Ανακωχή και καραντίνα

του Ηλία Ιωακείμογλου
ioakeimoglou
Η θέση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Τσίπρα δεν είναι καθόλου εύκολη. Καταρχάς, η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ακύρωσε το πείραμα της προγραμματισμένης και άνωθεν σχεδιασμένης ανασυγκρότησης μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας με δημοκρατικούς θεσμούς, έτσι ώστε αυτή να μεταβεί σε ένα καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας που δεν θα έφερε πλέον στους κόλπους του ούτε τα παλιά εργασιακά δικαιώματα, ούτε καν την μνήμη τους. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Υπάρχει κάτι πιο σοβαρό και επικίνδυνο για τις καθεστωτικές δυνάμεις της Ευρώπης: Η ήττα τους στις ελληνικές εκλογές μπορεί να γίνει ντόμινο και η μόλυνση από το σάπιο μήλο να απειλήσει τη συνέχιση της λιτότητας στην Ευρώπη. Γιατί όμως να φοβούνται τόσο πολύ την ανατροπή της λιτότητας;

Η στρατηγική σημασία της λιτότητας

Στην παρούσα συγκυρία, η λιτότητα έχει καταστεί κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής τους για την αντιμετώπιση της κρίσης: Αυτό σχετίζεται με την συσσώρευση κεφαλαίου στα χρόνια της χρηματιστικοποίησης, η οποία οδήγησε τον λόγο κεφαλαίου/προϊόντος σε τόσο υψηλά επίπεδα ώστε είναι δύσκολο πλέον οι απαιτήσεις του κεφαλαίου επί του προϊόντος να ικανοποιηθούν. Το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, πιέζει την κερδοφορία προς τα κάτω και ως αντιστάθμισμα απαιτεί ακραία ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα. Η λιτότητα, η εκρηκτική αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και η ανεργία αποτελούν λοιπόν σήμερα τη στρατηγική καρδιά του συστήματος.

Αυτά εξηγούν την σκληρή, αποφασιστική στάση των ηγετικών δυνάμεων της ευρωζώνης έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Το στρατηγικό συμφέρον των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων της Ευρώπης να διατηρηθεί το καθεστώς της υψηλής ανεργίας και της λιτότητας είναι αυτό που ενορχηστρώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πειθαρχεί τις πρόσκαιρες και σχεδόν ανεπαίσθητες εθνικές παρεκκλίσεις και τις ενοποιεί πολιτικά απέναντι στον κοινό εχθρό, τον επικίνδυνο ιό του ΣΥΡΙΖΑ.

Βεβαίως, μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η λιτότητα οδεύει προς στο τέλος της αφού η ποσοτική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα επαναφέρει την ανάπτυξη. Αυτό όμως αποτελεί πλάνη. Η ποσοτική χαλάρωση δεν απειλεί την λιτότητα [1]. Αυτό που την απειλεί είναι η ανατροπή της με πολιτικά μέσα, με τον τρόπο του ΣΥΡΙΖΑ, και η μόλυνση της Ευρώπης με το παράδειγμά του. Μια μόλυνση που θα απειλούσε την λιτότητα και την ανεργία, που αποτελούν στη σημερινή οικονομική συγκυρία την ίδια την στρατηγική καρδιά του συστήματος.

Ό,τι λοιπόν την απειλεί πρέπει να εκμηδενιστεί – ή τουλάχιστον να εξουδετερωθεί.

Ο ιός του ΣΥΡΙΖΑ σε καραντίνα

Σε μια διαπραγμάτευση, όπως αυτή που διεξάχθηκε με την ελληνική κυβέρνηση, το σχετικό βάρος που ρίχνουν στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων οι δύο πλευρές εξαρτάται από τις πραγματικές ή υποτιθέμενες αντιδράσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών που μπορούν να πάρουν καταστροφικό χαρακτήρα για την μια ή για την άλλη πλευρά (όπως για παράδειγμα η απειλή ενός bank run). Στην περίπτωσή μας, η απειλητική πίεση των χρηματοπιστωτικών ροών εκδηλώθηκε ταχύτερα προς την ελληνική πλευρά και εξώθησε την ελληνική κυβέρνηση σε συμφωνία ανακωχής. Η δε ηγεσία της ευρωζώνης αποδέχθηκε την ανακωχή διότι απομάκρυνε το ενδεχόμενο μιας νέας ενδεχόμενης κρίσης της ευρωζώνης.

Η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου άφησε ιδιαίτερα ευχαριστημένους τις καθεστωτικές δυνάμεις της Ευρώπης, διότι έθεσε σε καραντίνα τον ιό του ΣΥΡΙΖΑ. Η ελληνική κυβέρνηση έχει πλέον εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, ειδικά δε αυτό που αποτελεί τον αριστερό πυρήνα του, δηλαδή την αποκατάσταση του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων, των συλλογικών συμβάσεων, την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ κλπ, εκείνο δηλαδή το τμήμα του προγράμματος του οποίου η υλοποίηση θα καθιστούσε την Ελλάδα υπόδειγμα ανατροπής της λιτότητας και δυνητική πηγή μόλυνσης της Ευρώπης. Η ελληνική κυβέρνηση αναγκάζεται να περιοριστεί σε καθήκοντα αστικοδημοκρατικού εκσυγχρονισμού, περιορίζοντας την φοροδιαφυγή, την φοροαπαλλαγή, την γραφειοκρατία, και τις λοιπές παθογένειες του κράτους, που υπό κανονικές συνθήκες ανήκουν στα καθήκοντα των αστικών πολιτικών δυνάμεων και δεν ενοχλούν κανέναν στις ηγετικές δυνάμεις της ευρωζώνης.

Από την άλλη μεριά, όμως, το αντιστάθμισμα σε αυτές τις υποχωρήσεις της ελληνικής κυβέρνησης είναι η αποκατάσταση των ομαλών ροών χρήματος και κεφαλαίου, η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και η αποτροπή της εφαρμογής νέων μνημονιακών μέτρων που θα συνέχιζαν την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι «αφήσαμε τα μνημόνια πίσω μας», όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Τα μνημόνια θα είναι παρόντα για όσο καιρό δεν έχουν αναιρεθεί όλες οι ρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από αυτά με σκοπό να οικοδομηθεί η οικονομία και η κοινωνία του «λευκού κινέζου εργάτη». Παραμένει όμως σημαντική νίκη η αποτροπή της εμβάθυνσης της λιτότητας με επιπλέον μνημονιακά μέτρα.

Άθικτη παραμένει λοιπόν η στρατηγική της λιτότητας και της ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε καραντίνα τουλάχιστον για ένα τετράμηνο. Άθικτη όμως παραμένει και η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές, που έδειξε ότι οι κυρίαρχες τάξεις της ευρωζώνης δεν μπορούν να γκρεμίζουν μιαν ολόκληρη χώρα χωρίς πόλεμο και να την ξαναχτίζουν για να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Η ανακωχή είναι, εξ ορισμού, συμφωνημένη προσωρινή αναστολή ενεργειών που θα επέφεραν τη ριζική μεταβολή των θέσεων ισχύος μεταξύ δύο πλευρών. Η σύγκρουση επομένως παραμένει εκκρεμής και από την ανακωχή θα βγει ευνοημένος όποιος προετοιμάσει καλύτερα τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα διεξαχθεί η επόμενη διαπραγμάτευση.
_____________________

[1] Καταρχάς, το μέγεθος του εφεδρικού εργασιακού στρατού μειώνεται μόνον εάν η μεγέθυνση του ΑΕΠ υπερβαίνει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3% – και μάλιστα επί μακρά σειρά ετών. Υπάρχει, επομένως, μια πολύ ευρεία ζώνη οικονομικής μεγέθυνσης στην οποία είναι εφικτό να αυξάνεται το ΑΕΠ και η λιτότητα να συνεχίζεται υπό την πίεση της ανεργίας. Δεύτερον, εξαιτίας των διαρθρωτικών αλλαγών στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, το ποσοστό ανεργίας στο οποίο θα εκδηλώνονταν σοβαρές μισθολογικές απαιτήσεις έχει μειωθεί κατά πολύ.

Για την χαμένη τιμή της «τέταρτης εξουσίας» |

του Γιώργου Χελάκη

Να καταργηθούν όλα. Να αναλάβει τη διοίκηση του ελληνικού ποδοσφαίρου ένας εισαγγελέας. Ξέρετε, κατά το να κυβερνήσει τη χώρα ένας δεκανέας…

Όσοι νομίζουν πως όλα αυτά που συμβαίνουν στο εγχώριο ποδόσφαιρο είναι μια σειρά από ατυχείς συμπτώσεις, βρίσκονται βαθιά νυχτωμένοι. Είναι μια σκληρή μάχη συμφερόντων κατά βάση επιχειρηματικών όπου η αγάπη για το άθλημα και την ομάδα είναι απλά τροφή για να σιτίζονται τυφλωμένοι οπαδοί, για να υπάρχει ένας πυρήνας σκληρής και αμετανόητης πελατείας.

Στην εξοντωτική μάχη συμφερόντων τροχονόμος είναι ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. Είτε πρόκειται για τον Βαγγέλη Μαρινάκη, είτε για τον Δημήτρη Μελισσανίδη, είτε για τον Γιάννη Αλαφούζο, είτε για τον Ιβάν Σαββίδη όλοι τους είναι σάρκα από τη σάρκα του ίδιου συστήματος.

Ο πρώτος εισήλθε και στον πολιτικό στίβο μέσω του Δήμου Πειραιά και μπορεί, και με θεσμική ιδιότητα πια, να συνομιλεί με πολιτειακούς παράγοντες. Ο δεύτερος κυριαρχεί με δόξα και τιμή στον αποκρατικοποιημένο τζόγο και μέσω του ΟΠΑΠ μπορεί να ρυθμίζει τη βιωσιμότητα ή μη μιας ΠΑΕ, αλλά και ολόκληρων πρωταθλημάτων. Ο τρίτος θέτει ολόκληρο τηλεοπτικό σταθμό στην υπηρεσία της τρόικας και των μνημονίων. Ο τέταρτος είναι ο περιώνυμος αγοραστής κρατικής γης και προς ιδιωτικοποίηση δημοσίων και συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Βασική διαφορά τους; Ο μοναδικός που δεν επιθυμεί και δεν επιδιώκει… μπίζνες με το κράτος είναι ο πρόεδρος του Ολυμπιακού.

Ανάμεσα σε όλους τους παραπάνω παίζεται ένα σκληρό παιχνίδι ισχύος και επικράτησης. Σε αυτό παρασύρονται μίντια, οπαδοί, διοικήσεις ομοσπονδιών, εισαγγελείς, πολιτικοί και πάει λέγοντας. Ένα κουβάρι που ξεμπλέκεται δύσκολα και απειλεί να τυλίξει μέχρι πνιγμού το ελληνικό ποδόσφαιρο. Ένα κουβάρι που μαυρίζει τις Κυριακές μας.

Στο πλαίσιο αυτό η δημοσιογραφία ως ανεξάρτητη εξουσία ευνουχίζεται. Οι πένες γράφουν καθ” υπαγόρευση. Οι απειλές σε ορισμένες περιπτώσεις εκτοξεύονται ανοικτά, η «προσαρμογή» στις επιθυμίες των ισχυρών απαιτείται. Ο δημοσιογραφικός λόγος υπονομεύεται. Οι στρατευμένες πένες στην υπηρεσία του χρώματος της ομάδας επιβραβεύονται.

Η βία απλώνεται σε όλους τους αθλητικούς χώρους. Από τα γήπεδα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου ως τα ερασιτεχνικά. Από το ποδόσφαιρο μέχρι το χάντμπολ όπως δήλωσε χθες, σαν… έγκυρος παρατηρητής, ο υφυπουργός αθλητισμού κ. Ανδριανός.

Στα τριανταπέντε χρόνια ιστορίας του, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο δεν ήταν ποτέ όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος. Τώρα, όμως, η κατάσταση έχει ξεφύγει. Η κυβέρνηση είναι σε αδυναμία να ρυθμίσει, να ισορροπήσει τα αντικρουόμενα συμφέρονται των ισχυρών. Απλώς τα αφήνει να εκδηλώνονται ανεξέλεγκτα. Είναι φανερό ότι την υπερβαίνουν. Τα «αφήνει» λοιπόν να σκάνε πάνω στην κοινωνία δημιουργώντας πάνω στις πραγματικές αντιθέσεις, άλλες τεχνητές. Έτσι μια μερίδα φτωχών και ανέργων στη Θεσσαλονίκη τα βάζει με τον ευρωβουλευτή Ζαγοράκη γιατί το «κράτος της Αθήνας» δεν ρυθμίζει τα χρέη του ΠΑΟΚ κατά πώς διευκολύνει τον ιδιοκτήτη του, ενώ μια μερίδα φτωχών και ανέργων στην Αθήνα τα βάζει με τη Δούρου γιατί δεν έχει εκταμιεύσει τα 20 εκατομμύρια για να γίνει η «Αγιά Σοφιά». Και οι δυο μερίδες τα βάζουν με τον Ολυμπιακό για την μέχρι τώρα κυριαρχία του. Άνεργοι εναντίον ανέργων και φτωχοί εναντίον φτωχών για το «μεγαλείο» της ομάδας, δηλαδή της ΠΑΕ, δηλαδή του ιδιοκτήτη της ΠΑΕ.

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά η αθλητική δημοσιογραφία εξαντλεί τη μαχητικότητά της στηρίζοντας κάθε φορά έναν από τους τέσσερις ή το πολύ – πολύ απαιτώντας την παραίτηση του Σαρρή…

Για τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ στην ΔΕΘ

 belandis_dimitrisτου Δημήτρη Μπελαντή*

Η παρουσίαση των βασικών προγραμματικών θέσεων άμεσης πολιτικής στην ΔΕΘ του 2014 αποτελεί μια σημαντική στιγμή στην εκδίπλωση της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ εν όψει της πιθανής ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας στο κοντινό μέλλον. Κατ’ αρχήν, το στοιχείο της πολιτικής δέσμευσης του ΣΥΡΙΖΑ για μια σειρά από ζητήματα άμεσης ανακούφισης των λαϊκών τάξεων και αναζωογόνησης της οικονομίας, ανεξάρτητα από το πλήρες ή το απολύτως ικανοποιητικό της έκτασης αυτών των δεσμεύσεων, έχει μεγάλη θετική πολιτική σημασία. Η τήρηση αυτού του μίνιμουμ «συμβολαίου με τον λαό» και η μη υπαναχώρηση από την εφαρμογή του θα παράσχει διευρυμένη πολιτική νομιμοποίηση σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς και θα δημιουργήσει όρους για την πολιτική και κοινωνική της υποστήριξη. Επίσης, παρά την κριτική που ασκείται-και σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένα – από άλλες δυνάμεις της Αριστεράς στον ΣΥΡΙΖΑ ως προς αυτές τις θέσεις, η τήρηση αυτού του μίνιμουμ προγράμματος θα ενισχύσει τις δυναμικές κοινωνικής και τελικά και πολιτικής ενότητας της Αριστεράς. Αντιθέτως, η τυχόν ολική ή και μερική υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ από την εφαρμογή αυτού του μίνιμουμ προγράμματος θα αποσταθεροποιήσει και ναρκοθετήσει το κυβερνητικό του εγχείρημα, όταν και όποτε αυτό υπάρξει. Το ότι μπορεί να υπάρξει μια κοστολογημένη, επιτυχής και ρεαλιστική εφαρμογή θέσεων που εντάσσονται σε μια εναλλακτική πολιτική από την ισχύουσα, παρά τον περιορισμένο ή και σχετικά μετριοπαθή χαρακτήρα τους, είναι ένα στοιχείο που τροποποιεί ριζικά την πολιτική ατζέντα υπέρ μιας αριστερής εναλλακτικής λύσης, αν και δεν ανατάσσει αυτόματα την κατάσταση κοινωνικής νηνεμίας που επικρατεί. Δεν είναι τυχαίο που το Υπουργείο Οικονομικών απάντησε σχεδόν αμέσως με εκτεταμένο (δώδεκα σελίδες) κείμενό του στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ στην ΔΕΘ. Δεν είναι τυχαίο που έχει ανοίξει ένας γόνιμος διάλογος για το θέμα αυτό μεταξύ των αριστερών οικονομολόγων (Τσακαλώτος, Λαπαβίτσας, Δραγασάκης κ.α. ).

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΔΕΘ : ΟΧΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Είναι μάλλον προφανές το ότι οι θέσεις στην ΔΕΘ δεν συνιστούν ένα ολοκληρωμένο ή έστω και περιορισμένο μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα. Θυμίζουμε εδώ ότι ως μεταβατικό πρόγραμμα ορίζεται μια δέσμη πολιτικών μέτρων, μεταρρυθμίσεων και ρήξεων, οι οποίες ανατρέπουν την συνισταμένη της αστικής και νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ενισχύουν ποιοτικά την θέση των λαϊκών τάξεων, ενισχύουν την πολιτική ταξική πάλη από εργατική-λαϊκή σκοπιά, αποδυναμώνουν την άρχουσα τάξη, οξύνουν την σύγκρουση μαζί της και ανοίγουν μεσοπρόθεσμα τον δρόμο προς την σοσιαλιστική προοπτική της χώρας και προς μια περίοδο αποφασιστικών ρήξεων . Το μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα ( αναγόμενο σε μια λενινιστική- γκραμσιανή ή τροτσκιστική ή αριστερή ευρωκομμουνιστική στρατηγική εκδοχή) είναι το σημείο σύνθεσης και μετάβασης στις δυτικές κοινωνίες από τον μακροχρόνιο πόλεμο θέσεων στον καταληκτικό πόλεμο κινήσεων ή ελιγμών που χαρακτηρίζεται από την «επαναστατική κατάσταση» και την εμφάνιση θεσμών δυαδικής εξουσίας. Ένα μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα στις δυτικές κοινωνίες , ακόμη και σε περιπτώσεις με πολύ ιδιαίτερα προβλήματα ανθρωπιστικής καταστροφής, διάλυσης του κοινωνικού κράτους και εθνικής κυριαρχίας/κρίσης  όπως η Ελλάδα, δεν μπορεί να συγκροτήσει ένα απολύτως στεγανό «στάδιο» ή μεταβατικό πολιτικό καθεστώς, το οποίο θα ξέφευγε για μια απροσδιόριστη περίοδο από το ζήτημα της σοσιαλιστικής εξουσίας. Οι απαραίτητες πρώτες φάσεις αντιμνημονιακής εκκαθάρισης και ρήξης και δημόσιας τόνωσης μιας ακόμη καπιταλιστικής οικονομίας δεν μπορούν να εφαρμοσθούν πλήρως παρά μόνο από ένα κοινωνικό μπλοκ με εργατική ηγεμονία, το οποίο θα αρχίσει να αμφισβητεί στην πράξη την καπιταλιστική/μονοπωλιακή ιδιοκτησία και εξουσία. Το πρόβλημα με το ΚΚΕ δεν έγκειται στο ότι αναγνωρίζει την έλλειψη σταδίων αλλά στο ότι δεν προάγει πραγματικά και εξειδικευμένα μιασοσιαλιστική στρατηγική μέσω μεταβατικών στόχων. Ιδίως, η επιθετικότητα της εθνικής και διεθνούς αστικής τάξης στο σύνολό της-και παρά τις τριβές για μια πιο «ήπια» διαχείριση του νεοφιλελευθερισμού που σχετίζονται κυρίως με την ΕΚΤ- αποδεικνύει το ανέφικτο ενός προσωρινού σταθερού κοινωνικού συμβολαίου ή ενός στεγανού μεταβατικού σταδίου σε μια περίοδο κρίσης του καπιταλισμού και κρίσης στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα .

Το μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα δεν μπορεί παρά να θέτει όχι μόνο ζητήματα που αφορούν την τιμή της εργατικής δύναμης και το ύψος του άμεσου και έμμεσου μισθού αλλά και τα ζητήματα που σχετίζονται με την ιδιοκτησία και τον κοινωνικό έλεγχο στις τράπεζες και τις στρατηγικού χαρακτήρα επιχειρήσεις είτε ανήκουν σήμερα στο Δημόσιο είτε έχουν αποκρατικοποιηθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία αποκρατικοποίησης ή ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα και το ζήτημα του οικονομικού και κοινωνικού κόστους για την κοινωνικοποίηση αυτών των επιχειρήσεων. Χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής δεν μπορεί να υπάρξει μια παραγωγική ανασυγκρότηση αριστερού και ριζοσπαστικού τύπου. Το ζήτημα του δημόσιου ελέγχου και της ιδιοκτησιακής κατάστασης των τραπεζών (βλ. και απόφαση συνεδρίου ΣΥΡΙΖΑ) είναι κομβικό για την χρηματοδότηση και την κεφαλαιακή επάρκεια ενός προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Επίσης, ένα μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα πρέπει να απαντά στο ζήτημα της κοινωνικής αναδιανομής και της αλλαγής του οικονομικού ταξικού συσχετισμού δύναμης εντός και μιας γενικότερης ρήξης με το ιμπεριαλιστικό και νεοφιλελεύθερο ευρωενωσιακό πλαίσιο (Σύμφωνο Σταθερότητας, Δημοσιονομικό Σύμφωνο, Συνθήκη Λισσαβώνας κλπ). Το ζήτημα της κοινωνικής αναδιανομής σχετίζεται αναπόφευκτα και με την εύρεση των χρηματικών πόρων για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών και για τη δημόσια τόνωση της παραγωγικής και οικονομικής κατάστασης της χώρας. Το ζήτημα της κοινωνικής αναδιανομής αφορά το εισόδημα των εργαζομένων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα ( και η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ στον ιδιωτικό τομέα είναι μια πολύ καλή αρχή), την αποκατάσταση όχι μόνο της ανθρωπιστικής κατάστασης αλλά και του ελλειμματικού στην Ελλάδα μέχρι το 2009 κοινωνικού κράτους, την αποκατάσταση μιας ενεργού οικονομικής ζήτησης για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και με αποδέκτη μια παραγωγική διαδικασία στην Ελλάδα, η οποία θα απαντά σε αυτήν την ενεργό ζήτηση υποκαθιστώντας σε έναν βαθμό τις εισαγωγές. Βεβαίως, η επιτυχία μιας τέτοιας κίνησης συνδέεται και με τις τάσεις στην ευρωπαϊκή και διεθνή οικονομία.  Υπό αυτήν την έννοια, το ζήτημα δεν είναι αυτό που λένε οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι (βλ. και απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών ) ότι η ιδιωτική κατανάλωση στην Ελλάδα αφορά ένα πολύ υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ (70 % έναντι μέσου όρου 56 % στην Ε.Ε.) ή ότι η συνολική κατανάλωση στην Ελλάδα δεν έχει μειωθεί σε σχέση με το 2010 παρά την λιτότητα αλλά το ποιος καταναλώνει από κοινωνική και ταξική σκοπιά και τι καταναλώνει σε σχέση με την παραγωγική δομή της χώρας. Επίσης, είναι λογικό σε συνθήκες φτώχειας το όποιο εισόδημα υπάρχει να καταναλώνεται και να μην αποταμιεύεται. Τα οικονομικά της «προσφοράς» και της ανόδου της ανταγωνιστικότητας χάριν των χαμηλών μισθών, που πρεσβεύουν οι νεοφιλελεύθεροι, είναι οικονομικά της πλήρους ταξικής μεροληψίας εκ μέρους του κεφαλαίου αλλά και οικονομικά της τουλάχιστον προσωρινής έντονης ύφεσης. Συνεπώς, το ζήτημα ενός μίνιμουμ προγράμματος (πλήρους ή σχετικά ελλιπούς όπως αυτό που παρουσιάσθηκε) είναι μεν παραδεκτό αλλά δεν απαντά στο γενικότερο ζήτημα ενός μεταβατικού πολιτικού προγράμματος.

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΔΕΘ ΩΣ ΕΝΑ ΜΙΝΙΜΟΥΜ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Μην αποτελώντας οι θέσεις στην ΔΕΘ ένα μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα με την παραπάνω έννοια, έχουν μια πολιτική αξία ως ένα άμεσο μίνιμουμ πολιτικό και κυβερνητικό πρόγραμμα με την έννοια αυτού που λεγόταν παλιότερα «πρόγραμμα των πρώτων εκατό ημερών» . Τονίσαμε ήδη τον θετικό χαρακτήρα των πολιτικών δεσμεύσεων που ελήφθησαν , αλλά αυτό δεν επιλύει όλα τα ζητήματα ούτε είναι επαρκές. Με τις πολύ σημαντικές εξαιρέσεις των 751 ευρώ, της κατάργησης του ΕΝΦΙΑ και πιθανόν των αντισυνταγματικών απολύσεων και διαθεσιμοτήτων των δημοσίων υπαλλήλων και εργαζομένων στο Δημόσιο και της ρύθμισης των «κόκκινων δανείων» , δίδεται η αίσθηση ορισμένες φορές ότι η μεγάλη ανατροπή στο θέμα των δημοσίων εσόδων θα επιτευχθεί μέσω   μιας καλύτερης λειτουργίας του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, της πάταξης της φοροδιαφυγής και της καλύτερης ρύθμισης των οφειλομένων δόσεων στην Εφορία ή της πάταξης του λαθρεμπορίου καυσίμων. Χωρίς να αποκλείονται αυτές οι βελτιώσεις, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα αποδώσουν πολύ βραχυπρόθεσμα και μάλιστα με έναν κρατικό μηχανισμό εν μέρει πολιτικά εχθρικό. Τίθεται, λοιπόν, το ζήτημα της βραχυχρόνιας εισαγωγής ενός δίκαιου φορολογικού συστήματος που δεν θα τσακίζει την μικρή και μεσαία ιδιοκτησία και εισόδημα, που θα αυξάνει τα αφορολόγητα αλλά και θα φορολογεί και εντοπίζει ικανοποιητικότερα τα εύπορα αστικά και ανώτερα μεσαία στρώματα και θα προασπίζει την κύρια κατοικία. Επίσης, τίθεται ζήτημα ικανοποιητικής λειτουργίας των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, σταδιακής αλλαγής της νομοθεσίας και νομολογίας για τις εργασιακές σχέσεις και αποτελεσματικότητας των συλλογικών συμβάσεων. Τέλος, στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα θα πρέπει- και πέρα από το ζήτημα των συντάξεων –να εγκαινιασθεί σταδιακά μια πολιτική ανόδου του εισοδήματος των εργαζομένων και αποκατάστασης των απωλειών στις αποδοχές που έχουν επέλθει από το 2010 μέχρι και σήμερα. Προτεραιότητα, βεβαίως, έχει η άρση των διαθεσιμοτήτων-απολύσεων και η αποκατάσταση των άδικα και σκόπιμα απολυμένων. Αλλά και η κοινωνική ανακούφιση των μεσαίων στρωμάτων , που μπορούν να είναι σύμμαχα των εργατικών, προϋποθέτει η πλήρης αποκατάσταση του εργατικού εισοδήματος να συνδέεται με μέτρα χαλαρωτικά των οικονομικών υποχρεώσεων των μικροαστικών και κατώτερων μεσοαστικών στρωμάτων.

Το παραπάνω μίνιμουμ πρόγραμμα, εμπλουτιζόμενο με τον κατάλληλο τρόπο, χρειάζεται, όπως έδειξε με την παρέμβασή του και ο Κ. Λαπαβίτσας, καλύτερη χρηματοδοτική θεμελίωση και θεμελίωση του κόστους του ( η μεγάλη ψαλίδα μεταξύ της κοστολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ στα 11 δις και της κοστολόγησης του Υπουργείου Οικονομικών στα 27 δις για το πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ δεν αναιρεί πάντως ότι πολλά μεγέθη είναι κοινά και στις δύο λίστες κοστολόγησης) . Εκτός αυτού, όμως, χρειάζεται να αναδειχθεί ακόμη παραπάνω ότι και αυτό το μίνιμουμ πρόγραμμα, το οποίο δεν απαντά εκ της μετριοπάθειάς ή εκ της προσωρινότητός του  στα ζητήματα των τραπεζών, των δημοσίων επιχειρήσεων, των γενικότερων αλλαγών στο φορολογικό σύστημα, ανοίγει αντικειμενικά ένα ευρύτατο πεδίο συγκρούσεων και ρήξεων με το εθνικό κεφάλαιο και ορισμένα μεσαία στρώματα στην Ελλάδα, με την ηγεσία της ευρωζώνης και της Ε.Ε. και με τον ιμπεριαλισμό. Είναι απολύτως απίθανο αυτές οι δυνάμεις να αποδεχθούν ακόμη και τον κατώτατο μισθό στα 751 ευρώ, καθώς αυτό θα ανοίξει την «όρεξη» στις εργατικές τάξεις και των άλλων χωρών. Είναι απολύτως απίθανο να δεχτούν την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ με δεδομένη την στρατηγική της απαλλοτρίωσης της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας στην Ελλάδα ή και την άρση των απολύσεων στο Δημόσιο ή την χρήση αποθεμάτων του ΤΧΣ. Ο ΣΥΡΙΖΑ και το λαϊκό κίνημα στην χώρα μας πρέπει να είναι έτοιμοι για μια εκτεταμένη ρήξη με τις δυνάμεις της ευρωζώνης, η οποία θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες και εκβάσεις. Η μη προετοιμασία ή η απροθυμία για κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αναδίπλωση της Αριστεράς και σε μια μονομερή διαχείριση της φτώχειας με τα –αναγκαία αλλά όχι επαρκή- προσωρινά εργαλεία της επιδότησης της τροφής, της στέγης και των φαρμάκων.  Όμως, ο περιορισμός της αριστερής πολιτικής στην άμεση ανακούφιση της φτώχειας θα φτωχύνει και το περιεχόμενο της αριστερής πολιτικής και θα την μετατρέψει σε μια δύναμη επιδοματικής φιλανθρωπίας και ήπιας διαχείρισης του νεοφιλελευθερισμού, όπως συνέβη εν μέρει με τοPT του Λούλα στην Βραζιλία.

Επίσης, στερείται κάθε λογικής η επισήμανση ότι οι καλύψεις του μισθού και των κοινωνικών αναγκών και πολύ περισσότερο των δημοσίων επενδύσεων θα συντελεσθούν με ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και «χωρίς ελλείμματα», ότι «δεν θα επιστρέψουμε στα ελλείμματα». Όσο και αν ανέβουν τα δημόσια έσοδα, δεν υπάρχει κανένα απολύτως ιστορικό προηγούμενο όπου μια οικονομία να μπήκε σε αύξουσα αναπτυξιακή τροχιά χωρίς σημαντικά –έστω και προσωρινά- ελλείμματα. Επιπλέον, τα «τριάντα ένδοξα χρόνια» το καπιταλισμού ήταν σχεδόν σταθερά χρόνια αναπτυξιακών ελλειμμάτων. Η τοποθέτηση αυτή περί «ισοσκελισμένων προϋπολογισμών» συνεπάγεται την βαθύτερη παραδοχή νεοφιλελεύθερων και ευρωενωσιακών πολιτικών αντιλήψεων.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Συναφές είναι και το θέμα της διαχείρισης του ελληνικού δημοσίου χρέους. Το ζήτημα του χρέους και της διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του είναι «μονόδρομος» για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής αλλά και για την παραγωγική τόνωση της χώρας . Χωρίς αυτό, με την θηλιά στον λαιμό, κάθε διορθωτική κίνηση είναι καταδικασμένη. Το ζήτημα της διεθνούς διάσκεψης παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες , αφού προϋποθέτει έναν πολύ ευνοϊκό διεθνή συσχετισμό δύναμης, κάτι που δεν φαίνεται να προκύπτει στο ορατό μέλλον. Επίσης, οι όποιες κινήσεις χαλάρωσης εκ μέρους της ΕΚΤ δεν φαίνεται να οδηγούν σε μια πολιτική ριζικών διαγραφών στο ελληνικό χρέος. Το ζήτημα , τέλος, των αναγκαίων μονομερών ενεργειών της Ελλάδας κατά των μνημονιακών ρυθμίσεων, που θα μπορούσαν να εγκαινιασθούν με έναν πολυνόμο που θα καλύπτει το μίνιμουμ πρόγραμμα και θα εγκαινιάζει έναν οδικό χάρτη για την κατάργηση της εφαρμοστικής νομοθεσίας σε όλους τους τομείς, αναπόφευκτα μπορεί να δημιουργήσει μια χρηματοδοτική εμπλοκή και μια κρίση στην διεθνή διαχείριση του χρέους. Αυτό, δυστυχώς, δεν φαίνεται να απασχολεί επαρκώς την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, αν και μπορεί να αποτελέσει σύντομα ζήτημα αιχμής.

Από μια άποψη, είναι σωστό το επιχείρημα ότι δεν μπορείς να συμβιβάσεις τα ασυμβίβαστα (θέση του Λαπαβίτσα) . Μέσα στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο και στο Σύμφωνο Σταθερότητας, μέσα στα όρια του κοινού νομίσματος και της αδυναμίας νομισματικής υποτίμησης, δεν υπάρχουν ουσιαστικά ευρέα περιθώρια κοινωνικής και φιλεργατικής πολιτικής, εκτεταμένων δημοσίων επενδύσεων και ενός αναζωογονητικού ( εν μέρει κεϋνσιανού- αυτό δεν είναι από μόνο του κακό, αν συνδέεται με θεσμούς εργατικού/κοινωνικού ελέγχου, καθώς η κριτική στον κεϋνσιανισμό είναι διαφορετική, όταν απορρέει από ριζοσπαστικές θέσεις και διαφορετική, όταν απορρέει από συγκαλυμμένες νεοφιλελεύθερες θέσεις) παραγωγικού προγράμματος. Όμως, αυτή η αντίφαση πρέπει και μπορεί να αναδειχθεί και κάθε πολιτική δύναμη να αναλάβει δημόσια τις συνέπειες για όσα προτείνει. Από αυτήν την άποψη, η εκφορά των πρόσφατων θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ και η αναγκαιότητα ριζοσπαστικής διεύρυνσής τους έχει σημαντικά θετικές όψεις, καθώς ανοίγει αντικειμενικά μια δημόσια αντιπαράθεση με ρηκτικές και ριζοσπαστικές δυναμικές.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Δυο ερωτήσεις που… δεν έγιναν!

xelakis1

του Γιώργου Χελάκη 

Το μήνυμα της τρόικας προς την κυπριακή κυβέρνηση ήταν απολύτως σαφές. Η επόμενη δόση του δανείου δεν πρόκειται να δοθεί αν προηγουμένως η κυπριακή βουλή δεν τροποποιήσει αποφάσεις που έχει πάρει, νόμους που έχει ψηφίσει ειδικά δε αυτόν για τις εκποιήσεις (βλέπε ιδιωτικοποιήσεις, πλειστηριασμούς)

Περιθώρια παρερμηνειών δεν υπάρχουν. Οι βουλευτές είναι μεν αντιπρόσωποι του κυρίαρχου κυπριακού λαού αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον κ. Νταισεμπλουμ.  Θυμίζω ότι σε κατάσταση έκτακτης  ανάγκης, η κυπριακή Βουλή το έχει ξανακάνει…

Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε αναλυτικά το πρόγραμμα των εφτά σημείων μιας κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ. Στην τοποθέτησή του αλλά και απαντώντας σε ερωτήσεις των δημοσιογράφων υπήρξε σαφής. Στη θέση ενός πρωθυπουργού που δεν διαπραγματεύεται θα  βρεθεί ένας πρωθυπουργός που διαπραγματεύεται. Κανείς καλοπροαίρετος δεν δικαιούται να αμφιβάλει για τις προθέσεις της νέας κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ.

Από πού προκύπτει όμως ότι όσοι κάθονται απέναντι στο τραπέζι είναι πρόθυμοι να διαπραγματευθούν καν όταν τώρα μόλις φοράνε νέα θηλιά στο λαιμό της Κύπρου και δεν φαίνονται διατεθειμένοι να παραχωρήσουν λίγα «κουκούτσια» στην κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου μπας και διασωθεί πολιτικά.

Εύλογα γεννιέται το ερώτημα που δεν αφορά καν το πώς θα γίνει δεκτή η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ονομαστικού χρέους αλλά πως το ΕΣΠΑ και το  Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα χρηματοδοτήσουν  μια κυβέρνηση που θα τους καλέσει σε διαπραγμάτευση αφού θα έχει ήδη ακυρώσει το μνημόνιο.  Θυμίζω ότι η επαναφορά του κατώτερου μισθού αλλά κυρίως η μερική επαναφορά των συντάξεων  και η δημιουργία 300.000 θέσεων εργασίας έχουν ανάγκη  χρηματοδότησης.

Το σημερινό ευρωπαϊκό κεκτημένο μιλάει για σκληρά προγράμματα λιτότητας, απανωτά μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας και μείωση των ελλειμμάτων με κάθε (ανθρώπινο) κόστος.

Η αλληλεγγύη την οποία επικαλείται ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ είναι κενό γράμμα ή έστω αναφορά των κομμάτων της  ευρωπαϊκής αριστεράς που όμως απέχουν από το να καθορίζουν τις εξελίξεις.

Τι γίνεται λοιπόν στην περίπτωση που οι «εταίροι» δανειστές μας συμπεριφερθούν  όπως στην Κύπρο.

  •  Θα βάλουμε πάνω από όλα το συμφέρον του ελληνικού λαού όπως αναφέρεται ρητά στην απόφαση του τελευταίου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ.
  • Θα προχωρήσουμε μονομερώς σε παύση πληρωμών ώστε να εξασφαλιστούν οι απαραίτητοι πόροι για την ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης που  πολύ σωστά τέθηκε ως προτεραιότητα.

Πάνω στα δυο αυτά ερωτήματα ούτε στην ομιλία στο Βελλίδειο ούτε την άλλη μέρα στην συνέντευξη Τύπου, δόθηκαν απαντήσεις.

Μέσα από τις συντεταγμένες κομματικές διαδικασίες τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ έχουν την υποχρέωση να τις αναζητήσουν  έχοντας πάντα υπόψη ότι οι Επιτροπές Προγράμματος δεν έχουν το δικαίωμα να αλλοιώνουν ή να παρακάμπτουν τις συνεδριακές αποφάσεις.

ΑΘΗΝΑΙΔΑ 2012  – ΔΕΘ 2014  Τα Βασικά Σενάρια αμφισβήτησης της Κυβέρνησης της Αριστεράς (Ι)

1186774_10203104922170071_574678204 final tel

του Βαγγέλη Πιλάλη*

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που αναπτύχθηκε την 1-6-2012 στον πολυχώρο της ΑΘΗΝΑΙΔΑΣ ήταν μια πάρα πολύ καλή βάση εκκίνησης στο επίπεδο των γενικότερων προσανατολισμών και των κεντρικών κατευθύνσεων του κόμματος, στα πλαίσια της «έκτακτης κατάστασης» ριζοσπαστικής μεταβολής πολιτικών συσχετισμών, στην χώρα.

Η ΑΘΗΝΑΙΔΑ ήταν εν πολλοίς ο προωθημένος προγραμματικός καμβάς του «υπαρκτού ΣΥΝ» του 3-5% εμπλουτισμένος με κάποιους πρόσθετους άξονες άμεσου προοδευτικού κυβερνητισμού σε συνθήκες μεταμνημονιακής εθνικής ανασυγκρότησης. Ένας προγραμματικός καμβάς που ενώ είχε ενδιαφέρουσες πλευρές στην επεξεργασία του, δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να «καλύψει»  τις νέες ιστορικές ανάγκες και προσδοκίες που δημιουργήθηκαν από την εκρηκτική διεύρυνση της εκλογικής βάσης της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Σήμερα -δύο χρόνια και τρείς μήνες μετά- το πρόγραμμα που εκφωνήθηκε και αναλύθηκε στον πολυχώρο της ΑΘΗΝΑΙΔΑΣ έχει ξεπεραστεί κατά πολύ από τα πράγματα, τόσο από τις πυκνές διεθνείς εξελίξεις (παγκόσμια γεωπολιτική αστάθεια και ανακατανομές ισχύος και σφαιρών επιρροής, αδυναμία συνεννόησης και συντονισμού των κυβερνήσεων και του εργατικού κινήματος του Ευρωπαϊκού Νότου πάνω σε ένα άλλο εναλλακτικό μοντέλο εφαρμοσμένης οικονομικής πολιτικής, απρόσκοπτη συνέχιση της χρηματοπιστωτικής «ελευθερίας»/ηγεμονίας σε Δύση και λιγότερο σε Ανατολή κ.α.) όσο και από τις εγχώριες (ύφεση αγωνιστικών κινητοποιήσεων και κινημάτων, ανυπαρξία σημαντικών πολιτικών-κοινωνικών μετώπων, συνέχιση του κυριαρχικού ελέγχου της πολιτικής κατάστασης από την εγχώρια οικονομική ελίτ).

Η ΑΘΗΝΑΙΔΑ λοιπόν και οι τότε διακηρύξεις «δεν λένε κάτι» σήμερα στην πληττόμενη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας η οποία από την μία προσπαθεί να επιβιώσει υπό τις συνθήκες των «διαρκών» μνημονίων και της «διαρκούς» λιτότητας και από την άλλη αναπτύσσει όλο και πιο έντονα την πολιτική  προσδοκία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να εισαγάγει άμεσα την Ελλάδα σε τροχιά πραγματικής ανάπτυξης-αναδιανομής και παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Οι συσσωρευμένες επιπτώσεις των πολιτικών της ύφεσης αλλά και η «ωρίμανση» του υπαρκτού ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτική δύναμη ριζοσπαστικής ανατροπής και εξουσίας δεν αφήνουν πλέον πολλά περιθώρια σε μια δυνητική Κυβέρνηση της Αριστεράς (ΚτΑ εφεξής) για προγραμματικές αοριστίες, ατεκμηρίωτες – ακοστολόγητες υποσχέσεις και γενικά οραματικά ή  μεταρρυθμιστικά προτάγματα.

Η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Πρόεδρό του να αναπτύξει διεξοδικά στην ελληνική κοινωνία και τους παραγωγικούς φορείς σημαντικά κομμάτια από το σχέδιο της εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής που θα εφαρμόσει η ΚτΑ.  Η εμφάνιση όμως αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στην παράθεση των επεξεργασμένων και ρεαλιστικών πλέον προτάσεών του αλλά πρέπει να ανατρέπει και να απαντά τεκμηριωμένα και συνεκτικά στον σκληρό, ιδεολογικό και πολιτικό πυρήνα των βασικών σεναρίων αμφισβήτησης που «κυκλοφορούν» σε σχέση με την αξιοπιστία και την βιωσιμότητα της ΚτΑ.

Σενάριο 1ο :

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να εφαρμόσει γενναίες πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος και προστασίας των εκμεταλλευόμενων/υποτελών τάξεων γιατί δεν έχει την πολιτική βούληση ή την ικανότητα/ισχύ να συγκρουστεί με τους δανειστές και τους Ευρωπαίους «εταίρους» ώστε να προχωρήσει σε διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους. Επομένως δεν θα μπορέσει να βρει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους, να ελέγξει ιδιοκτησιακά ή διοικητικά τους στρατηγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας όπως το χρηματοπιστωτικό σύστημα, την ενέργεια, τις επικοινωνίες ή τέλος να ανασυγκροτήσει σε νέες βάσεις την αμυντική και ναυπηγική βιομηχανία,  την πρωτογενή – δευτερογενή παραγωγή κ.α.[1]

Σενάριο 2ο :

Ο ΣΥΡΙΖΑ ενώ έχει την πολιτική βούληση, την ισχύ και την ικανότητα να συγκρουστεί με το κυρίαρχο μπλοκ αστικής εξουσίας σε Ελλάδα και εξωτερικό καθώς και να αναδιοργανώσει το κράτος σε νέες βάσεις και προτεραιότητες, δεν έχει σταθμίσει σωστά τις κρίσιμες παραμέτρους των σύγχρονων ταξικών, γεωπολιτικών και μικρο-μακροοικονομικών δεδομένων. Επομένως κινδυνεύει άμεσα να παγιδευτεί στρατηγικά αλλά και τακτικά μεταξύ δύο αντιθετικών επιλογών διακυβέρνησης είτε αυτής των οριακών μεταβολών και της ήπιας διαχείρισης εντός του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού υποδείγματος[2] είτε αυτό της πειραματικής, «ριζοσπαστικής», μετανεοφιλελεύθερης – κεϋνσιανής αντιστροφής εντός ΖτΕ και Ε.Ε.[3] με την βραχύβια και οριακή ανοχή της Καγκελαρίας και της ΕΚΤ.

Σενάριο 3ο :

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανεξάρτητα της ισχύος της πολιτικής του βούλησης, δεν έχει την διαχειριστική ικανότητα δηλαδή την τεχνογνωσία και τα έμπειρα στελέχη για να διαμορφώσει ένα περιβάλλον οικονομικής σταθερότητας, ασφάλειας και ανάπτυξης.  Δεν «κατανοεί» επαρκώς και δεν υιοθετεί πλήρως τα σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία του άϋλου, έντονα χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού (ΣΔΙΤ, Τιτλοποιήσεις Μελλοντικών Απαιτήσεων, Φορολογικές Πιστώσεις, Ομόλογα και Τράπεζες Ειδικού Σκοπού, Οικονομικές Οντότητες Ειδικού Σκοπού κ.α)  που ακόμα και σήμερα -που βρίσκεται σε κρίση- μπορούν να συμβάλλουν στην δημιουργία και την συσσώρευση πλούτου, στην αύξηση των ξένων και εγχώριων ιδιωτικών/δημόσιων επενδύσεων, στην ανάπτυξη ενός «βιώσιμου» παραγωγικού μοντέλου.[4] Επομένως θα αναγκαστεί να προσφύγει στην «βοήθεια» εξειδικευμένων παραγόντων και στελεχών της «αγοράς», που έχουν σχετική «εμπειρία». Τα στελέχη αυτά στην καλύτερη των περιπτώσεων δεν θα εμφορούνται από τις πολιτικές στοχεύσεις και από το ηθικό/αξιακό του φορτίο, στην χειρότερη υπάρχει ο κίνδυνος να είναι ιδεολογικά και ηθικά διαβρωμένα από τον ταξικό κυνισμό του νεοφιλελευθερισμού.

Απέναντι σε αυτά τα σενάρια αμφισβήτησης (και τις πιθανές παραλλαγές τους πάνω στο βασικό τρίπτυχο βούληση-ισχύ-ικανότητα) οφείλουμε ξεκινώντας από τις εξαγγελίες της ΔΕΘ του 2014 και συνεχίζοντας με ένα Προγραμματικό Συνέδριο εντός 3μήνου να προβάλουμε με στρατηγική σαφήνεια και οικονομοτεχνική συνεκτικότητα (ιδιαίτερα στα ζητήματα των πόρων – ρευστότητας και της αναλυτικής κοστολόγησης) το δικό μας προγραμματικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο δηλαδή που θα διαλύσει οριστικά τις νεφελώδεις δοξασίες που σπέρνουν οι πολιτικοί αντίπαλοι και να εμπεδώνει σε εκτεταμένα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας  μια νέα προοδευτική και ριζοσπαστική προγραμματική πειθώ-αφήγηση. 

Η πειστική αυτή προγραμματική αφήγηση είναι που θα ορίσει το πεδίο και το εύρος των σύγχρονων προοδευτικών συγκρούσεων τόσο στο γενικό ιδεολογικό-πολιτικό επίπεδο όσο και στο οικονομικό. Αυτή κυρίως θα ανοίξει  τους νέους δρόμους ανάκτησης του δημόσιου συμφέροντος και θα μοχλεύσει αποτελεσματικούς κοινωνικούς-διεκδικητικούς αγώνες συμπληρωματικούς στην τρέχουσα αντιπολιτευτική αλλά και στην κυβερνητική πολιτική της αριστεράς.

Η πειστική αυτή προγραμματική αφήγηση εν τέλει θα αποτελέσει το στέρεο έδαφος της βίαιης ωρίμανσης των κοινωνικοταξικών και πολιτικών συμμαχιών που επιδιώκουμε αλλά και του στοχευμένου οργανωτικού ανασχεδιασμού του ίδιου του κόμματος.

*Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής

[1] Προσέγγιση μαξιμαλιστικής κομμουνιστικής/ αντικαπιταλιστικής οπτικής ή προσέγγιση  συντηρητικής-παθητικής οπτικής.

[2] Σενάριο στρατηγικής ήττας  και πλήρους ενσωμάτωσης

[3] Σενάριο τακτικής ήττας και μερικής ενσωμάτωσης που υπονοεί την παρένθετη διακυβέρνηση

[4] Τεχνοκρατική, «αταξική», μεταμοντέρνα, ρηχή νεοφιλελεύθερη προσέγγιση που μετατοπίζει την ουσία της πολιτικής πράξης στους «ειδικούς» και τα «ουδέτερα» εργαλεία τους ενώ ταυτόχρονα υπονοεί ηθική αλλοίωση

Μια πρώτη αποτίμηση των προγραμματικών δηλώσεων του ΣΥΡΙΖΑ

1d9c5-lapavτου Κώστα Λαπαβίτσα

Οι οικονομικές προτάσεις που παρουσίασε ο ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να θεωρηθούν ως προγραμματικές από ένα κόμμα που διεκδικεί την εξουσία, δε συνιστούν όμως σε καμία περίπτωση οικονομικό πρόγραμμα. Μας δείχνουν περισσότερο, πως σχεδιάζει να κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ αν σχηματίσει κυβέρνηση και για τον λόγο αυτόν απαιτούν προσεκτική ανάλυση.

Οι προτάσεις έχουν δύο σκέλη.

Το πρώτο είναι η διαπραγμάτευση για το χρέος και έχει έξι στόχους:

ι) Διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους της ονομαστικής αξίας του χρέους
ιι) Ρήτρα ανάπτυξης για το υπόλοιπο μέρος του
ιιι) Περίοδος χάριτος για την εξυπηρέτηση του
ιν) Εξαίρεση των δημόσιων επενδύσεων απο το Σύμφωνο Σταθερότητας
ν) Ευρωπαϊκό Νιού Ντιλ επενδυσεων χρηματοδοτημένο από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων
νι) Ποσοτική Χαλάρωση από τη ΕΚΤ

Αν εξαιρέσουμε τους δύο τελευταίους στόχους, που είναι τελείως δυσανάλογοι προς την ελληνική διαπραγματευτική ισχύ, οι υπόλοιποι τέσσερις είναι καίριοι, θεμιτοί και, θα προσέθετα, μετριοπαθείς. Θα μπορούσε, φερ’ ειπείν, να ζητηθεί η εξαίρεση και άλλων κατηγοριών δαπανών από το Σύμφωνο Σταθερότητας. Η ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα είναι πρωτοφανής για τη μεταπολεμική Ευρώπη, άρα δικαιολογεί πρωτοφανή μέτρα.

Καλά κάνει, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ και στοχεύει στη μείωση του χρέους, κάτι που δεν είναι καθόλου ακραίο, αφού ακόμη και το ΔΝΤ συμφωνεί ότι η Ελλάδα χρειάζεται διαγραφή μερους του χρέους της. Η διαπραγμάτευση αναγγέλεται «σκληρή», αλλά θα λάβει χώρα μέσα στα «ευρωπαϊκά» πλαίσια, επιδιώκοντας μια «ευρωπαϊκή» λύση. Το πρόβλημα είναι, βέβαια, το πως θα γίνει η «σκληρή» διαπραγμάτευση και ποια όπλα θα έχει μια ελληνική κυβέρνηση, πέραν του ενθουσιασμού των εκπροσώπων της. Δυστυχώς το κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ δε μας λέει τίποτε επ’ αυτού, αναγνωρίζει όμως ότι μπορεί η λύση να καθυστερήσει λόγω των δυσκολιών της διαπραγμάτευσης.

Έτσι περνάμε στο δεύτερο σκέλος, το οποίο αφορά το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης που θα αντικαταστήσει αμέσως τα Μνημόνια, ανεξάρτητα από την έκβαση της διαπραγμάτευσης για το χρέος. Και πάλι πολύ σωστά ο ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώνει την προσοχή του στην άμεση παρέμβαση στην οικονομία και την κοινωνία που έχουν φτάσει πλέον στα όρια της αντοχής τους.

Το Σχέδιο έχει τους εξής τέσσερις πυλώνες:

Ι) Αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης που προκάλεσαν τα Μνημόνια στη στέγαση, τη διατροφή, την υγεία, την παροχή ρεύματος και τις μετακινήσεις. Προβλεπόμενο κόστος: 1.892 εκ ευρώ.
ΙΙ) Επανεκκίνηση της οικονομίας μέσω:
1) Φορολογικής ελάφρυνσης, με κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και επαναφορά του αφορολόγητου
στα 12.000 ευρώ. Προβλεπόμενο κόστος: 3,5 δις ευρώ.
2) «Σεισάχθειας», με ρύθμιση των «κόκκινων δανείων», την οποία θα αναλάβει ειδικός
δημόσιος φορέας. Προβλεπόμενο κόστος: 2 δις ευρώ.
3) Παροχής ρευστότητας, κυρίως με την ίδρυση Αναπτυξιακής Τράπεζας. Προβλεπόμενο
κόστος: 1δις ευρώ.
4) Επαναφοράς του βασικού μισθού στα 751 ευρώ. Προβλεπόμενο κόστος: 0.
Το προβλεπόμενο κόστος του δεύτερου πυλώνα συνολικά, συνεπώς, φτάνει τα 6,5 δις ευρώ.
ΙΙΙ) Πρόγραμμα Δημόσιας Απασχόλησης, που θα δημιουργήσει 300000 θέσεις εργασίας περιορισμένης διάρκειας, με συνολικό κόστος 5 δις ευρώ για δύο χρόνια. Προβλεπόμενο κόστος για τον πρώτο χρόνο: 3 δις ευρώ.
IV) Μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος, με παρεμβάσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και στο κοινοβούλιο.

Άρα το προβλεπόμενο συνολικό κόστος για το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης θα φτάσει τα 11,5 δις ευρώ.

Το πρώτο και σημαντικό που έχει να παρατηρήσει κανείς είναι ότι δυστυχώς λείπουν οι αναλογιστικές μελέτες που θα τεκμηρίωναν το προβλεπόμενο κόστος. Πόσο έγκυρη, για παράδειγμα, είναι η εκτίμηση για τα 3,5 δις της φορολογικής ελάφρυνσης; Εξαίρεση αποτελεί το κόστος του Προγράμματος Δημόσιας Απασχόλησης το οποίο εμφανώς στηρίζεται σε πρόσφατη σχετική μελέτη του Ινστιτούτου Λέβι των ΗΠΑ. Χωρίς αναλογιστικές μελέτες, το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι, σε αντίθεση με τον ορυμαγδό ανοησίας που ακούστηκε ως απάντηση από το Μνημονιακό στρατόπεδο της καταστροφής, το ποσό που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ εκτιμά ότι θα κοστίσει το Σχέδιο – μεγάλο μέρος του οποίου θα πάει απευθείας στη συνολική ζήτηση – δεν είναι καθόλου υπερβολικό για μια οικονομία σε τόσο βαθειά καταστολή όσο η ελληνική.

Πηγαίνοντας ακόμη πιο πέρα όμως, στα δύο κομβικά θέματα της «σεισάχθειας» και της ρευστότητας το Σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ είναι μάλλον συντηρητικό και οι σχετικοί υπολογισμοί δε φαίνονται να στηρίζονται σε μελέτες. Δύο βασικά ερωτήματα:

– Τα «κόκκινα δάνεια» των ελληνικών τραπεζών, σύμφωνα με την τελευταία καταμέτρηση της Τράπεζας της Ελλάδας, ήταν 77 δις, εκ των οποίων τα 35 δις ήταν χρέη των νοικοκυριών. Τι «σεισάχθεια» είναι αυτή, η οποία μόλις και φτάνει τα 2 δις και πως υπολογίστηκε;

– Ως προς τη ρευστότητα, ποιά μπορεί να είναι η ισχύς της Αναπτυξιακής Τράπεζας στην εγχώρια αγορά όταν το κεφάλαιό της θα είναι 1 δις ευρώ τη στιγμή που το κεφάλαιο, για παράδειγμα, της Εθνικής Τράπεζας είναι 8 δις, ή της Τράπεζας Πειραιώς 8,5 δις ευρώ; Πως ακριβώς θα αλλάξει τις συνθήκες στις πιστωτικές αγορές με αυτούς τους όρους η νέα τράπεζα;

Έστω και σχετικά μετριοπαθές, το Σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ θα χρειαστεί φυσικά χρηματοδότηση. Εδώ όμως τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο και οι υπολογισμοί δεν είναι καθόλου πειστικοί. Η χρηματοδότηση υποτίθεται ότι θα προκύψει ως εξής:

ι) Από την εκκαθάριση των χρεών προς την εφορία, 3 δις
ιι) Από την πάταξη της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου, 3 δις
ιιι) Από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, 3 δις
ιν) Από το ΕΣΠΑ, 2,5 δις, και από τρέχοντα ευρωπαϊκά προγράμματα άλλα 0,5 δις

Τα 6 δις από το ι) και το ιι) θα καλύψουν το κόστος της ανθρωπιστικής παρέμβασης και της φορολογικής ελάφρυνσης. Τα 3 δις από το ΤΧΣ θα καλύψουν το κόστος της «σεισάχθειας» και της Τράπεζας Ανάπτυξης. Τα 3 δις των ευρωπαϊκών προγραμμάτων θα καλύψουν το κόστος του προγράμματος απασχόλησης.

Άρα τα προβλεπόμενα συνολικά έσοδα θα φτάσουν τα 12 δις ευρώ.

Δυστυχώς οι αναλογιστικές μελέτες που θα έδιναν αξιοπιστία στους αριθμούς δεν υπάρχουν ούτε για αυτό το σκέλος. Οι συντάκτες του Σχεδίου φρόντισαν βέβαια να υπερκαλύψουν το προβλεπόμενο κόστος για τον πρώτο χρόνο κατά 500 εκ, αλλά παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους, γεγονός παραμένει ότι αναμένουν να συλλέξουν 6δις από την πάταξη της φοροδιαφυγής και την τακτοποίηση χρεών προς το Δημόσιο. Δεν υπάρχει απολύτως καμία εγγύηση ότι ο στόχος θα επιτευχθεί. Κάθε άλλο μάλιστα, αν κρίνουμε από την τεράστια δυσκολία να συλλεχθούν τα χρέη προς το Δημόσιο το 2012 και το 2013, τα οποία συνεχώς αυξάνονται. Και αυτό χωρίς καν να μπούμε στο ζήτημα του κατά πόσο τα χρήματα του ΤΧΣ θα αποδειχθούν όντως προσβάσιμα και φυσικά στο κατά πόσο θα βρεθούν τα χρήματα του ΕΣΠΑ, όταν ήδη έχει κατατεθεί και εγκριθεί πλήθος προγραμμάτων που επιδιώκουν χρηματοδότηση από την ίδια πηγή.

Το πρόβλημα της χρηματοδότησης αντανακλά όμως το βαθύτερο ζήτημα της συνάρθρωσης του πρώτου και του δευτέρου σκέλους του Σχεδίου. Το ελληνικό χρέος δεν αντιπροσωπεύει απλώς ένα δυσβάστακτο βάρος ύψους περίπου 8 δις σε τόκους κατ’ έτος. Ακόμη περισσότερο, η εξυπηρέτησή του και η μείωσή του είναι ο ακρογωνιαίος λίθος μιας σειράς διακρατικών συμφωνιών που θέτουν ένα αυστηρότατο πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να επιδιώξει πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ για το 2014, 3% για το 2015 και 4,5% για το 2016, ώστε να μπορεί να αποπληρώνει το χρέος της. Αυτό ακριβώς είναι το περιεχόμενο της λιτότητας και ο λόγος για τον οποίο συντρίφτηκαν οι δημόσιες δαπάνες κι εκτοξεύτηκε η φορολογία τα τελευταία χρόνια.

Ποιά ακριβώς θα είναι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ ως προς αυτές τις υποχρεώσεις, καθώς θα διαπραγματεύεται «σκληρά» για το χρέος;

Οι προγραμματικές δηλώσεις δυστυχώς δεν μας διαφωτίζουν στο σημείο αυτό. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ προτίθεται να τις απορρίψει, τότε γιατί δεν το δηλώνει ανοιχτά; Ακόμη περισσότερο, αν τις απορρίψει, ως οφείλει μία κυβέρνηση της Αριστεράς να κάνει, τότε γιατί καταβλήθηκε αυτή η καθόλου πειστική προσπάθεια να εμφανιστεί το Σχέδιο Ανασυγκρότησης ως πλήρως κοστολογημένο, ώστε να φαίνεται ότι θα έχει μηδενική επιβάρυνση στον προϋπολογισμό; Τι είδους απόρριψη της λιτότητας είναι αυτή που ελπίζει να βρει τους πόρους για την απολύτως απαραίτητη απάλυνση της ανθρωπιστικής κρίσης και για την επανεκκίνηση της οικονομίας, από την πάταξη της φοροδιαφυγής και τη συλλογή χρεών προς το Δημόσιο (μέσα σε ένα χρόνο!); Γιατί δεν τολμάει ο ΣΥΡΙΖΑ να μιλήσει ανοιχτά για μεταφορά πόρων και γιατί συνεχίζει να υπόσχεται ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς;

Η απάντηση είναι απλή. Πρόκειται για μια απόρριψη της λιτότητας που προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Από τη μια, να πετύχει «ευρωπαϊκή» λύση για το χρέος, χωρίς μονομερείς ενέργειες και από την άλλη να ελαφρύνει την τρομακτική φορολογική επιβάρυνση και την προϊούσα ανθρωπιστική κρίση. Επιδιώκει να δώσει την απαραίτητη ώθηση στην οικονομία, χωρίς όμως να σπάσει το πλαίσιο που έχει επιβάλλει η ΕΕ και η ΟΝΕ στην Ελλάδα. Δυστυχώς αυτό δεν γίνεται, εξ ου και οι ακροβασίες του Σχεδίου. Η πραγματικότητα είναι ότι, ουσιαστική άρση της λιτότητας, χωρίς μονομερείς ενέργειες στο χρέος και χωρίς σύγκρουση με τους Ευρωπαίους «εταίρους» μας, είναι αδύνατη.

Αυτά για την ώρα για τις προγραμματικές δηλώσεις ΣΥΡΙΖΑ και θα επανέλθω σύντομα.

Θα σώσει ο Ντράγκι την Eυρωπαϊκή οικονομία;

του Μωυσή Λίτση,
 –

Μαζί με τη νέα μείωση των επιτοκίων ο Ντράγκι ανακοίνωσε ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει από τον επόμενο μήνα στην επαναγορά ομολόγων, συγκεκριμένα τιτλοποιημένων δανείων, προκειμένου να ρίξει φρέσκο χρήμα στην αγορά.

Είναι η μέθοδος της λεγόμενης «ποσοτικής χαλάρωσης», που ακολούθησαν οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ και της Βρετανίας προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Ρίχνοντας δισεκατομμύρια δολαρίων και λιρών για την αγορά ομολόγων από τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών,  οι κεντρικές τράπεζες «έκοψαν» χρήμα προκειμένου να τονώσουν τη ζήτηση. Ανάλογη πολιτική ακολουθεί και η Τράπεζα της Ιαπωνίας που προσπαθεί να ανεβάσει τον πληθωρισμό στο 2%, χωρίς ωστόσο επιτυχία.

Χαμένη δεκαετία…

Η Ιαπωνία κρατά τα επιτόκια στο μηδέν εδώ και δύο δεκαετίες χωρίς να έχει καταφέρει να βγει ουσιαστικά από το σπιράλ αποπληθωρισμού-χαμηλής ανάπτυξης. Οι όποιες οικονομικές επιδόσεις στηρίζονται στις εξαγωγές κυρίως προς την Κίνα, με τις σχέσεις ωστόσο Πεκίνου-Τόκιο να έχουν ψυχρανθεί τον τελευταίο καιρό λόγω της αντιπαράθεσης για την κυριότητα των νησιών Σενκάκου/Ντιαόγιου και να επηρεάζουν τις σχέσεις των δύο χωρών και σε οικονομικό επίπεδο.

Η χρόνια οικονομική στασιμότητα της Ιαπωνίας είναι αποτέλεσμα της κατάρρευσης της χρηματιστηριακής φούσκας στα τέλη του ’90 αλλά και των επιπτώσεων της νομισματικής κρίσης στην Ασία το 1997.

Η Ευρώπη (Ευρωζώνη) βρίσκεται μπροστά σε παρόμοια κατάσταση. Κινδυνεύει με χαμένη δεκαετία αλά… ιαπωνικά, τέσσερα χρόνια μετά την κρίση χρέους.

Θα καταφέρει η άπλετη ρευστότητα του «σούπερ Μάριο» να δώσει ώθηση στην οικονομία; Για χρόνια η ΕΚΤ αντιδρούσε στο ενδεχόμενο να υιοθετήσει μία πολιτική «ποσοτικής χαλάρωσης»-αγόραζε μόνο περιορισμένες ποσότητες κρατικών ομολόγων «προβληματικών» χωρών όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία κλπ-φοβούμενη ότι το έμμεσο κόψιμο χρήματος θα πριμοδοτούσε τον πληθωρισμό και θα ροκάνιζε την αξία του ευρώ, κάτι που για τους Γερμανούς θεωρείται ανάθεμα. Η γερμανική ελίτ χρησιμοποιεί  μάλιστα το παράδειγμα του ξέφρενου πληθωρισμού της εποχής της Βαϊμάρης ως φόβητρο απέναντι σε κάθε ιδέα να κοπεί χρήμα.

160162-draghi

Χρέος και Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις

Η ΕΕ με κυρίαρχη πλέον τη γερμανική αντίληψη επέβαλε με αφορμή την κρίση χρέους  και το φόβο του μεγαλύτερου κακού(στάση πληρωμών, χρεοκοπία και έξοδος από το ευρώ),  την υιοθέτηση πολιτικών εξοντωτικής λιτότητας που θα συνοδεύεται από «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις»: την πλήρη κατάργηση και των τελευταίων κοινωνικών και εργασιακών κατακτήσεων στο όνομα της «δημοσιονομικής εξυγίανσης» και της υποσχόμενης κάπου, κάπως, κάποτε οικονομικής ανάπτυξης για το μέλλον.

Η ΕΚΤ πιεζόταν να μιμηθεί το παράδειγμα του «Κεϊνσιανού» Ομπάμα και να κόψει χρήμα μέσω της επαναγοράς ομολόγων. Τώρα υποτίθεται  αλλάζει και αρχίζει να εφαρμόζει μια πιο «φιλοαναπτυξιακή» πολιτική με προοπτική κάποιας δημοσιονομικής χαλάρωσης.

Καταρχήν η ίδια η απόφαση της ΕΚΤ να μειώσει κι’ άλλο μέσα σε δύο μήνες τα επιτόκια και να εξαγγείλει νέα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας, υποδηλώνει τον πανικό στον οποίο βρίσκεται, μπροστά στη ραγδαία επιδείνωση των προοπτικών της Ευρωζώνης, οι οποίες επηρεάζονται και από τις εξελίξεις στην Ουκρανία. Το ευρωπαϊκό εμπάργκο κατά της Ρωσίας γυρίζει μπούμερανγκ,  ιδίως για την αλώβητη μέχρι πρότινος γερμανική οικονομία-η Ρωσία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας μετά την Κίνα.

Η ίδια η ΕΚΤ προβλέπει ανάπτυξη για φέτος μόλις 0,9% και 1,6% το 2015, ενώ η πρόβλεψή της για τον πληθωρισμό είναι ότι θα κυμανθεί στο 0,6%. Ο πληθωρισμός τον Αύγουστο ήταν ήδη 0,3%, πολύ μακριά από το στόχο της ΕΚΤ για 2%, αλλά και πολύ κάτω του 1% που θεωρείται όριο για την εμφάνιση αποπληθωρισμού.

Ομολογία Αποτυχίας 

Στην ουσία οι κινήσεις της ΕΚΤ είναι ομολογία αποτυχίας. Η πολιτική ρευστότητας άλλωστε δεν στοχεύει στο να πέσει χρήμα στην κοινωνία αλλά να «ξελασπώσει» τις τράπεζες από τα χρεόγραφα «σαπάκια» που έχουν συσσωρεύσει την εποχή που δάνειζαν αβέρτα, μετακυλώντας το ρίσκο μέσω τιτλοποιήσης των δανείων.

Τη δεκαετία του 2000 οι περισσότερες μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Βρετανίας,  «πακετάριζαν» τα δάνεια σε τίτλους τους οποίους πουλούσαν σε άλλους επενδυτές, που αναλάμβαναν το ρίσκο, υποσχόμενες αποδόσεις μέσω μαθηματικών τύπων στην αγορά χρηματιστηριακών παραγώγων: μία αγορά που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες με «καινοτόμα» χρηματιστηριακά προϊόντα, τα οποία ο διάσημος μεγαλοεκατομμυριούχος αστέρας των χρηματιστηρίων Γουόρεν Μπάφετ είχε αποκαλέσει «όπλα μαζικής καταστροφής».

H ΕΚΤ θα επιχειρήσει να αναζωογονήσει την πεθαμένη αγορά τιτλοποιημένων δανείων, θεσπίζοντας νέο πλαίσιο «διαφάνειας» κλπ. Υπόσχεται ότι δεν θα αγοράσει «τοξικά» χρεόγραφα, αλλά μόνο αξιόχρεους τίτλους. Με άλλα λόγια η ΕΚΤ μπλέκει με την τραπεζική «κόπρο του Αυγείου».

Η ρευστότητα που θα πέσει στο σύστημα δεν έχει άλλωστε καμιά σχέση με τις ανάγκες των εκατομμυρίων Ευρωπαίων εργαζομένων, που συνθλίβονται από την υψηλή ανεργία, την κατάργηση και των τελευταίων δικαιωμάτων τους, με την κρίση πλέον να περνά στις χώρες του σκληρού πυρήνα: την Ιταλία, τη Γαλλία και ενδεχομένως τη Γερμανία.

Η ΕΚΤ έχει σπαταλήσει ένα τρισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών τραπεζών μέσω των έκτακτων προγραμμάτων ενίσχυσης της κεφαλαιακής τους επάρκειας(LTRO). Τώρα ετοιμάζεται για νέο γύρο έκτακτης χρηματοδότησης(TLTRO)  των τραπεζών, η οποία αναμένεται να φθάσει σε ένα ακόμη τρισ. ευρώ τα επόμενα δύο χρόνια. Η αξία της επαναγοράς τιτλοποιημένων δανείων υπολογίζεται ότι θα φθάσει τα 300-500 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη τριετία.

Τρισεκατομμύρια στο… βρόντο

Τα τρισεκατομμύρια που μοιράζει η ΕΚΤ θα έχουν την ανάλογη τύχη με τα περισσότερα από 4 τρισ. δολάρια που έχει ξοδέψει από το 2008 η αμερικανική FED  για την επαναγορά ομολόγων. Η φθηνή ρευστότητα δεν πάει στην πραγματική οικονομία, οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν να δανείζουν με το σταγονόμετρο, αλλά σε χρηματιστηριακές φούσκες.

Τα χρηματιστήρια βρίσκονται εν μέσω κρίσης σε επίπεδα ρεκόρ, ενώ η Κίνα καταβάλλει προσπάθειες να αποτρέψει τη φούσκα στην εγχώρια αγορά ακινήτων, στην οποία κατευθύνθηκε μεγάλο μέρος των κεφαλαίων που αντλήθηκαν μέσω «ποσοτικής χαλάρωσης».

Ο ίδιος ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ με δηλώσεις του στην τηλεόραση του CNBC, μίλησε για τον κίνδυνο να υπάρξουν νέα φούσκες εξαιτίας της άπλετης προσφοράς πάμφθηνου χρήματος.

Τα τρισεκατομμύρια δολάρια της Fed  δεν απέτρεψαν χρεοκοπίες τύπου Ντιτρόιτ και εφαρμογή στο εσωτερικό των ΗΠΑ δημοσιονομικών πολιτικών ανάλογων με αυτές στην Ευρώπη, σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο.

Πρόσφατη έκθεση της Fed  αποκαλύπτει ότι μεταξύ 2007 και 2013 το ετήσιο εισόδημα του μέσου αμερικανικού νοικοκυριού μειώθηκε κατά 12%. Την τριετία ανάκαμψης 2010-2013 το ετήσιο εισόδημα του μέσου αμερικανικού νοικοκυριού μειώθηκε κατά 5%.

Ακόμη και η μείωση της ανεργίας τον Αύγουστο στις ΗΠΑ στο 6,1% δεν οφείλεται στη δημιουργία θέσεων εργασίας αλλά στην «εξαφάνιση» περί των 5,91 εκατ. εργαζομένων που έπαψαν να ψάχνουν για δουλειά. Η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό έχει μειωθεί στο 62,8%, επίπεδο που είναι το χαμηλότερο εδώ και περισσότερο από τρεις δεκαετίες.

Όσο για την υποσχόμενη δημοσιονομική χαλάρωση στην Ευρωζώνη την οποία υποτίθεται προωθεί ο Ντράγκι σε συνεργασία με τον Ολάντ-Ρέντσι, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία προσπάθεια της Γαλλίας και της Ιταλίας να παρατείνουν την εκπλήρωση των δημοσιονομικών τους στόχων, αφού τα νούμερα δεν βγαίνουν.

Η όποια παράταση που ενδεχομένως δοθεί για τη Γαλλία και την Ιταλία, πιθανότατα θα συνοδεύεται από δεσμεύσεις για επίσπευση των «διαρθρωτικών μέτρων», δηλαδή το άνοιγμα των αγορών εργασίας και προϊόντων, όπως με εύσχημο τρόπο ονομάζεται η πίεση για περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, μαζικές απολύσεις κα άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Το Δημοσιονομικό Σύμφωνο που θέλει  ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς σε πείσμα ακόμη και αυτής της κυρίαρχης οικονομικής λογικής-πως μπορείς να έχεις πλεονάσματα χωρίς ουσιαστική ανάπτυξη και λαούς ξεζουμισμένους στη λιτότητα-δεν αλλάζει.

Χάσμα και Συγκρούσεις

Οι εσωτερικές συγκρούσεις στην ΕΕ διευρύνονται  αφού η Γερμανία δεν καλοβλέπει το άνοιγμα της στρόφιγγας από τον Ντράγκι.  Η ίδια συνεχίζει να συσσωρεύει πλεόνασμα στον προϋπολογισμό της-στο 1,1% του ΑΕΠ έφθασε το γερμανικό δημοσιονομικό πλεόνασμα το πρώτο εξάμηνο φέτος-προκαλώντας αντιδράσεις επειδή δεν ανακυκλώνει το χρήμα που βγάζει. Οι χώρες της Ευρωζώνης αντί να συγκλίνουν όπως υπόσχονταν οι εμπνευστές του εγχειρήματος, αποκλίνουν με το χάσμα βορρά-νότου να μεγαλώνει και να προκαλεί τριβές μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων.

Η πρόσφατη κριτική από τον πρώην υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας Αρνό Μοντεμπούρ, οδήγησε σε παραίτηση άρον-άρον και ανασχηματισμό της γαλλικής κυβέρνησης.  Το «κόψιμο» χρήματος από τον Ντράγκι δεν έχει καν σχέση με την παραδοσιακή κεϊνσιανή αντίληψη περί τόνωσης της ζήτησης.  Οι πολιτικές του Κέϊνς στόχευαν στην ανάπτυξη και βελτίωση των υποδομών μέσω δημόσιων επενδύσεων, την ενίσχυση του εισοδήματος για να τονωθεί η κατανάλωση και στη σχετική προστασία των εργαζομένων από την καπιταλιστική ζούγκλα που είχε οδηγήσει την ανθρωπότητα στην κατάρρευση του ’30 και στα δεινά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι πολιτικές της ΕΚΤ, όπως άλλωστε και των «ομολόγων» της  σε ΗΠΑ, Βρετανία και Ιαπωνία, πολλαπλασιάζουν τα αδιέξοδα. Η απόκλιση μάλιστα στη νομισματική πολιτική τα επόμενα χρόνια καθώς FED και Τράπεζα της Αγγλίας ετοιμάζονται να αυξήσουν τα επιτόκια, θα εντείνει τις εντάσεις σε νομισματικό επίπεδο.

*Μωυσής Λίτσης, Δημοσιογράφος-Οικονομικός Αναλυτής

oikonomiallomati.blogspot.gr