Για ένα αναπτυξιακό-προοδευτικό πρόσημο

1186774_10203104922170071_574678204_nτου  Βαγγέλη Πιλάλη*

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει μπροστά της να διαχειριστεί πολλά ανοιχτά «μέτωπα» και «αμαρτίες» προηγούμενων Κυβερνήσεων τόσο ως προς το εξωτερικό όσο και ως προς το εσωτερικό και μάλιστα σε σύντομο και πυκνό διάστημα.

Είναι γεγονός ότι «δαπανά» τον περισσότερο πολιτικό χρόνο της, στην προσπάθειά της, να επανατοποθετήσει με διακριτό τρόπο «το ελληνικό ζήτημα» στην κορυφή της Ευρωπαϊκής -και όχι μόνο- πολιτικής και οικονομικής ατζέντας.

Ορθώς πράττει γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να υπηρετήσει τους άμεσους στόχους της οι οποίοι είναι:

  • να αποφύγει την παγίδα άμεσης «πιστωτικής ασφυξίας» της ελληνικής οικονομίας που είχαν στήσει ορισμένα διεθνή και εγχώρια οικονομικά – πολιτικά κέντρα.
  • να αναδείξει επαρκώς σε διεθνές επίπεδο την ελληνική κρίση ως μέρος των δομικών ατελειών της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής και των μονόπλευρων πολιτικών λιτότητας που επιλέχθηκαν από τους δανειστές.
  • να ανοίξει μικρό -πλην όμως πολύτιμο- «παράθυρο» έκτακτης παροχής ρευστότητας σε τράπεζες – δημόσιο – μικρομεσαίες επιχειρήσεις με μη μνημονιακούς και υφεσιακούς όρους.
  • να βρει στο εσωτερικό της χώρας -τα σωστά για την συγκυρία- θεσμικά, νομικά και οικονομικά «πατήματά» της.
  • να ανιχνεύσει τα πιθανά «μονοπάτια» νέων ευρωπαϊκών ισορροπιών και ευρύτερων γεωπολιτικών συμμαχιών.
  • να διαμορφώσει τις βέλτιστες χρηματοδοτικές λύσεις ώστε να αντιμετωπίσει τουλάχιστον την ανθρωπιστική κρίση και το χαμένο εθνικό γόητρο της χώρας.

Πρέπει όμως παράλληλα με την προσπάθεια επιτυχίας του πρώτου κύκλου διαπραγμάτευσης μέχρι και τα μέσα Απριλίου, να συνεχίσει με πιο έντονους ρυθμούς το νομοθετικό της έργο. Η ελληνική οικονομία χρήζει άμεσης ανάγκης προοδευτικών αλλαγών και ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων που θα προάγουν ταυτόχρονα την αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας στην ελληνική κοινωνία.

Μέχρι τον Ιούνιο οφείλει να έχει τελειώσει με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και την αναδιάρθρωση του χρέους διότι εκτός από τους δανειστές-εταίρους («θεσμούς») και την εγχώρια ολιγαρχία (που για ευνόητους λόγους έχουν πολλές αντοχές και καρτερικότητα)  υπάρχει η «χτυπημένη» εγχώρια εργατική τάξη (με την διευρυμένη της έννοια) και η «χτυπημένη» εγχώρια αγορά (με την έννοια της εναπομένουσας μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και του χαμηλού ποσοστού απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα) που αμφότερες δεν έχουν τα ίδια περιθώρια αντοχών και αναμονής. Οι μνημονιακές κυβερνήσεις φρόντισαν να τις εξουθενώσουν-στεγνώσουν εισοδηματικά και χρηματοδοτικά όλα αυτά τα χρόνια.

Αν λοιπόν δεν «τρέξει» στην αγορά σύντομα ένα καλά μελετημένο σχέδιο χρηματοδοτικής ενίσχυσης και ανάπτυξης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, αν δεν υπάρξει σε ένα εύλογο μεταβατικό διάστημα 6-9 μηνών η δυνατότητα δημιουργίας χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας τόσο στον ιδιωτικό όσο και από στον δημόσιο τομέα τότε τα πράγματα δεν θα πάνε καλά ανεξαρτήτως των μεσομακροπρόθεσμων ωφελημάτων της διαπραγμάτευσης.

Είναι βέβαιο ότι το ιδιότυπο-επικοινωνιακό bra de fer με τους «θεσμούς» καθώς και το ανορθόδοξο «κυνήγι» των ανομιών μέρους της ντόπιας ολιγαρχίας δεν αρκεί για να «δικαιωθεί» η αντιμνημονιακή μας κυβέρνηση πολιτικά και ιστορικά από την ελληνική κοινωνία. Τα πάντα θα κριθούν στην σφαίρα της πραγματικής οικονομίας.

Το ηθικό πλεονέκτημα που η συντριπτική πλειοψηφία των υποτελών τάξεων σήμερα αναγνωρίζει στην ελληνική κυβέρνηση δεν της παρέχει απεριόριστο χρόνο  «προστασίας» από τους διάχυτους κινδύνους της οικονομικής στασιμότητας και  δυσπραγίας.

Το παρόν και το μέλλον της παίζεται αφενός μεν στον χρηματοπιστωτικό και δημοσιονομικό χώρο που θα καταφέρει να απελευθερώσει μέσω της σκληρής διαπραγμάτευσης αφετέρου δε στο πόσο γρήγορα θα εκμεταλλευτεί αυτόν τον χώρο, για να εφαρμόσει νέες πολιτικές στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Ας κυριαρχήσει λοιπόν το προοδευτικό-αναπτυξιακό πρόσημο έναντι του επικοινωνιακού-συμβολικού.

*Μέλος Κεντρικής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ

 

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ και το «παράδοξο της σήραγγας» του Piketty

 

1186774_10203104922170071_574678204_nτου Βαγγέλη Πιλάλη*

Ένας τολμηρός, σοσιαλδημοκράτης Γάλλος οικονομολόγος και ερευνητής ο Thomas Piketty έχει χρησιμοποιήσει με μεταφορικό τρόπο το φαινόμενο του παραδόξου της σήραγγας (tunell effect) για να εξηγήσει τις φρούδες ελπίδες και προσδοκίες που συνήθως αναπτύσσουν οι εισοδηματικά αδύναμοι ότι κάποια στιγμή θα αποκτήσουν πλούτη και εισοδήματα όπως οι εισοδηματικά ισχυροί.

Ειδικότερα, όταν οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι μέσα στο αυτοκίνητό τους σε ένα μεγάλο τούνελ λόγω ενός μποτιλιαρίσματος, διαπιστώνοντας ότι η διπλανή τους λωρίδα κυκλοφορίας αρχίζει σιγά – σιγά να κινείται, νιώθουν αρχικά ένα αίσθημα ευφορίας να τους κυριεύει – προσδοκώντας πως και η κίνηση στη δική τους λωρίδα θα αποκατασταθεί με την σειρά της , οδηγώντας τους στην έξοδο από την σκοτεινή σήραγγα.

Όταν όμως μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, διαπιστώνουν ότι, μόνο η διπλανή τους λωρίδα κινείται, ενώ η δική τους παραμένει μποτιλιαρισμένη, η ευχάριστη προσδοκία μετατρέπεται σε απογοήτευση – η οποία με την σειρά της δημιουργεί το αίσθημα της εξαπάτησης, με αποτέλεσμα η απογοήτευση να μετατρέπεται σε ένα συνεχώς κλιμακούμενο θυμό και σε ένα αίσθημα αέναου εγκλωβισμού.

Το «παράδοξο της σήραγγας» του Pinetty μπορεί μεταφορικά και κατ’ αναλογία να μεταφερθεί και στην βασική πολιτική στόχευση του ΣΥΡΙΖΑ να «υπερεπενδύσει» στην αντιμετώπιση  του προβλήματος του δημόσιου χρέους (δια του κουρέματος) και του τερματισμού των υφεσιακών πολιτικών (δια του κανόνα της εξαίρεσης-χαλάρωσης) μέσα από τη σκληρή διαπραγμάτευση των «Νοτίων»  και τις πιθανές «λύσεις» που θα δοθούν, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Με δεδομένο όμως ότι οι Κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού Νότου είναι κυριολεκτικά βουτηγμένες μέσα στο κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο άσκησης πολιτικής και το μόνο που θέλουν είναι να κερδίσουν πολιτικό και οικονομικό χρόνο και με δεδομένο ότι τα βασικά οικονομικά μεγέθη και οι παραγωγικές ικανότητες αυτών των κρατών υπερτερούν κατά πολύ του Ελληνικού κράτους, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα μια Κυβέρνηση της Αριστεράς να είναι ο μικρός φασαριόζος της μποτιλιαρισμένης σήραγγας με το αμάξι του μικρού κυβισμού, την ισχυρή σειρήνα και τους έντονους προβολείς. Τον  αρχικό ενθουσιασμό για το ότι και στις άλλες λωρίδες υπάρχει κινητικότητα και «πιέσεις» (ΔΝΤ, Ολάντ,Ντράγκι, Ρέντσι), διαδέχεται ένας άκαιρος κοσμοπολίτικος βολονταρισμός που αναζητά κεντρικό ρόλο στην σύγκρουση για την αναμόρφωση του Ευρωπαϊκού πλαισίου σε φεντεραλιστική και μετακεϋνσιανή κατεύθυνση. Στο τέλος όμως οι νεοφιλελεύθερες μινιμαλιστικές τεχνοκρατικές «λύσεις» που θα υιοθετηθούν στα πλαίσια ενός νέου προσωρινού συμβιβασμού της ΖτΕ δεν θα αφήνουν τα ίδια περιθώρια σε όλους αφού οι διπλανές λωρίδες θα αρχίζουν  να μετακινούνται (Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία) και η λωρίδα του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ και της Ελλάδας  θα έχει κολλήσει μέσα στην σκοτεινή σήραγγα της οικονομικής στασιμότητας, της απομόχλευσης και της διαρκούς επιτήρησης.

Η απογοήτευση, ο θυμός, το αίσθημα εγκλωβισμού θα κυριαρχήσουν στο ελληνικό λαό σε μια τέτοια περίπτωση.

Επειδή λοιπόν η επιθετική νομισματική χαλάρωση, η αποδιαμεσολαβημένη και άφθονη παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, η στοχευμένη εξαίρεση από τους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες και η σταδιακή ανακοπή ή η επιβράδυνση της χρηματοπιστωτικής ηγεμονίας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο είναι ακόμα πολύ μακριά ενώ αντίθετα η δυναμική είσοδος του ΣΥΡΙΖΑ στο κέντρο της ελληνικής πολιτικής εξουσίας είναι εντελώς κοντά, αν όχι δίπλα μας, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να είναι έτοιμος να θέσει σε πλήρη εφαρμογή το plan b (εθνοκεντρική προσέγγιση εντός ΖτΕ) και plan c (εθνοκεντρική προσέγγιση εκτός ΖτΕ με η χωρίς συναίνεση εταίρων-δανειστών) που έχει ήδη επεξεργαστεί αλλά δεν έχει έως τώρα -για λόγους διαπραγματευτικής τακτικής- εξαγγείλει.

Ήρθε η ώρα στην δημόσια πολιτική τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ να υποστείλουμε κάποιες υπερτιμημένες πλευρές ενός ολίγον αφελούς, κοσμοπολίτικου, βολονταρίστικου ψευτοδιεθνισμού και να αναδείξουμε κάποιες άλλες ενός επινοητικού και καλώς εννοούμενου διαπραγματευτικού, πολυμερούς εθνοκεντρισμού. Η διαπραγμάτευση προφανώς θα έχει και διεθνή χαρακτηριστικά αλλά σε τελική ανάλυση θα έχει εθνικό χαρακτήρα τόσο με την έννοια των πολυμερών όσο και των διμερών διαπραγματεύσεων.

Πρέπει στον δημόσιο λόγο μας να γίνουν εμφανή και επαρκώς κατανοητά τα ζητήματα των πολλαπλών – εναλλακτικών προτάσεών μας για την διαχείριση του δημόσιου χρέους, της αυξημένης μας απαίτησης για επιθετική διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ιδιωτικού χρέους, της άμεσης απόκτησης των βασικών εργαλείων ανάπτυξης και ρευστότητας.

Ως γνωστόν στις καλά φτιαγμένες σήραγγες υπάρχουν πολλοί έξοδοι κινδύνου που σε βγάζουν σε λίγα λεπτά στον καθαρό αέρα.  Τα ζητήματα σε αυτήν την περίπτωση είναι δύο. Πρώτον να εκτιμήσεις σωστά αν η σήραγγα είναι έτοιμη να γκρεμιστεί είτε για λόγους παραδειγματισμού είτε για λόγους κατασκευαστικού λάθους και μη επαρκούς στατικότητας. Δεύτερον αν επιλέξεις να φύγεις -για οποιαδήποτε λόγο- να επιλέξεις την πιο κοντινή – πρόσφορη έξοδο για να προλάβεις.  

 

*Μέλος Κεντρικής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ

 

ΥΓ : Η τελευταία παράγραφος απευθύνεται κυρίως σε πολιτικούς μηχανικούς και όχι σε οικονομολόγους μιας και ξέρουν καλύτερα από δομικά έργα, εδαφομηχανική και σχεδιαστικά λάθη.

ΑΘΗΝΑΙΔΑ 2012  – ΔΕΘ 2014  Τα Βασικά Σενάρια αμφισβήτησης της Κυβέρνησης της Αριστεράς (Ι)

1186774_10203104922170071_574678204 final tel

του Βαγγέλη Πιλάλη*

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που αναπτύχθηκε την 1-6-2012 στον πολυχώρο της ΑΘΗΝΑΙΔΑΣ ήταν μια πάρα πολύ καλή βάση εκκίνησης στο επίπεδο των γενικότερων προσανατολισμών και των κεντρικών κατευθύνσεων του κόμματος, στα πλαίσια της «έκτακτης κατάστασης» ριζοσπαστικής μεταβολής πολιτικών συσχετισμών, στην χώρα.

Η ΑΘΗΝΑΙΔΑ ήταν εν πολλοίς ο προωθημένος προγραμματικός καμβάς του «υπαρκτού ΣΥΝ» του 3-5% εμπλουτισμένος με κάποιους πρόσθετους άξονες άμεσου προοδευτικού κυβερνητισμού σε συνθήκες μεταμνημονιακής εθνικής ανασυγκρότησης. Ένας προγραμματικός καμβάς που ενώ είχε ενδιαφέρουσες πλευρές στην επεξεργασία του, δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να «καλύψει»  τις νέες ιστορικές ανάγκες και προσδοκίες που δημιουργήθηκαν από την εκρηκτική διεύρυνση της εκλογικής βάσης της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Σήμερα -δύο χρόνια και τρείς μήνες μετά- το πρόγραμμα που εκφωνήθηκε και αναλύθηκε στον πολυχώρο της ΑΘΗΝΑΙΔΑΣ έχει ξεπεραστεί κατά πολύ από τα πράγματα, τόσο από τις πυκνές διεθνείς εξελίξεις (παγκόσμια γεωπολιτική αστάθεια και ανακατανομές ισχύος και σφαιρών επιρροής, αδυναμία συνεννόησης και συντονισμού των κυβερνήσεων και του εργατικού κινήματος του Ευρωπαϊκού Νότου πάνω σε ένα άλλο εναλλακτικό μοντέλο εφαρμοσμένης οικονομικής πολιτικής, απρόσκοπτη συνέχιση της χρηματοπιστωτικής «ελευθερίας»/ηγεμονίας σε Δύση και λιγότερο σε Ανατολή κ.α.) όσο και από τις εγχώριες (ύφεση αγωνιστικών κινητοποιήσεων και κινημάτων, ανυπαρξία σημαντικών πολιτικών-κοινωνικών μετώπων, συνέχιση του κυριαρχικού ελέγχου της πολιτικής κατάστασης από την εγχώρια οικονομική ελίτ).

Η ΑΘΗΝΑΙΔΑ λοιπόν και οι τότε διακηρύξεις «δεν λένε κάτι» σήμερα στην πληττόμενη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας η οποία από την μία προσπαθεί να επιβιώσει υπό τις συνθήκες των «διαρκών» μνημονίων και της «διαρκούς» λιτότητας και από την άλλη αναπτύσσει όλο και πιο έντονα την πολιτική  προσδοκία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να εισαγάγει άμεσα την Ελλάδα σε τροχιά πραγματικής ανάπτυξης-αναδιανομής και παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Οι συσσωρευμένες επιπτώσεις των πολιτικών της ύφεσης αλλά και η «ωρίμανση» του υπαρκτού ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτική δύναμη ριζοσπαστικής ανατροπής και εξουσίας δεν αφήνουν πλέον πολλά περιθώρια σε μια δυνητική Κυβέρνηση της Αριστεράς (ΚτΑ εφεξής) για προγραμματικές αοριστίες, ατεκμηρίωτες – ακοστολόγητες υποσχέσεις και γενικά οραματικά ή  μεταρρυθμιστικά προτάγματα.

Η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Πρόεδρό του να αναπτύξει διεξοδικά στην ελληνική κοινωνία και τους παραγωγικούς φορείς σημαντικά κομμάτια από το σχέδιο της εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής που θα εφαρμόσει η ΚτΑ.  Η εμφάνιση όμως αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στην παράθεση των επεξεργασμένων και ρεαλιστικών πλέον προτάσεών του αλλά πρέπει να ανατρέπει και να απαντά τεκμηριωμένα και συνεκτικά στον σκληρό, ιδεολογικό και πολιτικό πυρήνα των βασικών σεναρίων αμφισβήτησης που «κυκλοφορούν» σε σχέση με την αξιοπιστία και την βιωσιμότητα της ΚτΑ.

Σενάριο 1ο :

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να εφαρμόσει γενναίες πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος και προστασίας των εκμεταλλευόμενων/υποτελών τάξεων γιατί δεν έχει την πολιτική βούληση ή την ικανότητα/ισχύ να συγκρουστεί με τους δανειστές και τους Ευρωπαίους «εταίρους» ώστε να προχωρήσει σε διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους. Επομένως δεν θα μπορέσει να βρει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους, να ελέγξει ιδιοκτησιακά ή διοικητικά τους στρατηγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας όπως το χρηματοπιστωτικό σύστημα, την ενέργεια, τις επικοινωνίες ή τέλος να ανασυγκροτήσει σε νέες βάσεις την αμυντική και ναυπηγική βιομηχανία,  την πρωτογενή – δευτερογενή παραγωγή κ.α.[1]

Σενάριο 2ο :

Ο ΣΥΡΙΖΑ ενώ έχει την πολιτική βούληση, την ισχύ και την ικανότητα να συγκρουστεί με το κυρίαρχο μπλοκ αστικής εξουσίας σε Ελλάδα και εξωτερικό καθώς και να αναδιοργανώσει το κράτος σε νέες βάσεις και προτεραιότητες, δεν έχει σταθμίσει σωστά τις κρίσιμες παραμέτρους των σύγχρονων ταξικών, γεωπολιτικών και μικρο-μακροοικονομικών δεδομένων. Επομένως κινδυνεύει άμεσα να παγιδευτεί στρατηγικά αλλά και τακτικά μεταξύ δύο αντιθετικών επιλογών διακυβέρνησης είτε αυτής των οριακών μεταβολών και της ήπιας διαχείρισης εντός του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού υποδείγματος[2] είτε αυτό της πειραματικής, «ριζοσπαστικής», μετανεοφιλελεύθερης – κεϋνσιανής αντιστροφής εντός ΖτΕ και Ε.Ε.[3] με την βραχύβια και οριακή ανοχή της Καγκελαρίας και της ΕΚΤ.

Σενάριο 3ο :

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανεξάρτητα της ισχύος της πολιτικής του βούλησης, δεν έχει την διαχειριστική ικανότητα δηλαδή την τεχνογνωσία και τα έμπειρα στελέχη για να διαμορφώσει ένα περιβάλλον οικονομικής σταθερότητας, ασφάλειας και ανάπτυξης.  Δεν «κατανοεί» επαρκώς και δεν υιοθετεί πλήρως τα σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία του άϋλου, έντονα χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού (ΣΔΙΤ, Τιτλοποιήσεις Μελλοντικών Απαιτήσεων, Φορολογικές Πιστώσεις, Ομόλογα και Τράπεζες Ειδικού Σκοπού, Οικονομικές Οντότητες Ειδικού Σκοπού κ.α)  που ακόμα και σήμερα -που βρίσκεται σε κρίση- μπορούν να συμβάλλουν στην δημιουργία και την συσσώρευση πλούτου, στην αύξηση των ξένων και εγχώριων ιδιωτικών/δημόσιων επενδύσεων, στην ανάπτυξη ενός «βιώσιμου» παραγωγικού μοντέλου.[4] Επομένως θα αναγκαστεί να προσφύγει στην «βοήθεια» εξειδικευμένων παραγόντων και στελεχών της «αγοράς», που έχουν σχετική «εμπειρία». Τα στελέχη αυτά στην καλύτερη των περιπτώσεων δεν θα εμφορούνται από τις πολιτικές στοχεύσεις και από το ηθικό/αξιακό του φορτίο, στην χειρότερη υπάρχει ο κίνδυνος να είναι ιδεολογικά και ηθικά διαβρωμένα από τον ταξικό κυνισμό του νεοφιλελευθερισμού.

Απέναντι σε αυτά τα σενάρια αμφισβήτησης (και τις πιθανές παραλλαγές τους πάνω στο βασικό τρίπτυχο βούληση-ισχύ-ικανότητα) οφείλουμε ξεκινώντας από τις εξαγγελίες της ΔΕΘ του 2014 και συνεχίζοντας με ένα Προγραμματικό Συνέδριο εντός 3μήνου να προβάλουμε με στρατηγική σαφήνεια και οικονομοτεχνική συνεκτικότητα (ιδιαίτερα στα ζητήματα των πόρων – ρευστότητας και της αναλυτικής κοστολόγησης) το δικό μας προγραμματικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο δηλαδή που θα διαλύσει οριστικά τις νεφελώδεις δοξασίες που σπέρνουν οι πολιτικοί αντίπαλοι και να εμπεδώνει σε εκτεταμένα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας  μια νέα προοδευτική και ριζοσπαστική προγραμματική πειθώ-αφήγηση. 

Η πειστική αυτή προγραμματική αφήγηση είναι που θα ορίσει το πεδίο και το εύρος των σύγχρονων προοδευτικών συγκρούσεων τόσο στο γενικό ιδεολογικό-πολιτικό επίπεδο όσο και στο οικονομικό. Αυτή κυρίως θα ανοίξει  τους νέους δρόμους ανάκτησης του δημόσιου συμφέροντος και θα μοχλεύσει αποτελεσματικούς κοινωνικούς-διεκδικητικούς αγώνες συμπληρωματικούς στην τρέχουσα αντιπολιτευτική αλλά και στην κυβερνητική πολιτική της αριστεράς.

Η πειστική αυτή προγραμματική αφήγηση εν τέλει θα αποτελέσει το στέρεο έδαφος της βίαιης ωρίμανσης των κοινωνικοταξικών και πολιτικών συμμαχιών που επιδιώκουμε αλλά και του στοχευμένου οργανωτικού ανασχεδιασμού του ίδιου του κόμματος.

*Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής

[1] Προσέγγιση μαξιμαλιστικής κομμουνιστικής/ αντικαπιταλιστικής οπτικής ή προσέγγιση  συντηρητικής-παθητικής οπτικής.

[2] Σενάριο στρατηγικής ήττας  και πλήρους ενσωμάτωσης

[3] Σενάριο τακτικής ήττας και μερικής ενσωμάτωσης που υπονοεί την παρένθετη διακυβέρνηση

[4] Τεχνοκρατική, «αταξική», μεταμοντέρνα, ρηχή νεοφιλελεύθερη προσέγγιση που μετατοπίζει την ουσία της πολιτικής πράξης στους «ειδικούς» και τα «ουδέτερα» εργαλεία τους ενώ ταυτόχρονα υπονοεί ηθική αλλοίωση

Μπορεί η αριστερά να αναδείξει και μέσω των σκανδάλων το κοινωνικό ζήτημα;

foto vagelis pilalisτου Βαγγέλη Πιλάλη*

Η αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να «τσιμπήσει» στους χειρισμούς της ελεγχόμενης «κάθαρσης» και του ταξικού αποπροσανατολισμού που δρομολογείται από την Κυβέρνηση αυτές τις ημέρες με αφορμή την λίστα Λαγκάρντ, ούτε να προσπαθήσει να «εντάξει» το σκάνδαλο αυτό στα πλαίσια μιας ρηχής αντιπολιτευτικής τακτικής του τύπου να τους αποκαλύψουμε «ταράζοντάς τους στη νομιμότητα».

Ο ρόλος μας στο παρελθόν ως πολιτική δύναμη κάθαρσης (υπόθεση Κοσκωτά) -σε μια επίσης πολύ ταραγμένη πολιτική περίοδο του τόπου που υπήρχαν έντονες «διαχειριστικές» αντιθέσεις και αντιφάσεις στο κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας- δεν στέφθηκε με επιτυχία παρά τις καλές και τότε «εξυγιαντικές» μας προθέσεις. Οι «σκοτεινοί δρόμοι» και τα «υπόγεια» της εκτελεστικής, νομοθετικής, δικαστικής και οικονομικής εξουσίας κρύβουν τόσες πολλές και «καλοστημένες» υποθέσεις διαφθοράς και διαπλοκής που μόνο μια πολύχρονη κυβέρνηση της αριστεράς που στηρίζεται έμπρακτα στο λαϊκό και εργατικό κίνημα θα μπορεί να τις ξεσκαρτάρει και να τις φωτίσει πραγματικά αποφεύγοντας τις παγίδες.

Η θέση της αντιπολίτευσης -ακόμα και της αξιωματικής- δεν προσφέρεται για ουσιαστική και σε βάθος διερεύνηση λόγω των τεράστιων θεσμικών και άλλων τεχνητών προσκομμάτων που θα παρεμβληθούν από τις κυρίαρχες δυνάμεις για να περιορίσουν την έρευνα σε συγκεκριμένα όρια και πρόσωπα, για να αποφευχθούν συσχετίσεις και διασυνδέσεις που θα ανατρέπουν το συνολικό πλαίσιο αστικής πολιτικής.

Τα στεγανά του αστικού κράτους και οι δαιδαλώδεις διαδρομές του μαύρου χρήματος του ελληνικού καπιταλισμού δεν σπάνε, δεν διερευνώνται, δεν αποκαλύπτονται τόσο εύκολα ακόμα και σε μια μεταβατική φάση ιδεολογικής απονομιμοποίησης και απροσδόκητων θεσμικών συμμάχων όπως η σημερινή. Η υπερεπένδυση της αριστεράς στο κοινοβουλευτικό έλεγχο και τις διαδικασίες του δεν θα αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα ακόμα και αν προσπαθήσει να δώσει ευστόχως μια γενικώτερη αντισυστημική, ανατρεπτική διάσταση.

Η αριστερά ούτως ή άλλως γνωρίζει ότι το καπιταλιστικό σύστημα από τη στιγμή την οποία επιτελεί τον θεμελιώδη κανόνα του σκανδάλου της εκμετάλλευσης και κλοπής της ξένης εργασίας από μία ισχνή μειοψηφία, όχι μόνον είναι από τη φύση του ανίκανο να αποτρέψει τα δευτερεύοντα σκάνδαλα τα οποία το «πλήττουν», αλλά είναι νομοτελειακά βέβαιο ότι παρά περί του αντιθέτου διακηρύξεις θα τα αναπαράγει συνεχώς, ως μορφή του κυνηγιού μιας κλεμμένης λείας που αποτελεί θεμελιακό κανόνα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Continue reading «Μπορεί η αριστερά να αναδείξει και μέσω των σκανδάλων το κοινωνικό ζήτημα;»

Ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ ή θα είναι ρηξιακός ή δεν θα υπάρξει

foto vagelis pilalisτου Βαγγέλη Πιλάλη*

Το τελευταίο διάστημα κάτι δεν πάει καλά στην κυρίαρχη εκφώνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η κεντρική εικόνα που βγαίνει στην ελληνική κοινωνία δεν είναι εικόνα που αντιστοιχίζεται με τις μεγάλες απαιτήσεις και αγωνίες του κόσμου της εργασίας– που έστω και με την λογική της ανάθεσης προς τα πάνω- επιθυμεί μια ταξικά και ηθικά φορτισμένη πολιτική σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα αυτού του τόπου.

Σε αυτήν την φαινομενική αντίφαση (εμείς δεν συμμετέχουμε τόσο πολύ αλλά σας ψηφίζουμε επειδή προσδοκούμε να συγκρουστείτε πολιτικά για λογαριασμό μας) ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να φανεί αντάξιος, λύνοντάς την μέσω ενός λελογισμένου πολιτικού βολονταρισμού που θα ενθαρρύνει και αναζωπυρώνει τις κοινωνικές αντιστάσεις αλλά και ενός αναλυτικού περιγράμματος των ρήξεων και των τακτικών που θα εφαρμόσει.

Οι εκμεταλλευόμενες τάξεις σήμερα, έχουν μεν απωλέσει την εμπιστοσύνη τους στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα αλλά από την άλλη δυσπιστούν για την κυβερνητική ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ διότι δεν «βλέπουν» ένα πειστικό, συνεκτικό, πολιτικοοικονομικό σχέδιο που θα τις «τραβάει» σιγά σιγά έξω από την κρίση, που θα τους περιγράφει αναλυτικά μια πορεία ρεαλιστικής διεξόδου –έστω και απαιτώντας συλλογικές θυσίες για μια ακόμη φορά.

Το ότι η αριστερά διατηρεί ακόμη το ηθικό και αντισυστημικό της πλεονέκτημα διότι η ιστορία, οι διαχρονικοί αγώνες και το τεράστιο ηθικό της φορτίο εμποτίζουν το σύγχρονο ελληνικό γίγνεσθαι δεν πρέπει να μας εφησυχάζει. Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος η αριστερά πολύ σύντομα, να «ξοδέψει» αυτό το μεγάλο κεφάλαιο αν δεν προβεί άμεσα σε ριζοσπαστικές κινήσεις που να σηματοδοτούν στον ελληνικό λαό τον ορίζοντα της συνολικής κοινωνικής και εθνικής απελευθέρωσης μέσω ενός απτού προοδευτικού προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Ενισχυτικό προς την παραπάνω κατεύθυνση της αξιοποίησης της φυσικής ροπής της αριστεράς στην αντισυστημικότητα είναι και το γεγονός ότι το πεδίο της πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης είναι de facto πιο «καθαρό» και γειωμένο με το πεδίο της ταξικής αντιπαράθεσης διότι τα «στρατηγικά» συμφέροντα των μεσαίων στρωμάτων είναι πλέον ευδιάκριτα και τείνουν να πολωθούν με αυτά της ταξικής τους προέλευσης και όχι με αυτά της ταξικής τους ονείρωξης για οικονομική – συμβολική ανέλιξη.

Έτσι, το παιχνίδι των «νέων» κεντροδεξιών κομμάτων-δορυφόρων που θα «παιχτεί» το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα –λόγω της διαφαινόμενης αλλαγής του εκλογικού νόμου– θα δώσει ίσως μια μικρή παράταση χρόνου στο αστερισμό της αναπαλαιωμένης κυρίαρχης πολιτικής αλλά δεν θα άρει την κεντρική ροπή της προς την συνολική αποσταθεροποίηση. Η αλλαγή του εκλογικού νόμου και η περαιτέρω αυταρχικοποίηση της αστικής ελληνικής δημοκρατίας -μέσω και της «συνταγματικής» κατοχύρωσής που προωθείτε- ενώ θα γίνουν με την λογική της εκ βάθρων θεσμικής ανασυγκρότησης του αστικού πλαισίου πολιτικής θα είναι τελικά οι δύο τελευταίες πράξεις πριν αυτό καταρρεύσει οριστικά και αμετάκλητα. Continue reading «Ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ ή θα είναι ρηξιακός ή δεν θα υπάρξει»

Η κρίση, το ερώτημα, οι παγίδες & η Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ

foto vagelis pilalis

του Βαγγέλη Πιλάλη*

1. Η κρίση

Ζούμε σε μια περίοδο που διεξάγεται μια ολοκληρωτική, ανελέητη και  σαρωτική επίθεση του κεφαλαίου στις δυνάμεις της εργασίας με το γκρέμισμα  κατακτήσεων και δικαιωμάτων δεκαετιών  τόσο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Σε μια περίοδο που η κρίση του καπιταλισμού είναι δομική και δεν επιδέχεται μερεμέτια και κεϋνσιανού, αναδιανεμητικού τύπου μεταρρυθμιστικές λογικές όπως έγινε σε άλλες ιστορικές περιόδους της εξελικτικής του πορείας.

Η κρίση του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου σήμερα δεν είναι μια κλασικού τύπου κυκλική κρίση . Δεν είναι μια ανάπαυλα για να εκκαθαρίσει τα προβληματικά, κοστοβόρα και μη παραγωγικά του στοιχεία. Δεν είναι μια επαναλαμβανόμενη ιστορική και συστημική ροπή  αυτοκάθαρσής του όπου μέσω και της ισοπέδωσης των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης -για μια ορισμένη περίοδο- απαλλάσσεται από τις «κατακτήσεις» και «δεσμεύσεις» του προηγούμενου  κύκλου δρομολογώντας ταυτόχρονα μια νέα φάση συσσώρευσης αποδοτικότερων κεφαλαίων.  Δεν είναι δηλαδή μια μεταβατική φάση όπου αφού ολοκληρωθεί και επιτύχει την  διόρθωση και εξισορρόπηση του συστήματος μετά -μέσω ενός νέου κεϋνσιανού «παραδείγματος»- θα προβεί σε αναδιανομή μέρους της απόλυτης υπεραξίας, με βάση τι θα επιβάλλουν οι συσχετισμοί που θα προκύψουν μεταξύ αστικής τάξης-εργατικής τάξης.

Η κρίση σήμερα είναι ολοκληρωτική και προφανώς η φούσκα του χρηματοπιστωτικού τομέα και η δημοσιονομική εκτροπή είναι πλέον ανεξέλεγκτα και μη χαλιναγωγίσιμα παράγωγα αποτελέσματα, της βασικής κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, στην πραγματική-παραγωγική  οικονομία.

Οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ του αστισμού τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την δομική αυτή κρίση του καπιταλισμού επιβαρύνοντας τους λαούς και τον κόσμο της εργασίας ακολουθώντας επίσης ολοκληρωτικές, αντιδημοκρατικές και αδιαφανείς πρακτικές τόσο στο εθνικό όσο και στο υπερεθνικό πλαίσιο. Προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο αλλά και να γλιτώσουν την απώλεια των κεφαλαίων τους μέσα από μια βίαια αναδιανομή εισοδημάτων, πόρων και παραγωγικών κεφαλαίων από τα κάτω προς τα πάνω.

Είναι προφανές πια (ακόμη και σε μη οικονομολόγους) ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις δεν έχουν την «οριστική λύση» για να ξεπεράσουν την κρίση αντίθετα η ηγεμονία τους πλέον είναι φθίνουσα, ασταθής και οριστικά επισφαλής.

Η νέα κάθε φορά, χρηματοοικονομική μηχανική που επινοούν και επιστρατεύουν στις Συνόδους Κορυφής και στα Συμβούλια τους τόσο στα Διεθνή φόρα και τους Οργανισμούς όσο και στις «σκοτεινές», παρασκηνιακές συμφωνίες που κάνουν οι τεχνοκράτες και τα στελέχη του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού τομέα μεταξύ τους, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον πυρήνα και την έκταση της κρίσης και απλά αντιμετωπίζει κάθε φορά κάποιες επιμέρους πλευρές της , μετατοπίζοντας χρονικά, θεσμικά αλλά και γεωγραφικά την εκδήλωσή της. 

Οι γεωπολιτικές ισορροπίες επηρεάζονται καθοριστικά από αυτήν την εξέλιξη αφού κυοφορούνται νέοι άξονες και νέες σφαίρες επιρροής στα πλαίσια αυτής της τεχνητής παράτασης των «λύσεων» της κρίσης ώστε μερίδες του διεθνοποιημένου κεφαλαίου –με εθνικά όμως καταγωγικά χαρακτηριστικά- να ενισχύσουν την θέση τους στο νέο παγκόσμιο καταμερισμό οικονομικής και πολιτικής ισχύος.

2. Το κεντρικό ερώτημα

Τι κάνει όμως η δική μας, η ριζοσπαστική αριστερά, η αριστερά που προετοιμάζεται να «κυβερνήσει» σε αυτήν την πολύμορφη και δαιδαλώδη εγχώρια και διεθνή κατάσταση;

Η ριζοσπαστική αριστερά μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ  αλλά και έξω από αυτόν  (υπάρχουν αξιόλογες αντικαπιταλιστικές και μαζικές ενωτικές πρωτοβουλίες που ανιχνεύουν οργανικούς δρόμους συμπόρευσης)  πρέπει να αποφύγει τις 5 βασικές παγίδες που κρύβει η πολιτική και εκλογική δυναμική της τελευταίας περιόδου. Πρέπει να αποφύγει δηλαδή με λίγα λόγια το vertigo και την μέθη της δυναμικής της νίκης η οποία δημιουργήθηκε. Στα πλαίσια αυτά οφείλουμε να  μην ξεχάσουμε την σπουδαιότητα της εξ αριστερών στήριξης και γι αυτό πρέπει να συνεχίσουμε να απευθυνόμαστε ενωτικά προς τα αριστερά του πολιτικού σκηνικού καλώντας και τους άλλους αντικαπιταλιστές και κομμουνιστές (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κ.α.) να συνδράμουν στα πλαίσια μιας μίνιμουμ πολιτικής συμφωνίας ανατροπής και πιθανά διαχείρισης.  Continue reading «Η κρίση, το ερώτημα, οι παγίδες & η Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ»

Η δομική αντιπολίτευση, ο «ενάρετος» κύκλος του αριστερού κυβερνητισμού και ο κίνδυνος του dilution

.

foto vagelis pilalisτου Βαγγέλη Πιλάλη*

Η ριζοσπαστική αριστερά και η ηγεσία της (συμπεριλαμβανομένων και των συνεκτικών-μειοψηφικών απόψεων, τάσεων και συνιστωσών) κατάφερε, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με την σταθερή στρατηγική της (από το 2004 και μετά) και με την  επινοητική αντιπολιτευτική τακτική της  (τα τελευταία 4 χρόνια), να δημιουργήσει τους υλικούς όρους και τις προϋποθέσεις μιας ασύλληπτης πολιτικής και εκλογικής δυναμικής η οποία όμως, στην 3η μνημονιακή φάση που έχουμε εισέλθει,  δείχνει να παρουσιάζει τα πρώτα σημάδια  στρατηγικής αμηχανίας και τακτικής κόπωσης.

Η βίαια κατάρρευση του κεντρικού συνεκτικού δεσμού του παλαιού δικομματικού πολιτικού συστήματος (μαζικό ΠΑΣΟΚ, λαϊκισμός, κορπορατισμός, δομημένα συμφέροντα μεταξύ μεσοστρωμάτων και σπάταλων , παρασιτικών και μιμητικών εγχώριων οικονομικών ελίτ) υπό το βάρος των απαιτήσεων των δανειστών άφησε εξ αντικειμένου τεράστια περιθώρια ανάπτυξης ανερχόμενων πολιτικών δυνάμεων με αντισυστημικό/ αντιμνημονιακό  προφίλ και εξ αυτού ευνοήθηκε ακόμη και ο χώρος της φασιστικής ακροδεξιάς (βλ. ΧΑ) με επικίνδυνες προεκτάσεις για την δημοκρατία.

Η ανάλυση των τελευταίων εκλογικών αποτελεσμάτων αλλά και οι μετέπειτα δημοσκοπήσεις ενώ καταγράφουν την σταθερή ενίσχυση της δικής μας αριστεράς, ταυτόχρονα, σε γενικότερο επίπεδο, παρουσιάζονται ισχυρές τάσεις συντηρητικής αναδίπλωσης και όχι προοδευτικής ανάτασης της ελληνικής κοινωνίας.

Οι 7 βασικοί άξονες της πολιτικής μας που προσέδωσαν αυτήν την δυναμική, πέρα από κάποια λάθη και «αριστερά» ή «δεξιά» σολαρίσματα στελεχών μας, ήταν οι εξής :

  1. Σκληρός αντιμνημονιακός/αντινεοφιλελεύθερος πολιτικός αγώνας στο  Κοινοβούλιο & στα ΜΜΕ με στοχευμένες αιχμές δομικής αντιπολίτευσης.
  2. Σταθερός προσανατολισμός για συσπείρωση, ενότητα της πολιτικής αριστεράς και των φορέων της.
  3. Σεβασμός στην σχετική αυτονομία του κοινωνικού/ταξικού επιπέδου και ενθάρρυνση των αυτοφυών αντιστάσεων, των αυθόρμητων συλλογικών ενωτικών αγώνων στα συνδικάτα, στην αυτοδιοίκηση, στη νεολαία και στις πλατείες.
  4. Στοχευμένη και οριοθετημένη υπαγωγή της εθνικής μας ταξικής  αφήγησης στο Ευρωπαϊκό και παγκόσμιο οικονομικοπολιτικό πλαίσιο αλληλεξάρτησης και ολοκληρώσεων, χωρίς ασύμμετρες και υπερκοστολογημένες γεωπολιτικές «επενδύσεις»/«αποεπενδύσεις», κοσμοπολίτικες αφέλειες ή εθνικιστικές εμμονές.
  5. Επιθετική εισαγωγή στην κυρίαρχη πολιτική και μιντιακή ατζέντα μιας νέας εναλλακτικής πρότασης πολιτικής εξουσίας της αριστεράς και ενός αντίστοιχου κυβερνητικού προγράμματος.
  6. Συνέχιση της ανανέωσης των προσώπων σε όλα τα επίπεδα του πολιτικού μας φορέα μέσα από πλατιές δημοκρατικές διαδικασίες βάσης.
  7. Επιλεκτική διεύρυνση του στελεχικού δυναμικού από «προσωπικότητες» του ευρύτερου προοδευτικού χώρου και αγωνιστές του έμπρακτου αντιμνημονιακού «Κέντρου» αλλά κι από στελέχη μικρότερου πολιτικού εκτοπίσματος, υψηλής όμως εξειδίκευσης και προϋπηρεσίας.

Το παραπάνω χαρμάνι πολιτικού-ιδεολογικού λόγου, μαζικών κοινωνικών παρεμβάσεων και ανανέωσης πολιτικού προσωπικού ενώ αντικειμενικά κρίνεται επιτυχές για την έως τώρα πορεία του κόμματός μας, στις νέες συνθήκες του 3ου μνημονίου -του σχεδιασμού της Γερμανικής Ευρώπης, της γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης στην Μέση Ανατολή, των εγγενών αδυναμιών του Νότου της Ευρώπης να συνεννοηθεί και να διεκδικήσει από κοινού μια άλλη Ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, της δομικής καπιταλιστικής κρίσης-  δυστυχώς δεν αρκεί.

Για να μπορέσει η αριστερά σήμερα να εφαρμόσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα λαϊκής-εθνικής σωτηρίας που να υλοποιεί την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας στον ορίζοντα του κοινωνικού μετασχηματισμού απαιτούνται συγκρούσεις και ρήξεις με όλο το αστικό σύμπλεγμα συμφερόντων και προετοιμασία του λαϊκού παράγοντα για αυτό.

Continue reading «Η δομική αντιπολίτευση, ο «ενάρετος» κύκλος του αριστερού κυβερνητισμού και ο κίνδυνος του dilution»