήματα στο κράτος πρόνοιας και το κυριότερο δεν υπάρχει προοπτική ανάπτυξης. Ποια είναι η αντίδραση της γαλλικής πολιτικοικονομικής ελίτ; Υπάρχει έντονη δημόσια συζήτηση στα υψηλότερα κλιμάκια για τη διάλυση της ΟΝΕ, με συμμετοχή μερικών από τα βαρύτερα ονόματα του γαλλικού κατεστημένου, όπως ο Φρανσουά Εζμπούρ και ο Φιλίπ Βιλέν. Τι κάνει το πολιτικό σύστημα; Ακριβώς επειδή τα λαϊκά στρώματα αντιλαμβάνονται ότι οι οικονομικές δυσκολίες είναι συνδεδεμένες με την ΟΝΕ, το πολιτικό σύστημα δε διστάζει να θέσει ανοιχτά θέμα εξόδου. Μόνο που ο φόβος της Αριστεράς στο θέμα αυτό έχει επιτρέψει στην Άκρα Δεξιά να κυριαρχήσει τόσο που δυστυχώς μπορεί να σημειώσει θρίαμβο στις ευρωεκλογές.

Συγκρίνετε την κατάσταση με την Ελλάδα. Η χώρα μας έχει κυριολεκτικά ρημαχτεί μέσα στο πλαίσιο της ΟΝΕ με τη συστηματική καθοδήγηση της ΕΕ. Ποια είναι η αντίδραση της ελληνικής ελίτ; Δειλία ακόμη και στη σκέψη ότι θα μπορούσε να εξεταστεί ανοιχτά η αποχώρηση από τη νομισματική ένωση. Τι κάνει το πολιτικό σύστημα; Αντί να συζητήσει το θέμα σοβαρά, χρησιμοποιεί το ευρώ για να τρομοκρατεί τον ελληνικό λαό.

Τι είναι, λοιπόν, ο ριζοσπαστισμός στην Ελλάδα σήμερα;
Από την αρχή της κρίσης ορίστηκε από δύο απολύτως συνδεδεμένα ζητήματα: το χρέος και το ευρώ.
Η άποψη ότι το χρέος μπορεί να αντιμετωπιστεί συναινετικά με μέτρα όπως, η μερική διαγραφή, η επιμήκυνση και η μείωση επιτοκίων, είναι βαθιά συντηρητική και τη συμμερίζεται η κυβέρνηση. Η άποψη, από την άλλη, ότι το χρέος θα αντιμετωπισθεί με ‘μονομερή διαγραφή’ στερείται περιεχομένου διότι το χρέος είναι μια συμβατική υποχρέωση δυο μερών τα οποία πρέπει τελικά να συμφωνήσουν για να διαγραφεί. Η ριζοσπαστική θέση είναι ότι το χρέος θα αντιμετωπισθεί με μονομερείς ενέργειες του δανειζόμενου, δηλαδή της Ελλάδας, επιτυγχάνοντας τη διαγραφή μεγάλου μέρους του, πράγμα για το οποίο απαιτείται δημοκρατική συμμετοχή, άνοιγμα των βιβλίων και πολιτική αποφασιστικότητα.

Η άποψη ότι το ευρώ δεν αποτελεί ουσιαστικό πρόβλημα και ότι η κρίση θα αντιμετωπισθεί με φιλολαϊκά μέτρα, αλλά πάντα εντός της ΟΝΕ, είναι και συντηρητική και ανεδαφική. Η άποψη, από την άλλη, ότι το νόμισμα είναι παράπλευρη δυσκολία και ότι η κρίση θα αντιμετωπισθεί ουσιαστικά με ανατροπή του καπιταλισμού είναι ενδιαφέρουσα για θεωρητικές ασκήσεις σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, αλλά δε συνιστά υπεύθυνη πολιτική. Η ριζοσπαστική θέση είναι ότι το ευρώ αποτελεί την κορωνίδα ενός πλέγματος θεσμικών σχέσεων που λειτουργούν υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου και δημιουργούν ασφυξία στην οικονομία.

Φυσικά, ούτε η βαθιά διαγραφή του χρέους, ούτε η έξοδος από την ΟΝΕ, αποτελούν από μόνες τους τη λύση για τα προβλήματα της χώρας. Είναι όμως η βάση για τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται ώστε γρήγορα να έρθει ανάπτυξη και να μειωθεί η ανεργία, όπως δημόσια ιδιοκτησία στις τράπεζες, δυναμικό πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και βαθιά αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα νέο πολιτικό μόρφωμα σε ολόκληρη την Ευρώπη, το οποίο εμπεριέχει πολλές δυνάμεις, μερικές ριζοσπαστικές και άλλες όχι. Ο χαρακτήρας του δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί. Η διαδικασία αυτή περιέχει συνεχείς ζυμώσεις και επεξεργασίες σχέσεων, απελευθερώνοντας παράλληλα πολιτική δυναμική σε εθνικό επίπεδο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η μοναδική δύναμη της Αριστεράς που δημιουργεί τη δυνατότητα για να συντεθεί ένα νέο πολιτικό τοπίο. Για το λόγο αυτό προσφέρει ελπίδα σε όσους πραγματικά επιζητούν την κοινωνική ανατροπή και δεν την αντιλαμβάνονται ως θέμα φιλολογικής αναζήτησης. Για τον ίδιο λόγο αποτελεί κίνδυνο για το ελληνικό κατεστημένο που του επιτίθεται οξύτατα και συστηματικά αποφεύγοντας τη συζήτηση για την πολιτική ουσία.

Δυστυχώς, μέχρι τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταφέρει να μετατρέψει την πρόταση μονομερών ενεργειών στο χρέος και εξόδου από την ΟΝΕ σε ταμπού για τον ίδιο. Ο φόβος του ευρώ, η επιδίωξη συναινετικών λύσεων για το χρέος, η συνεχής προσκόλληση στο ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι κακός οδηγός. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να δηλώσει με παρρησία ότι η έξοδος από την ΟΝΕ είναι μια εξέλιξη που κάλλιστα μπορεί να τεθεί από τα πράγματα, ιδίως αν γίνουν οι απαραίτητες μονομερείς ενέργειες στο θέμα του χρέους. Ακόμη περισσότερο, οφείλει να είναι έτοιμος – με σχέδιο – για να διαχειριστεί αυτή την προοπτική.

Η αντίληψη ότι οι εκλογές κερδίζονται με τη μετακίνηση προς το κέντρο είναι κακή πολιτική θεωρία και ακόμη χειρότερη πολιτική πρακτική σε περιόδους κρίσης. Η μετακίνηση προς το κέντρο εξυπηρετεί μόνο τις καθεστηκυίες δυνάμεις, το λεγόμενο ‘σύστημα’, που έχει ήδη επανακάμψει θρασύτατα. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να κερδίσει τις εκλογές και, ακόμη περισσότερο, αν θέλει να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση σε προοδευτική κατεύθυνση, πρέπει να δώσει όραμα στα λαϊκά στρώματα. Αυτό θα γίνει μόνο αν υπάρξει αποφασιστικός ριζοσπαστισμός που θα συσπειρώσει και άλλες ευρύτερες δυνάμεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αποδείξει ότι είναι το ριζοσπαστικό κόμμα που χρειάζεται η Ελλάδα. Τα περιθώρια τελειώνουν και οι ευθύνες είναι πολύ μεγάλες. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ συνολικά ως κόμμα δεν καταφέρει να δώσει ριζοσπαστική προοπτική στον ελληνικό λαό, θα αποτύχει, ανοίγοντας το δρόμο για τη σκληρή συντηρητική παλινόρθωση που ήδη διαφαίνεται.

Η γαλλική και ιταλική επιπλοκή της Ευρωζώνης

c9ed3-86432-lapavitsasτου Κώστα Λαπαβίτσα

Την προηγούμενη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε μια σπάνια έξαρση ειλικρίνειας, ανακοίνωσε ότι η Γαλλία και η Ιταλία έχουν πλέον γίνει το επίκεντρο του προβλήματος της Ευρωζώνης. Οι δύο χώρες πάσχουν από έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Πολύ σωστή η θέση της Επιτροπής, μόνο που δεν ήθελε, ή δεν είχε το κουράγιο, να βγάλει τα λογικά συμπεράσματα. Ας συμβάλλουμε λοιπόν στις προσπάθειες των καλών γραφειοκρατών των Βρυξελλών με μια απλή ανάλυση.

Το διάγραμμα που παραθέτω προέρχεται από μια μελέτη που έκανα το 2013 από κοινού με το Χάινερ Φλάσμπεκ για λογαριασμό του Ινστιτούτου Ρόζα Λούξεμπουργκ στη Γερμανία. Δείχνει τη μεταβολή του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ισπανία. Το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι ο πλέον διαδεδομένος δείκτης ολικής, ή εθνικής, ανταγωνιστικότητας, διότι λαμβάνει υπόψη του τις αλλαγές στην παραγωγικότητα και εστιάζει στις αλλαγές του συνολικού κόστους εργασίας.

Αν η καμπύλη μιας χώρας υπερβαίνει αυτή μιας άλλης, η πρώτη χάνει ανταγωνιστικότητα. Η μεταβολή του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας είναι επίσης πολύ στενά συνδεδεμένη με τον πληθωρισμό, χωρίς βέβαια να τον προκαλεί. Για το λόγο αυτό το διάγραμμα δείχνει και το στόχο πληθωρισμού της ΕΚΤ, που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από 2%. Αν το κόστος εργασίας μιας χώρας υπερβαίνει συστηματικά αυτό μιας άλλης, τότε και ο πληθωρισμός της θα είναι υψηλότερος, άρα θα χάνει ανταγωνιστικότητα.

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΟ ΜΟΝΑΔΙΑΙΟ ΚΟΣΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

eurozone

Το βαθύτερο πρόβλημα της Ευρωζώνης απεικονίζεται με ενάργεια στο διάγραμμα. Από την υιοθέτηση του ευρώ και μετά η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και της Ισπανίας ως προς τη Γερμανία κατέρρευσε. Το αποτέλεσμα ήταν μεγάλα ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές και των δύο χωρών, που στην περίπτωση της Ελλάδας έφτασαν το τεράστιο 15% του ΑΕΠ το 2008. Τα ελλείμματα, πολύ φυσιολογικά, χρηματοδοτήθηκαν με δανεισμό από τις πλεονασματικές χώρες, δηλαδή κυρίως τη Γερμανία. Έτσι εμφανίστηκε ο διαχωρισμός κέντρου – περιφέρειας. Οι άφθονες ροές κεφαλαίου από το κέντρο, με πολύ φθηνά επιτόκια μέχρι το 2008, οδήγησαν και σε πιστωτική έκρηξη στην περιφέρεια. Η κατάληξη ήταν η περιφέρεια να βουλιάξει στα χρέη – ιδιωτικά και δημόσια, εγχώρια και διεθνή.

Ο κύριος λόγος απώλειας της ανταγωνιστικότητας, όπως επίσης δείχνει το διάγραμμα δεν ήταν μια μισθολογική έκρηξη στην περιφέρεια, αλλά η καθήλωση του εργατικού κόστους στη Γερμανία, ιδίως μέχρι το 2008. Το ανταγωνιστικό όφελος για τις γερμανικές επιχειρήσεις, δεδομένου ότι μέσα στην ΟΝΕ δε μπορεί να υπάρξει υποτίμηση, ήταν τεράστιο. Η γερμανική εμπορική υπεροχή οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην πίεση που δέχθηκαν οι Γερμανοί εργάτες και ελάχιστα στην περιβόητη γερμανική αποτελεσματικότητα και τα συναφή. Continue reading «Η γαλλική και ιταλική επιπλοκή της Ευρωζώνης»

Το γαλλικό αδιέξοδο

lapavitsas 2του Κώστα Λαπαβίτσα

Ποιος θυμάται σήμερα τις ελπίδες που έτρεφαν τόσοι – και στην Ελλάδα – για την προεδρία Ολάντ; Η πραγματικότητα αποδείχθηκε τελείως αντίθετη, με τη δημοτικότητα του Ολάντ σε ελεύθερη πτώση, την εμφάνιση οργανωμένης λαϊκής δυσαρέσκειας και την εντυπωσιακή άνοδο του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου. Παράλληλα η Γαλλία έχει χάσει την ικανότητα να διαμορφώνει την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα αίτια είναι οικονομικά στη ρίζα τους. Η γαλλική οικονομία παρουσιάζει αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης που ίσως φτάσουν το 1% του χρόνου. Η ανεργία ήδη βρίσκεται στο 11% και το δημόσιο χρέος ξεπέρασε το 95% του ΑΕΠ. Υπάρχει μεγάλη απώλεια ανταγωνιστικότητας και οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές έχουν γίνει ελλειμματικές. Η αξιοπιστία του δημοσίου έχει πληγεί από δύο διαδοχικές υποβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης. Η χώρα λιμνάζει οικονομικά, πράγμα που αντανακλάται κατά μήκος και πλάτος της κοινωνίας.
Η κυβέρνηση Ολάντ δε φαίνεται δυστυχώς να κατανοεί τη φύση του προβλήματος, ή αν την καταλαβαίνει – που είναι και το πιθανότερο – δεν έχει το κουράγιο να κάνει αυτό που χρειάζεται. Η οικονομική δυστοκία της Γαλλίας πηγάζει από την απώλεια ανταγωνιστικότητας μέσα στο πλαίσιο της ΟΝΕ. Πρόκειται για το ίδιο φαινόμενο που οδήγησε στην καταστροφή της περιφέρειας το 2010-13 και το οποίο σταδιακά εμφανίζεται και στις χώρες του κέντρου. Η βαθύτερη πηγή του είναι φυσικά η Γερμανία.
Τη δεκαετία που πέρασε, η Γαλλία τήρησε με ευλάβεια τους στόχους του πληθωρισμού που έθεσε η ΕΚΤ, πιο πιστά από οποιαδήποτε άλλη χώρα του κέντρου της ΟΝΕ. Το ίδιο όμως διάστημα η Γερμανία κράτησε τους μισθούς παγωμένους και σημείωσε πληθωρισμό κάτω του στόχου. Συνεπώς είχε όφελος ανταγωνιστικότητας ως προς τη Γαλλία, που μπορεί να μην ήταν τόσο μεγάλο όσο ως προς την περιφέρεια, αλλά σωρευτικά ήταν κάθε άλλο παρά αμελητέο. Μέσα στο πλαίσιο του κοινού νομίσματος, που δεν επιτρέπει ούτε διολίσθηση της ισοτιμίας, ούτε υποτίμηση, το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν ολοένα και μεγαλύτερα προβλήματα για τις γαλλικές επιχειρήσεις. Όταν ξέσπασε η κρίση της περιφέρειας το 2010, όσοι παρακολουθούσαν τα ευρωπαϊκά πράγματα με ψύχραιμο μάτι γνώριζαν ότι και το γαλλικό κεφάλαιο δε μπορούσε στην ουσία να ανταγωνιστεί το γερμανικό εντός της ΟΝΕ.
Το πρόβλημα λοιπόν που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση Ολάντ είναι το δομικό αδιέξοδο που ορθώθηκε για τη γαλλική ελίτ λόγω ευρώ. Αν υιοθετήσει την πολιτική που επέβαλε το Βερολίνο στην περιφέρεια, δηλαδή σκληρή λιτότητα και συντριβή των μισθών για ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας, θα επιφέρει βαθύτατη ύφεση, με απρόβλεπτες κοινωνικές επιπτώσεις. Αν επιχειρήσει να βελτιώσει την κατάσταση με ‘ελαφριά λιτότητα’, όπως στην ουσία κάνει τώρα, θα κωλυσιεργεί γεννώντας λαϊκή αγανάκτηση. Αν επιδιώξει δομικές αλλαγές στην ΟΝΕ που θα άρουν τη λιτότητα και θα επιτρέψουν καλύτερη ισορροπία στο εμπόριο και στις κεφαλαιακές ροές, θα αντιμετωπίσει την αδιαπραγμάτευτη άρνηση του πανίσχυρου Βερολίνου. Η πλέον ορθολογική λύση θα ήταν φυσικά να αναλάβει την πρωτοβουλία για ελεγχόμενη διάλυση της αποτυχημένης νομισματικής ένωσης που πλέον πνίγει την Ευρώπη. Αυτό όμως θα αποτελούσε αποδοχή στρατηγικής ήττας και πιθανώς θα συνοδευόταν από βαθιά κοινωνική και πολιτική αναταραχή.
Το αδιέξοδο έχει γίνει ακόμη πιο δύσκολο λόγω της προβληματικής στάσης της γαλλικής Αριστεράς που – όπως και μεγάλο μέρος της υπόλοιπης ευρωπαϊκής Αριστεράς – θεώρησε την ΟΝΕ μια ‘προοδευτική’ εξέλιξη στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αρνήθηκε συνεπώς να πάρει απορριπτική στάση προς το ευρώ, ενώ την κατέλαβε τρόμος για τις πιθανές επιπτώσεις από τη διάλυση της νομισματικής ένωσης. Χειρότεροι όλων ήταν οι οπαδοί του ‘επαναστατικού ευρωπαϊσμού’, ουκ ολίγοι εκ των οποίων απαντώνται και στη χώρα μας. Πρώην ευρωκομμουνιστές, τροτσκιστές, αναρχικοί και άλλοι βρέθηκαν να επικροτούν την κρατική φιλολογία περί της υποτιθέμενης καταστροφής που θα συνέβαινε αν εξέλιπε το ευρώ. Η ΟΝΕ έπρεπε να διατηρηθεί, αλλά ταυτόχρονα να αλλάξει σε προοδευτική κατεύθυνση μέσα από τους λαϊκούς αγώνες …
Η γαλλική άκρα Δεξιά δεν είχε τέτοιες ψευδαισθήσεις και κατόρθωσε να αποκομίσει μεγάλα οφέλη απορρίπτοντας και το ευρώ και την παχυλή γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Φτάσαμε έτσι στο απαράδεκτο σημείο να παίρνει η αγανάκτηση κατά της λιτότητας το χαρακτήρα δεξιάς πολιτικής στροφής. Το θετικό είναι ότι η γαλλική διανόηση, σε αντίθεση με την ελληνική, δεν είναι ακόμη τελείως εξουθενωμένη πνευματικά. Ο Μοντ Ντιπλοματίκ έχει δώσει σημαντικά δείγματα γραφής ασκώντας κριτική στο ευρώ και την ασφυξία που προκαλεί στην Ευρώπη. Σημαντικοί οικονομολόγοι, όπως ο Φρεντερίκ Λορντόν και ο Ζακ Σαπίρ, είχαν το θάρρος να τοποθετηθούν δημόσια υπέρ είτε της συντεταγμένης διάσπασης της ΟΝΕ, είτε της γαλλικής εξόδου. Αν τα κόμματα της γαλλικής Αριστεράς καταλάβουν έστω και την ύστατη ώρα τι ακριβώς διακυβεύεται, πολλά μπορούν ακόμη να αλλάξουν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το μέλλον της Ευρώπης για μια ακόμη φορά θα αποφασιστεί στη Γαλλία.

«Ηρωϊκές Έξοδοι» και «Μικρά Καλάθια»

c9ed3-86432-lapavitsasτου Κώστα Λαπαβίτσα

Η διαμάχη με την τρόικα και το καταφανές αδιέξοδο που αντιμετωπίζει η χώρα, ξανάφεραν στο προσκήνιο τη συζήτηση για το ευρώ. Έκαναν επίσης φανερή την έλλειψη εθνικού σχεδίου για να βγει η χώρα από την κρίση, καθώς το μόνο σχέδιο που ουσιαστικά υπάρχει είναι αυτό της τρόικας, δηλαδή τα μνημόνια. Η απουσία εθνικού σχεδίου δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε ένδειξη ελληνικής ανοργανωσιάς, αλλά συνδέεται άμεσα με την απόφαση να παραμείνει η χώρα στην ΟΝΕ. Αν το ευρώ είναι αδιαπραγμάτευτο, τότε το μόνο εφικτό σχέδιο είναι αυτό της τρόικας, έστω με μικρές παραλλαγές, ή χωρίς τα παιδαριώδη λάθη του πρώτου μνημονίου. Αν θέλουμε να υπάρξει ανεξάρτητο σχέδιο, ώστε να μπορέσει να διαπραγματευτεί η χώρα αποτελεσματικά με τους δανειστές της, το θέμα του νομίσματος θα μπει αναπόφευκτα στο τραπέζι. Τρεις παρατηρήσεις έχουν απόλυτη σημασία στο σημείο αυτό.

Παρατήρηση πρώτη

Το ευρώ είναι βαθύτατα προβληματικό όχι μόνο ως προς τη Ελλάδα, αλλά ως προς ολόκληρη την ευρωζώνη. Το πρόβλημα δεν είναι δυστυχώς ‘τεχνικό’, όπως υποστηρίζουν όσοι θέλουν να διασώσουν το ευρώ με ευρωομόλογα, τραπεζικές ενώσεις, ενεργητική κεντρική τράπεζα, δημοσιονομικές μεταβιβάσεις και τα παρόμοια. Είναι βαθύτατα κοινωνικό: η Γερμανία έχει συμπιέσει την αμοιβή της εργασίας τόσο ώστε να αποκτήσει μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα εντός της ευρωζώνης. Το γερμανικό πλεονέκτημα εμφανίστηκε αρχικά ως προς την περιφέρεια, αλλά τώρα έχει γίνει απαγορευτικό και ως προς την Ιταλία και τη Γαλλία. Το Βερολίνο έχει αρνηθεί ουσιαστικές αλλαγές στην ΟΝΕ γιατί το μεγάλο γερμανικό κεφάλαιο έχει ωφεληθεί τα μέγιστα από την παρούσα κατάσταση. Δεν αποδέχθηκε καμία από τις έξυπνες ‘τεχνικές’ λύσεις που προτάθηκαν και επέβαλε λιτότητα μεταφέροντας το κόστος προσαρμογής εξ ολοκλήρου στην περιφέρεια. Η πολιτική αυτή είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα της Γερμανίας, ενώ παράλληλα απέφυγε την άμεση κατάρρευση της ευρωζώνης. Η μόνη χώρα για την οποία η συμμετοχή στην ευρωζώνη δε σημαίνει απουσία εθνικού σχεδίου είναι η Γερμανία, ακριβώς γιατί η ευρωζώνη εξυπηρετεί πλήρως τα γερμανικά συμφέροντα. Η γερμανική πολιτική είναι όμως κοντόφθαλμη. Δημιούργησε τρομακτικές κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις στην περιφέρεια, ενώ δεν έλυσε το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ιταλίας και της Γαλλίας. Το ευρώ δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο και η επόμενη ευρωκρίση είναι θέμα χρόνου.

Παρατήρηση δεύτερη

Η παραμονή στην ΟΝΕ με οποιοδήποτε κόστος οδήγησε στην ‘εσωτερική υποτίμηση’, τις ιδιωτικοποιήσεις και την απελευθέρωση των αγορών. Το μίγμα αυτό ήταν απόλυτα προβλέψιμο μέσα στο πλαίσιο της ΟΝΕ, όπως προβλέψιμα ήταν και τα επακόλουθά του. Αφού η Ελλάδα δεν είχε δικό της σχέδιο και υπάκουσε στις υποδείξεις των δανειστών που ήθελαν πρωτίστως να εξασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα, ακολούθησε οικονομική καταστροφή και κοινωνικός Αρμαγεδδών. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εθνική ζημία σε καιρό ειρήνης στην ιστορία της χώρας, καταγεγραμμένη πλέον σε όλους τους επίσημους ευρωπαϊκούς και παγκόσμιους δείκτες. Από την ιστορικά αποτυχημένη αυτή απόφαση, η χώρα θα χρειαστεί δεκαετίες και πολλές γενιές για να ανακάμψει. Η Ελλάδα έπρεπε από το 2010 να είχε συντάξει ένα εθνικό σχέδιο για την οικονομία και να αποχωρήσει συντεταγμένα από την ΟΝΕ, προχωρώντας ταυτόχρονα σε στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους. Η ελληνική οικονομία δεν είχε ακόμη γονατίσει, ενώ το χρέος ήταν προς ιδιώτες και υπό ελληνική νομοθεσία. Θα ακολουθούσε μια δύσκολη περίοδος, αλλά όχι δυσκολότερη από την καταστροφή που τελικά συνέβη, την οποία ζούμε σήμερα και θα ζήσουμε για τις επόμενες γενιές. Η ύπαρξη εθνικού σχεδίου στη βάση συνειδητής ηγεσίας και κοινωνικής συσπείρωσης θα έβαζαν γρήγορα τη χώρα σε ανάκαμψη. Σε αυτές τις συνθήκες θα υπήρχε η δυνατότητα ουσιαστικής κοινωνικής αλλαγής υπέρ των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, καθώς και βαθιάς οικονομικής μεταρρύθμισης.

Παρατήρηση τρίτη

Το κενό ανταγωνιστικότητας έχει πλέον σχεδόν κλείσει ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Γερμανία, γιατί έχουν συντριβεί οι μισθοί. Η προσαρμογή όμως έγινε μέσω τεράστιας ανεργίας και καταστροφής του οικονομικού και κοινωνικού ιστού και γι’ αυτό τα αποτελέσματά της θα είναι αναιμικά. Όταν τελειώσει η ύφεση, η Ελλάδα θα συνεχίζει να αντιμετωπίζει για χρόνια, χαμηλή κατανάλωση, χαμηλές δημόσιες δαπάνες, υψηλή φορολογία, προβληματικές ιδιωτικές επενδύσεις, υψηλή ανεργία, μετανάστευση των πλέον ειδικευμένων και φυσικά, τεράστιο χρέος. Παράλληλα θα υπάρχει απώλεια εθνικής κυριαρχίας, εξασθένιση της δημοκρατίας και εκρηκτικές κοινωνικές αντιθέσεις. Οι δυνατότητες εναλλακτικής πολιτικής μέσα στο ασφυκτικό θεσμικό πλαίσιο της ΟΝΕ είναι αμελητέες.

Τι πρέπει να γίνει, λοιπόν;

Μια απάντηση μας δίνει ο κ. Σημίτης. Αφού διαπιστώσει ότι η ευρωζώνη δε λαμβάνει ουσιαστικά μέτρα ανάπτυξης και αλληλεγγύης, μας πληροφορεί ότι η μονόπλευρη αποδέσμευση της Ελλάδας από τις υποχρεώσεις της όπως προτείνουν ‘ορισμένα ελληνικά κόμματα’, είναι εξωπραγματική, αν θέλουμε να παραμείνουμε στην ευρωζώνη. Η δε ‘ηρωική έξοδος’ θα έχει σοβαρότατες αρνητικές επιπτώσεις. Συνεπώς: «Η μόνη δυνατή για την Ελλάδα στρατηγική είναι η υποβολή καλά επεξεργασμένων και πειστικών προτάσεων για την υπέρβαση του προβλήματος, η εκπόνηση πολιτικών για την ανάπτυξη με συγχρηματοδότηση της Ένωσης, η εφαρμογή διαρθρωτικών μέτρων για την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας και η συνεχής επίμονη διαπραγμάτευση». Αυτό το συνονθύλευμα – που στην πράξη είναι η πολιτική που ήδη ακολουθεί η κυβέρνηση Σαμαρά – είναι ότι έχει να προτείνει στην κατεστραμμένη Ελλάδα ο αυθεντικός εκπρόσωπος της κεντροαριστεράς. Χρειάζονται κι άλλες αποδείξεις ιστορικής χρεοκοπίας; Μια άλλη απάντηση μας δίνει ο κ. Δραγασάκης. Το κόμμα του θα διαπραγματευτεί δυναμικά την ακύρωση του μνημονίου και την αναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης, εξηγώντας στους απέναντι ότι η παρούσα πολιτική είναι καταστροφική. Θα διεκδικήσει αναπτυξιακή πορεία, έστω κι αν αυτό φέρει ρήξεις, οι οποίες όμως θα είναι εντός της ευρωζώνης. Αυτό που δεν εξηγεί σε μας είναι γιατί, αφού η παραμονή στην ευρωζώνη είναι η βασική του επιλογή, θα τα καταφέρει καλύτερα από τους προηγούμενους; Κάτι θα γνωρίζει όμως δεδομένου ότι προτείνει στον Σύριζα να κρατάει ‘μικρό καλάθι’. Μέσα στην ευρωζώνη μόνο τέτοιο είναι διαθέσιμο. Στην πραγματικότητα η χώρα δεν έχει άλλο διαπραγματευτικό χαρτί από το να θέσει η ίδια θέμα εξόδου από την ΟΝΕ και παύσης πληρωμών. Μόνο με αυτό το ενδεχόμενο στο τραπέζι μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει ρόλο στη διαπραγμάτευση, αντί να άγεται και να φέρεται από τους δανειστές. Αλίμονό της όμως αν το κάνει χωρίς να το εννοεί και χωρίς να είναι προετοιμασμένη τεχνικά, πολιτικά και ψυχολογικά. Συνεπώς η ύπαρξη εθνικού σχεδίου για την οικονομία είναι σήμερα περισσότερο απαραίτητη από ποτέ για λόγους κοινωνικής και εθνικής επιβίωσης. Η έξοδος θα είναι βέβαια καλύτερα να γίνει με συμφωνία, όπως προσφέρθηκε στην Ελλάδα στο παρελθόν και αυτή την αρνήθηκε. Αλλά η Ελλάδα πρέπει να είναι έτοιμη και για μονομερείς ενέργειες γιατί πλέον είναι θέμα κοινωνικής και εθνικής επιβίωσης. Η επιλογή της “συντεταγμένης εξόδου” παραμένει και σήμερα απολύτως εφικτή και θα ήταν ευχής έργο να μη φτάσει η χώρα εκεί μετά από ακόμη βαθύτερη καταστροφή, με απρόβλεπτες κοινωνικές συνέπειες.

Πηγή: costaslapavitsas.blogspot.gr/

Η αναγέννηση της ευρωπαϊκής Αριστεράς

c9ed3-86432-lapavitsasτου Κώστα Λαπαβίτσα*

Έχει ανάψει για τα καλά η συζήτηση στην ευρωπαϊκή Αριστερά για το μέλλον του ευρώ. Στη Γερμανία το Ντι Λίνκε έχει θέσει το θέμα ανοιχτά και με όρους επιστημονικής έρευνας. Στη Γαλλία υπάρχει συμπαγές ρεύμα απόρριψης του ευρώ που γνωστοί οικονομολόγοι εκφράζουν ακόμη και στις σελίδες τουΜοντ Ντιπλοματίκ. Στην Ισπανία εμφανίστηκε συντεταγμένη ομάδα προσωπικοτήτων της Αριστεράς που διαπιστώνει την αποτυχία του κοινού νομίσματος. Ως και το πανευρωπαϊκό δίκτυο Τρανσφόρμ, από τουςακραιφνέστερους υποστηρικτές της ‘ευρωπαϊκής ιδέας’, φαίνεται πλέον να κατάλαβε ότι κάτι δομικό συμβαίνει.

Τα επίδικα της συζήτησης είναι πολλά. Το πρώτο και πιο άμεσο είναι η ανάδειξη του ευρώ σε μηχανισμό λιτότητας και ύφεσης χωρίς ημερομηνία λήξης. Αλλά βέβαια το νόμισμα δεν είναι ποτέ ένα απλό τεχνικό ζήτημα. Το δεύτερο επίδικο είναι το πλήγμα στην δημοκρατία, ιδίως στην περιφέρεια, όπου οι υπερεθνικοί μηχανισμοί του ευρώ και η Τρόικα έχουν καταστρατηγήσει βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, καθώς και την εθνική ανεξαρτησία, για να μην αναφέρουμε την αξιοπρέπεια. Το τρίτο είναι το κοινωνικό υπόβαθρο του ευρώ διότι φυσικά το χρήμα δεν είναι ένα ουδέτερο οικονομικό φαινόμενο. ΗΟΝΕ έχει αναδείχθεί σε μοχλό προώθησης των κυνικότερων συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου σε βάρος της μισθωτής εργασίας και των μικρομεσαίων.

Το τέταρτο και φυσικά δυσκολότερο είναι το τι έχει να προτείνει η Αριστερά. Όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι το σαθρό και εκμεταλλευτικό κατασκεύασμα της ΟΝΕ δεν επιδέχεται επιδιόρθωση. Η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα φαντάζει απαραίτητη για τη διασφάλιση της οικονομικής επιβίωσης των λαϊκών στρωμάτων, αλλά και για την προάσπιση των δημοκρατικών και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Δεν είναι δυνατόν όμως η Αριστερά να επιδιώκει επιστροφή σε καθεστώςανταγωνιστικών υποτιμήσεων και συνακόλουθων εθνικών τριβών. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να υπάρξουν ελεγχόμενες ισοτιμίες, συγκράτηση των κερδοσκοπικών τάσεων του μεγάλου κεφαλαίου και ουσιαστική αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών λαών.

Άργησε δυστυχώς πολύ η ευρωπαϊκή Αριστερά να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος, σε αντίθεση με τη Δεξιά. Έπασχε, βλέπετε, από βαρύ ‘ευρωπαϊσμό’, από την πεποίθηση ότι η ΕΕ και η ΟΝΕ είναι εκ φύσεως προοδευτικά μορφώματα που με τον αγώνα των λαών θα αποκτήσουν πλήρως φιλεργατικό χαρακτήρα. Πίστεψε ότι αυτοί οι μηχανισμοί συνιστούν το διεθνιστικό ξεπέρασμα του εθνικού κράτους, άρα είναι βήμα προς την Ευρώπη των εργαζομένων.

Όταν λοιπόν ξέσπασε η κρίση, πλημμυρίσαμε από ‘ρεαλιστικές’ αριστερές προτάσεις για την επιδιόρθωση του ευρώ – μεταβιβάσεις πόρων, ευρωομόλογα, δανεισμός της κεντρικής τράπεζας και τα παρόμοια. Λογικό ήταν να φανεί η Αριστερά άχρωμη και ανυπόληπτη στα μάτια των εργαζομένων. Που πήγε η ιστορική παράταξη που επιδίωκε να αλλάξει τις σχέσεις εξουσίας στην Ευρώπη, να ανατρέψει τον καπιταλισμό; Αυτή που είχε το κουράγιο να ζητάει δραστικές λύσεις για τα κοινωνικά προβλήματα και δε φοβόταν να το πει; Αποχώρησε από το πεδίο κι επέτρεψε ακόμη και στη φασιστική Δεξιά, τον στυλοβάτη του πιο βάρβαρου καπιταλισμού, να παριστάνει την ‘αντισυστημική’ δύναμη.

Στη χώρα μας το πρόβλημα πήρε ιδιαίτερα έντονη μορφή λόγω της οξύτητας της κρίσης. Οι κυβερνήσεις της τελευταίας τριετίας έθεταν συνεχώς τον ελληνικό λαό μπροστά στο εκβιαστικό δίλημμα ‘Μνημόνιο ή έξοδος από το ευρώ’, ενώ η Αριστερά αγωνίζονταν να τον πείσει ότι το πρόβλημα είναι η νεοφιλελεύθερη πολιτική, η γερμανική υπεροψία, η διεθνής κρίση, οτιδήποτε άλλο εκτός από το νόμισμα. Οι αφελέστεροι διατράνωναν τη θέση ότι το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός. Λες και θα μπορούσε να είναι η φεουδαρχία … Ή λες και θα μπορούσαν να ανατραπούν οι καπιταλιστικές σχέσεις χωρίς συγκεκριμένες απαντήσεις στα συγκεκριμένα προβλήματα της κρίσης.

Μεγάλο μέρος της ευθύνης έχει βέβαια η διανόηση όλων των αποχρώσεων. Με το πείσμα του προσήλυτου, αλλά και την ανασφάλεια του επαρχιώτη που επιτέλους πέρασε στα μεγάλα σαλόνια, ηελληνική διανόηση διεκδίκησε βραβείο ‘ευρωπαϊσμού’ την ώρα που η χώρα καταστρέφονταν και η Ευρώπη έμπαινε στην δίνη ιστορικής αλλαγής.

Η συζήτηση που σταδιακά γιγαντώνεται στην Ευρώπη έχει μεγάλη σημασία για την αναγέννηση της Αριστεράς. Αργά ή γρήγορα, θα βρει τον αντίκτυπό της και στην Ελλάδα. Ίσως τότε κι εμείςαποκτήσουμε ρηξικέλευθη Αριστερά με ουσιαστικές απαντήσεις στα κοινωνικά και εθνικά προβλήματα.

 

*Δημοσιεύθηκε στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» (8/9/13)