«Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του» – Ποιών δηλαδή;

mpelantis098του Δημήτρη Μπελαντή*

Σε κάθε περίπτωση, τα τεκταινόμενα, προαχθέντα και πραγέντα στην τελευταία Κ.Ε., καθώς και ιδίως όσα δεν έγιναν, συμπυκνώνουν μέσα στη γραφειοκρατική τους ασάφεια, αδράνεια και αμορφία έναν πιθανό θάνατο και ένα πιθανό πένθος ως ενδεχόμενο σοβαρό κίνδυνο, αν δεν υπάρξουν έγκαιρα αντίρροπες κινήσεις.

Η τελευταία Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ (18-19/10/2014) είχε μπροστά της τρία πολιτικά καθήκοντα να επιλύσει: α) αυτό του ικανοποιητικού απολογισμού και προγραμματισμού του κόμματος εν όψει μιας μακράς ή και σύντομης προεκλογικής περιόδου, β) να απαντήσει εξειδικεύοντας την πολιτική κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών μας εν όψει των εκλογών και γ) να τοποθετηθεί, κατόπιν των σημαντικών εξαγγελιών και πολιτικών δεσμεύσεων του προέδρου στην Θεσσαλονίκη, για την αναγκαία διεύρυνση ή μη και την προώθηση/ δημοσιοποίηση του άμεσου κυβερνητικού μας προγράμματος.

Η διασύνδεση των παραπάνω σημείων με την κατάσταση του άμεσου και μεσοπρόθεσμου προγράμματός μας, με την κατάσταση του εργατικού κινήματος και των λοιπών μαζικών κινημάτων και με τη συλλογική και δημοκρατική λειτουργία του κόμματος θα έπρεπε να τεθούν στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας. Συνέβη, όμως, κάτι τέτοιο; Δυστυχώς, όχι σε ικανοποιητικό βαθμό. Iδίως, η οριακή και με ελάχιστη διαφορά καταψήφιση της τροπολογίας της Αριστερής Πλατφόρμας που αναφερόταν σε μια αυτονόητη, κατά τη συνεδριακή μας απόφαση, επέκταση του άμεσου προγράμματός μας (κοινωνικοποίηση τραπεζών, ανάκτηση υπό δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία ιδιωτικοποιημένων δημοσίων επιχειρήσεων και άλλων δημοσίων αγαθών, κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ, δίκαιο και αντιπλουτοκρατικό φορολογικό σύστημα), επέκταση αναγκαία και για την ίδια τη χρηματοδότηση του άμεσου προγράμματος, αλλά και η ίδια η γραφειοκρατική και μη απολύτως διαφανής κορύφωση της συζήτησης για το ζήτημα των συμμαχιών είναι παράμετροι, που θα πρέπει να μας εμβάλουν σε βαθιά ανησυχία. Και να διαλύσουν κάθε εφησυχασμό, σύμφωνα με τον οποίο η ηγεσία του κόμματος θα μπορούσε να επιλύσει με σχεδόν «λευκή κάρτα» της Κ.Ε. (και μάλιστα ουσιαστικά όλων των πτερύγων της τελευταίας) αποτελεσματικά και επωφελώς για το ριζοσπαστικό χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών.

Στην πραγματικότητα, και εφόσον παραμένει ανοιχτό το πώς θα επιλυθεί το ζήτημα των συμμαχιών, οιοργανώσεις μελών αλλά και τα ενδιάμεσα κομματικά όργανα οφείλουν να στείλουν ισχυρό και σαφές μήνυμα προς την Κ.Ε. αλλά και προς την κομματική ηγεσία σχετικά με την άρνηση συνεργασίας, συλλογικά και κατά μόνας, με την ΔΗΜΑΡ, το Ποτάμι, ή όψιμα ανησυχούντες για τα μνημόνια πασοκογενείς και ανεξάρτητους κεντροαριστερούς ή κεντροδεξιούς βουλευτές. Αυτοί που διαχειρίστηκαν, επέβαλαν, οργάνωσαν ή υποστήριξαν το αργότερο από το 2010 (και πάντως το αργότερο το 2012) και μετά τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους, αυτοί που αργότερα εμφανίσθηκαν ως πρόθυμες μνημονιακές εφεδρείες, δεν μπορούν να έχουν θέση στις γραμμές μας, στις λίστες των υποστηρικτών μας και στα ψηφοδέλτιά μας, όσο ανοιχτά και αν πρέπει να είναι αυτά.

Οι διατυπώσεις της συμβολής της Αριστερής Πλατφόρμας στο θέμα αυτό, ιδίως όσον αφορά την ΔΗΜΑΡ και τους Πασοκογενείς, ήταν απόλυτα καθαρές και κρυστάλλινα σαφείς στο ζήτημα αυτό και, αν είχαν υιοθετηθεί, θα μπορούσαν να έχουν στρέψει την πολιτική του κόμματος για τις συμμαχίες σε ορθή και σαφή πολιτική κατεύθυνση. Μήπως μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτό θα μείωνε την ευελιξία των πολιτικών μας συμμαχιών ή και θα ενίσχυε την δυνατότητα του Σαμαρά να αποκτήσει τους 180στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας; Δεν είμαι από αυτούς που θεωρούν άνευ σημασίας τη συγκέντρωση ή μη των 180 εδρών από τους Σαμαρά-Βενιζέλο, αντίθετα, έχω γραπτώς και προφορικώς υποστηρίξει ότι μια τέτοια αρνητική πολιτική εξέλιξη θα μπορούσε οριακά έως και να ματαιώσει για το ορατό μέλλον την προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς. Όμως, η μέθοδος της αποτροπής αυτής της εξέλιξης, η κατά περίπτωση ή κατά ομάδες κοινοβουλευτική και παρασκηνιακή «διαπραγμάτευση» ή απόπειρα πειθούς ή αντίθετα η πρακτική πολιτικοποίησης του ζητήματος και μετατροπής του σε στόχο κινηματικής δράσης του μαζικού κινήματος είναι σοβαρό πολιτικό δίλημμα που πρέπει να απαντηθεί.

1. Μήπως θυμάστε το «’65»;

Στο ενδιαφέρον πρόσφατο βιβλίο του για το «αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα- από το 1952 έως και το 1967» (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2014) ο Μάκης Μαϊλης, ηγετικό στέλεχος σήμερα του ΚΚΕ, υποστηρίζει την ορθή πολιτική και ιδεολογική θέση ότι η στρατηγική της ΕΔΑ και τουΚΚΕ κατά τη δεκαετία του ‘60 δεν ήταν μια πολιτική σεχταριστική/αριστερίστικη αλλά, όλως αντιθέτως, μια πολιτική ουράς έναντι της Ένωσης Κέντρου, σύμφωνα και με το σχήμα περί «ειρηνικού περάσματος» του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ. Η θέση αυτή του Μ.Μ., παρά την ακροαριστερή γοητεία της, έχει ένα κενό και μια καταφανή λογική αδυναμία: παρά το γεγονός ότι αυτή η γραμμή ουράς και υποταγής κορυφώνεται στην αδυναμία της ΕΔΑ-ΚΚΕ να παρέμβει αποτελεσματικά στο μεγαλειώδες κοινωνικοπολιτικό κίνημα των Ιουλιανών, ο συγγραφέας δεν έχει σχεδόν τίποτε να πει για αυτό το μεγάλο κίνημα ούτε για αυτήν ειδικά την τότε εκκωφαντική αδυναμία του ΚΚΕ. Η οπτική του τελικά το υποβαθμίζει, αφού αυτό δεν δημιουργήθηκε από μια ηγετική «αριστερή» στροφή του τότε μάλλον σε ρεφορμιστική γραμμή ΚΚΕ και από κάποια αλάθητη ηγεσία του που θα έκανε αναδρομικά, κατά τη βούληση του Μ.Μ., αυτήν τη στροφή. H απουσία αυτή από το κείμενο του Μ.Μ., δυστυχώς, υπεραντισταθμίζει την ορθή «αριστερή» κριτική του στην τότε στρατηγική των ΕΔΑ-ΚΚΕ.

Ας σκεφτούμε, όμως, λίγο παραπάνω πάνω στο μεγάλο κίνημα του ’65 ξεπερνώντας το παραπάνω βιβλίο. Ένα μεγάλο κοινωνικοπολιτικό μαζικό κίνημα, ένα αυθεντικά εργατικό συγκρουσιακό κίνημα, από τα ισχυρότερα που έζησε η χώρα μας, που παρά το ότι οι στόχοι του δεν ήταν εμφανώς «αντικαπιταλιστικοί-σοσιαλιστικοί» αλλά δημοκρατικοί/ συνταγματικοί (άρση έκτακτου καθεστώτος στρατού-μοναρχίας- ΗΠΑ, κατάργηση μοναρχίας, κατάργηση παρασυντάγματος) θα οδηγούσε πιθανά σε μια κρατική ρήξη, εφόσον οι στόχοι αυτοί και η δυναμική του κινήματος υπηρετούνταν από την τότε Αριστερά και με δεδομένο το ανελαστικό του μετεμφυλιακού καθεστώτος (σας θυμίζει αυτό τίποτε το σύγχρονο;). Γι’ αυτό, άλλωστε, έγινε και η δικτατορία. Προφανώς, η νίκη της Ε.Κ. στις εκλογές του Μαϊου 1967 θα πυροδοτούσε πάλι την άλυτη πολιτική κρίση, ξεκινώντας από την απονομιμοποίηση της μοναρχίας και κλονίζοντας το όλο σύστημα εξουσίας.

Όπως έχουν δείξει ικανοποιητικά οι Γιάννης Μαυρής και Χριστόφορος Βερναρδάκης («Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα», Αθήνα 1991), η δυναμική των Ιουλιανών απέκτησε χαρακτηριστικά μιας προεπαναστατικής ή επαναστατικής κατάστασης, αρκετά όμοιας με το γαλλικό Μάη, η οποία αγνοήθηκε ως τέτοια από την υπαρκτή Αριστερά και όταν συνέβη αλλά και αργότερα.

H πολιτική κρίση του Ιουλίου 1965 προκλήθηκε τόσο από την οξεία σύγκρουση του βασιλιά με τον Γ.Παπανδρέου για τη συνταγματική διαδικασία καθορισμού της σύνθεσης της κυβέρνησης («θεωρία του κηπουρού») όσο και -εντονότερα- από την απόσπαση βουλευτών της Ένωσης Κέντρου με «εξαγορά» από τα μοναρχικά, καπιταλιστικά και ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των κέντρων εξουσίας. Φαινομενικά και κατά την εξωτερική μορφή των πραγμάτων, η κρίση του 1965 ήταν απολύτως αντίστροφης κατεύθυνσης από τη σημερινή: τότε, οι προοδευτικές δυνάμεις ζητούσαν από τους βουλευτές του Κέντρου να επιμείνουν στην κοινοβουλευτική τους νομιμότητα και να μην εξοκείλουν προς τα αντιδραστικά σχέδια.

Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι δυνάμεις της Αριστεράς ζητούν αφενός μεν οι «ενδιάμεσοι βουλευτές» μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και μνημονιακού μπλοκ, που έχουν ήδη διαφοροποιηθεί από το μνημονιακό μπλοκ, να μην πάνε προς την υπερψήφιση της πρότασης της κυβέρνησης αλλά και καλούν κάθε βουλευτή που θέλει να διατηρήσει μια πολιτική υστεροφημία και ένα έντιμο όνομα να μην οδηγήσει την κοινωνία στο βάραθρο και να μην υπερψηφίσει μια τέτοια πρόταση. Αυτή η έκκληση δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας «πρότασης αποστασίας» αλλά, αντίθετα, αντιστοιχεί σε μια έννοια ευρύτερου κοινωνικού-ταξικού (και θα έλεγα και «εθνικού» κατά μια αντιιμπεριαλιστική έννοια και προσέγγιση) συμφέροντος, το οποίο σαφώς υπερέχει μιας τυπικής κομματικής νομιμοφροσύνης.

Αυτό, πάντως, που είναι κοινό με το 1965 είναι η πίεση των αριστερών ή και ευρύτερα αντιμνημονιακων δυνάμεων προς τους βουλευτές -και ιδίως τους «ενδιάμεσους»- να μην γίνουν όργανα μιας απόλυτα αντιδραστικής και κοινωνικά καταστροφικής εξέλιξης και να μην «εξαγορασθούν» πολιτικά – και όχι αναγκαστικά με την αναπόδεικτη μέθοδο της δωροδοκίας.

Ο λαϊκισμός -ο πραγματικός λαϊκισμός , η ρηχή υποτιμητική θωπεία στο λαό, και όχι τα «σκιάχτρα» των μνημονιακών που βαφτίζουν έτσι τα λαϊκά και εργατικά συμφέροντα και διεκδικήσεις- δεν είναι εναλλακτική λύση για τη ριζοσπαστική Αριστερά και ενισχύει παρά αποδυναμώνει τους μνημονιακούς και την προπαγάνδα τους. Άλλωστε, οι εξαγορές στον κόσμο μας είναι πολύ πιο φίνες και πολύμορφες από τους κοινούς πήλινους ή και ψηφιακούς «κουμπαράδες».

Η πίεση από τα «αριστερά» στους βουλευτές αυτούς πρέπει να αντιστοιχηθεί προς μια μαζική κινηματική πρακτική ανάλογη ή και όμοια προς αυτήν του καλοκαιριού του 1965 – αυτό, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν υπαινίσσεται και μια ανάλογης έκτασης βίαιη αντιπαράθεση, κάτι που μόνο ο κρατικός κατασταλτικός μηχανισμός με την παρέμβασή του μπορεί να το προκαλέσει. Σημαίνει τηνπολιτικοποίηση του εργατικού και των λοιπών μαζικών κινημάτων, την ανάσχεση της απογοήτευσης και της ηττοπάθειας, οι οποίες έχουν χρόνια συσσωρευτεί και την ανάπτυξη ενός «πεζοδρομίου», κατά την προσφιλή αναφορά των κυβερνητικών στελεχών και υπουργών, με απολύτως πολιτική στόχευση, το οποίο θα μπορούσε να πιέσει «ειρηνικά, μαζικά και δημοκρατικά» (προς αποφυγήν παρεξηγήσεων αυτό δεν αποκλείει μορφές άσκησης του συνταγματικού δικαιώματος αντίστασης ή ανυπακοής), καταλαμβάνοντας τους δρόμους και τις πλατείες της Αθήνας, ώστε να αποφευχθεί/ ανατραπεί το διαφαινόμενο κυβερνητικό σχέδιο, ανάλογα προς το κίνημα εκείνο που έριξε δύο κυβερνήσεις «αποστατών» το καλοκαίρι του1965 και ανάσχεσε την περαιτέρω κίνηση των «αποστατών».

Αν θεωρούμε ότι μπορεί να υπάρξει μια τέτοια δυνατότητα και οι λόγοι μας δεν είναι σκέτοι πομφόλυγες, προκειμένου να «νομιμοποιούμαστε» ως «αριστεροί/ές» μέσα στον καπιταλισμό και να διαχειριζόμαστε έτσι πολιτικά και ψυχολογικά την επιβίωσή μας μέσα στην ζούγκλα της καπιταλιστικής κρίσης, τότε προς τι η τόση επιμονή να πείσουμε έναν προς έναν ή μια προς μια τους ενδιάμεσους βουλευτές και η σκέψη να τους ανοίξουμε το σπίτι μας και να τους φιλοξενήσουμε στα ψηφοδέλτιά μας, ενόσω ή αφού «δεν έχουν κάψει τις γέφυρες προς εμάς»;

Προς τι το τόσο άγχος να χαρακτηρίσουμε τους ενδιάμεσους βουλευτές ή και δυνάμεις ως «πολιτικούς συμμάχους» -και με βάσει την αστήρικτη «λαϊκομετωπικής έμπνευσης» θεωρία ότι πάντοτε οι κοινωνικές συμμαχίες της Αριστεράς πρέπει να συνοδεύονται από «άνοιγμα» στον πολιτικό «μεσαίο χώρο» και τους αστούς πολιτικούς- και μάλιστα, χωρίς να έχουμε «δει» ακόμη αυτούς τους συμμάχους κατ’ όψιν, με την επίκληση μιας κυβέρνησης «του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του»;

Ενδεχομένως, αυτό το πολιτικό άγχος να είναι κάπως δικαιολογημένο ή και ανεκτό. Να συνοδεύεται από μια υπόρρητη και πάντοτε – μη- εκφερόμενη εκτίμηση ότι το μαζικό κίνημα προσώρας μας «ψόφησε» ή μας «τελείωσε» κοινώς, ότι η παθητικοποιημένη και τρομοκρατημένη κοινωνία περιμένει τα πάντα από τη «σοφή» μας εκλογική παρέμβαση και μόνο, και, άρα ότι χρειάζεται τα πράγματα να «σπρωχτούν» άμεσα από τα πάνω. Όμως, η ηθική υποχρέωση να «λέμε την αλήθεια στον λαό», όπως θα μας πρότεινε ο Αντόνιο Γκράμσι, επιτάσσει, αν έτσι έχουν τα πράγματα, -πράγμα που έντονα αμφισβητώ-, να πάψουμε να ομνύουμε ψυχαναγκαστικά στις κινηματικές παρεμβάσεις και να πούμε ότι η λύση είναι η έμμεση πολιτική διαμεσολάβηση και «μόχλευση από τα πάνω» και η αναγκαία «μετατόπιση» των προγραμματικών μας στόχων και ότι, ακόμη, η λεγόμενη «ανάθεση» είναι κακό μεν πράγμα πλην, όμως, τώρα αναγκαίο.

Το χειρότερο πράγμα δεν είναι οι «δεξιές μετατοπίσεις», μόλο που συνήθως είναι πολύ επιζήμιες για το κίνημα και αντιστοιχούν κατά κανόνα στο «μέσο όρο» των προηγούμενων υποχωρήσεών και ηττών του, αλλά οι ψευδείς «αριστερές απολογητικές» πίσω από τις «μετατοπίσεις» που θέλουν δήθεν και το σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη.

Το έχουμε ζήσει στον ΣΥΡΙΖΑ: και ταξική μεροληψία και ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί και «άρση της λιτότητας» και πολιτικές συμμαχίες-«τακτικές» βέβαια- με τον «πολιτικό μεσαίο χώρο» και ευελιξία κοινοβουλευτικών και εκλογικών εγχειρημάτων και μεγάλη τραγικών διαστάσεων σύγκρουση που θα θέσει τα πάντα στο ζύγι, «ακόμη και τη ζωή μας», αλλά και χάιδεμα ταυτόχρονα των διεθνών και εθνικών κέντρων καπιταλιστικής εξουσίας, εμφανών ή και αφανών, και, βέβαια, συνεχής επίκληση του πιο ασυμβίβαστου, αταλάντευτου, διεθνιστικού και ανοπορτούνιστου «μαρξισμού» -αλήθεια, τι έχει τραβήξει διακόσια χρόνια αυτός ο μαρξισμός!- και «χωρίς επιστροφή» στον Κέινς αλλά καθαρό άνοιγμα στο σοσιαλιστικό μέλλον και εμπιστοσύνη απόλυτη στην ηγεσία αλλά και θεωρητικές αναφορές στους «κινδύνους» και τα «σύννεφα» που μαζεύονται γύρω της και πατριώτες αλλά και κοσμοπολίτες και με την αναγκαία κρατική ασφάλεια και με τους νοικοκυραίους αλλά και «δικαιωματικοί» και με τις μειονότητες. Και, τέλος, μετά τη «μεγάλη σύγκρουση», πάνω από όλα πολιτική και κοινωνική εθνική συνεννόηση και συμφωνία.

Πράγματι, ενόψει και όλων αυτών των εμφανώς μετανεοτερικών και μη συμβιβάσιμων ή μη επιλύσιμων αντιφάσεων εντός του εδώ και καιρό μη συνεκτικού λόγου μας, η στάση μας απέναντι στο μαζικό κίνημα και στις όποιες προοπτικές ανάπτυξής του οφείλει να μεταβληθεί ριζικά.

Κατ’ αρχήν, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το μαζικό κίνημα έχει δεχτεί μεγάλα πολιτικά πλήγματα και παρ’ όλα αυτά κάποιοι τομείς του αντέχουν, πλήγματα που συνδέονται και με την ισχύ, ακαμψία και αδιαλλαξία του ταξικού αντιπάλου και με τις ίδιες τις δικές του χρόνιες κοινωνικές ή και πολιτισμικές αδυναμίες αλλά και με την εξαιρετικά ελλιπή, λαθεμένη και αντιφατική κομματική παρέμβασή μας σε αυτό μετά το 2012 – η θεωρία της «αυτονομίας του κοινωνικού» δεν είναι το σφουγγάρι που σβήνει μονίμως τις πολιτικές ευθύνες μας ή τις πολιτικές μας επιλογές, αν είναι έτσι ας εγκαταλείψουμε τα πολιτικά υποκείμενα και ας βυθιστούμε στο «βαθύ κοινωνικό», όπως έκαναν κατά καιρούς κάποιοι συνεπέστεροι ημών/υμών.

Κατά δεύτερον, η αναφορά στο μαζικό και το εργατικό κίνημα δεν σημαίνει, σύμφωνα με μια ξεπερασμένη «κκέδικη» αντίληψη, ότι οι άνθρωποι θα είναι στρατιωτάκια που θα κατεβαίνουν στον δρόμο κατ’ εντολήν όποτε το επιτάσσουν οι κοινοβουλευτικοί μας τακτικοί χειρισμοί και με βάση το κουδούνι κάποιου κομματικού δόκτορος Παβλόφ. Και εμείς ως κόμμα έχουμε κάνει χρήση αυτής της λογικής με τρόπους που μάλλον κούρασαν παρά ενέπνευσαν τους ανθρώπους.

Κατά τρίτον, χρειάζεται να πολιτικοποιήσουμε και να οξύνουμε τις υπαρκτές κινηματικές αντιστάσεις και κοινωνικές αντιθέσεις (αξιολόγηση στο Δημόσιο και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ασφαλιστικά ταμεία, αγώνες όπως αυτός των καθαριστριών, Σκουριές και άλλα περιβαλλοντικάμέτωπα, ζητήματα εργατικής νομοθεσίας, πάλη για τους μισθούς σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα,απολύσεις, κινήματα για τον ΕΝΦΙΑ, αντιφασιστικός και αντιρατσιστικός αγώνας κ.ά.), να συνδέσουμε την ιδέα ότι οι μικροί και μεγάλοι αγώνες μπορούν να κερδίσουν από τώρα με την προοπτική πτώσης της κυβέρνησης και εφαρμογής ενός εναλλακτικού προγράμματος και να προσπαθήσουμε να συνολικοποιηθούν και να συντονιστούν αυτά τα μέτωπα σε συνδυασμό και με την απόκρουση της επίτευξης των 180 βουλευτών και την πολιτική επιβολή της διεξαγωγής εθνικών εκλογών. Επίσης, last but not least, να καούν οι «πολλαπλές ατζέντες» και οι αποτυπώσεις της «διπλής γλώσσας» στην πλατεία Συντάγματος και να λέμε ανοιχτά σε κάθε φάση τι σκεφτόμαστε στο λαό και στους εργαζόμενους.

2. Μια καθαρή και σαφής πολιτική εκλογικών συμμαχιών είναι άμεσα αναγκαία και εφικτή

Έχω τη γνώμη ότι η παρατεταμένη ασάφεια και η συνεχής μετάθεση του προβλήματος των πολιτικών συμμαχιών στο μέλλον λειτουργεί υπονομευτικά για το κύρος του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ και μειωτικά ακόμη και γι’ αυτήν την εκλογική του δυναμική, η οποία δεν συμπίπτει πάντοτε με τη συνισταμένη των δημοσκοπήσεων.

Οι κοινωνικές δυνάμεις που μας ακολουθούν ή ορθότερα ο εργατικός-λαϊκός-αγροτικός-πληττόμενος μικροαστικός τομέας αυτών των δυνάμεων, η «αριστερή» κοινωνικά και απείρως πλειοψηφική συνιστώσα των δυνάμει εκλογέων φίλων και υποστηρικτών μας, έχει στο εσωτερικό της διαφορετικές ταχύτητες συγκρότησης, πολιτικοποίησης, αποδεκτών πολιτικών αλλαγών, έντασης και βαθμού στη σύγκρουση που θα επιχειρήσουμε, έχει μια ποικιλία και διαφοροποιησιμότητα κοινωνικών αναγκών και προτεραιοτήτων. Για άλλους είναι προτεραιότητα τα 751 ευρώ, για άλλους η μη απόλυση, για άλλους η μη δήμευση της περιουσίας τους από τις τράπεζες, για άλλους η μακροχρόνια ανεργία, για άλλους οιεισφορές, για άλλους τα κόκκινα δάνεια.

Σε όλους, όμως, και αυτό είναι ο πυρήνας της έντονης αριστερής ριζοσπαστικοποίησης του 2010-2012και των ποιοτήτων της «που παρ’ όλα αυτά» εξακολουθούν να αντέχουν, είναι ένα πράγμα κοινό και αδιασάλευτο: η έντονη απώθηση και απόρριψη προς το σάπιο πολιτικό σύστημα, προς το «νοσηρό κοινοβουλευτισμό» και προς το πολιτικό προσωπικό που υποστήριξε τα μνημόνια και την εφαρμογή τους. Αυτό το ίδιο που εμείς οι αριστεροί το λέμε «απαξίωση» ή και σάπισμα του αστικού κοινοβουλευτισμού και το οποίο οι αντιδιαμετρικά προς εμάς τοποθετημένοι φασίστες, αν ήταν πιο εγγράμματοι, θα το έλεγαν «θάνατο της δημοκρατίας». Συνεπώς, αυτό που θα ήταν το καταστροφικότερο ακόμη και από μια προγραμματική αναδίπλωση, θα ήταν μια «δεξιά διεύρυνση»προς αυτό το πολιτικό προσωπικό και τα υπολείμματά του και μια αποδοχή ως «συμμάχων μας» δυνάμεων και προσώπων που πρωταγωνίστησαν στη διαδικασία λεηλάτησης των κοινωνικών και εργατικών συμφερόντων.

Κατά δε την έννοια που ο λαϊκός κόσμος προσλαμβάνει την τάξη του ως ένα άλλο «έθνος» έναντι του αστικού έθνους και δεν ταυτίζει την εθνική αναφορά με την «εθνική ενότητα», είναι σωστό να ειπωθεί ότι τα πρόσωπα αυτά δίκαια θεωρούνται και ως «καταστροφείς του δημοσίου και του εθνικού συμφέροντος» (θέση που θα προκαλούσε «αντιεθνολαϊκιστική» αλλεργία στους δυνάμει συμμάχους μας της ΔΗΜΑΡ και ιδίως στους ιστορικούς αυτού του κόμματος, που όμως είναι αρεστοί και σε ένα δικό μας τμήμα). Μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από τμήμα της λύσης της κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης θα γινόταν τμήμα του προβλήματος.

Συνεπώς, η μη επίλυση του ζητήματος αυτού τώρα, κατά τον τρόπο που θα επέτασσε, άλλωστε, ακόμη και η περσινή συνεδριακή μας απόφαση, η αναβολή ωσότου τυχόν υπάρξουν «τετελεσμένα γεγονότα» ή εν πάση περιπτώσει καταστεί δύσκολη έως αδύνατη η συλλογική-δημοκρατική επίλυση του ζητήματος, είναι μια καθαρά αρνητική εξέλιξη και δεν συμβάλλει στη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και της Αριστεράς. Και είναι ακόμη πιο αρνητική, αν σκεφτεί κανείς ότι ενδεχομένως-ίσως υπήρχαν στην τελευταία Κ.Ε. οι δυνάμεις, οι συσχετισμοί και οι πρακτικές δυνατότητες που θα έλεγχαν και θα περιόριζαν αυτήν την εξέλιξη. Και είναι ακόμη πιο αρνητική, αν συλλογισθεί κανείς το βάθος χρόνου και την προοπτική των συστημικών επιθέσεων και αφομοιωτικών κινήσεων ενάντια στην πολύμορφη αριστερή-ριζοσπαστική τάση ή τάσεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και τη θεσμική προβληματικότητα ορισμένων καταστατικών όψεων του ΣΥΡΙΖΑ (όπως η ανάδειξη του προέδρου ως διακριτού κομματικού οργάνου από το συνέδριο). Και είναι ακόμη πιο αρνητική, αν συλλογισθεί κανείς ότι οι σκέψεις και οι προβληματισμοί απέναντι στο συστημικό κίνδυνο «διά των συμμαχιών» είναι εδώ και καιρό διαμορφωμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ και πώς «όποιος έχει έγκαιρα προειδοποιηθεί έχει τον χρόνο και για να προετοιμασθεί» (Ουίνστον Τσόρτσιλ). Παύση.

3. Ιντερμέντζο συναισθηματικής χαλάρωσης: Για την επιλεκτική πολιτική χρήση των λέξεων και των εννοιών και την ύστερη αστική πολιτική κυριαρχία

Είναι φανερό ότι οι «συνιστώσες» της κυβέρνησης Σαμαρά εδώ και πολύ καιρό παίζουν με τη γλώσσα και επιχειρούν -χάριν της πολιτικής επικοινωνίας- να αλλάζουν διαρκώς τις παγιωμένες γλωσσικές χρήσεις των εννοιών. Από την εποχή που η κατάργηση των μνημονίων έγινε απεμπλοκή, απαγκίστρωση, προοπτική λήξης, έξοδος κ.λπ., έχουμε φτάσει σε μια κατάσταση όπου το «μνημόνιο» νοείται άλλοτε ως χρηματοδοτικό πρόγραμμα, άλλοτε ως νομικό και θεσμικό καθεστώς, άλλοτε ως η νομική εφαρμογή της δανειακής σύμβασης, άλλοτε ως ένα «κακό που τώρα πέρασε», άλλοτε ως η κακή μας η μοίρα.

Ο βομβαρδισμός των ανθρώπων καθημερινά, από την κυβέρνηση και τα φίλια προς αυτήν ΜΜΕ, από διαφορετικές, εναλλασσόμενες και συγκρουόμενες πολιτικά γλωσσικές χρήσεις των ίδιων λέξεων δεν είναι απλώς μια επικοινωνιακή κατάσταση αλλά ένας μηχανισμός εξουσίας και αδρανοποίησης, μαζικής χειραγώγησης, όπως θα έλεγε και ο Τσόμσκι. Με τον τρόπο αυτόν, η σύγχυση γενικεύεται και ο «κυρίαρχος» δεν είναι μόνον αυτός που κηρύσσει την «κατάσταση εξαίρεσης» αλλά και -κυρίως- εκείνος που ορίζει το πεδίο και τις τακτικές των λεκτικών παιγνίων, τη διαβαθμισμένη, συγχυτική, παραμορφωτική γλωσσική χρήση καθώς και τη χωρίς έλλογο πυρήνα μείξη και αμοιβαία ή αλληλοαποκλείουσα ακύρωση των διαφορετικών γλωσσικών χρήσεων μιας λέξης ή μιας κατάστασης. Οι λέξεις δεν σημαίνουν πλέον τίποτε ή σημαίνουν τα πάντα. Το νεκροζώτανο Μνημόνιο πέθανε, αλλά και θα υπάρχει για πάντα. Ο νεοφιλελευθερισμός αποσιωπάται πια από όλους, δεξιούς και αριστερούς, αλλά παραμένει η αποκλειστική ηγεμονική αστική στρατηγική στην Ε.Ε., τις ΗΠΑ και διεθνώς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι καθόλου απέξω από τη γλωσσική κρίση, δεν είναι καθόλου άμοιρος πλέον αυτής της γλωσσικής σύγχυσης ως στρατηγικού μηχανισμού «απομόνωσης» και εξουσίασης. Η συνεχής και υποτροπιάζουσα τροποποίηση και παραλλαγμένη εφαρμογή μιας έννοιας (όπως ενδεικτικά η «διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους» που γίνεται «κούρεμα», «διαγραφή του μεγάλου μέρους» (δηλαδή πόσου; 20 ή 80 %;), «πάγωμα», «ακόμη και η επιμήκυνση δεν είναι κακή», ξαναγυρνά ως «η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους» κ.λπ.) εθίζει τους μεν πολιτικούς στην ανευθυνότητα και τον κυνισμό διά της λεγόμενης «δημιουργικής ασάφειας» («creative unclearness»), όπως δηλώθηκε και στην τελευταία Κ.Ε., σε ισχυρά δηλαδή «ναρκωτικά», τους δε εξουσιαζόμενους στη λογική «όλες οι εκφορές είναι άσχετες προς την πραγματικότητα», «άλλα λένε και άλλα θα κάνουν» ,«όλοι λένε ψέματα», «όλοι λένε τα ίδια», «ας ψηφίσουμε απλώς για να επιβιώσουμε», συμβάλλει δηλαδή στο γενικευμένο κυνισμό και στην πλήρη απομάγευση και απαξίωση της πολιτικής και της δημόσιας σφαίρας, στην απόλυτη ιδιωτικοποίηση της πολιτικής, η οποία είναι και η μητέρα όλων των ιδιωτικοποιήσεων του ύστερου καπιταλισμού.

Αυτό, αν συνεχιστεί για πολύ, δεν θα οδηγήσει στο επιθυμητό για εμάς βάθεμα της αστικής κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης υπέρ των ριζοσπαστικών εναλλακτικών προτάσεων, αλλά στην ύστερη αστική επίλυσή της διά της πλήρους καταστροφής της δημόσιας σφαίρας και της ίδιας της δυνατότητας πραγματικής επικοινωνίας μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Ο «τεχνοφασισμός» ή ορθότερα ο τεχνοολοκληρωτισμός, δεν είναι πολύ μακριά από μια τέτοια εξέλιξη. Και τότε η Χρυσή Αυλή θα ομοιάσει με ένα λούμπεν και βίαιο νηπιαγωγείο σε σχέση με τον νέο Λεβιάθαν, το τέρας που θα αναδυθεί σταδιακά από το κοινωνικό χάος και την καπιταλιστική κρίση. Βεβαίως, η «εξαιρετική» και οπορτουνιστική χρήση της πολιτικής γλώσσας, όπως και γενικότερα η γλώσσα σε κρίση, δεν αποτελεί πολιτιστικό πρόβλημα κατά το κόμμα μας, τα πολιτιστικά προβλήματα στην Ελλάδα, βλέπετε, είναι βασικώς «χρηματοδοτικά».

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας Λιούις Κάρολ (Lewis Caroll) στο έργο του «Μέσα από τον καθρέφτη», που αποτελεί συνέχεια της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων» (παραπομπή σε Π. Όστερ «Η τριλογία της Νέας Υόρκης», Αθήνα 2014, Μεταίχμιο, σελ. 115 ):

«Όταν χρησιμοποιώ μια λέξη, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι με τόνο μάλλον επιτιμητικό, αυτή σημαίνει αυτό ακριβώς που διάλεξα να σημαίνει. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Το ερώτημα είναι, είπε η Αλίκη, αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν τόσο πολλά διαφορετικά πράγματα. Το ερώτημα είναι, είπε ο Χαμπτι Ντάμπτι, ποιος θα είναι ο κυρίαρχος. Αυτό είναι όλο».

Το «σμιτιανό» επιχείρημα περί κυριαρχίας του Χάμπτι Ντάμπτι, πέρα από τη γλωσσική σύγχυση που επιφέρει ο εξουσιαστικός λόγος, αναφέρεται και σε μια άλλη σημαντική διάσταση, αυτήν της ετεροχρονισμένης και ασύμμετρης χρήσης των ιστορικών όρων του κομμουνιστικού κινήματος και γενικότερα της μαρξιστικής Αριστεράς για να υποδηλωθούν άλλα σημαινόμενα και να καλυφθούν σύγχρονες ανάγκες ριζικά άλλες των ιστορικών σημαινομένων.

Το ότι ένα πολιτικό πρόγραμμα αναφέρεται στο «σοσιαλισμό» και στην «κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής», όπως με «εμβρίθεια» διαπίστωσε στη Βουλή ο κ. Βορίδης, δεν σημαίνει ούτε ότι έχουν εμφανισθεί ήδη οι πολιτικοί όροι για ένα τέτοιο σχέδιο ούτε, πολύ περισσότερο, ότι το πολιτικό υποκείμενο αυτού του προγράμματος αναγκαστικά «εννοεί» και «αποδέχεται» κατά τις συνέπειές του ένα τέτοιο πρόγραμμα. Μπορεί, για ένα μεγάλο τμήμα αυτού του υποκειμένου, αυτός ο στρατηγικός σχεδιασμός να αποτελεί όχι μια απλή εξαπάτηση αλλά ένα αναγκαίο φαντασιακό του παρελθόντος που το εμπνέει και το εμψυχώνει για να πραγματώσει ένα πολύ διαφορετικό πολιτικό παρόν (από έναν αριστερό κεϊνσιανισμό έως ένα σοσιαλφιλελεύθερο ρεαλιστικό σχέδιο).

Αν όντως συμβαίνει αυτό, τότε έχουμε την ιδεολογική επιβολή και προβολή των όρων «ενός νεκρού παρελθόντος» πάνω σε ένα «άφατο και απροσδιόριστο ακόμη μέλλον». Και αν αυτό, η αντίφαση δηλαδή φαντασιακού/συμβολικού και πραγματικότητας, για τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ακόμη και για περιορισμένο ιστορικά χρόνο πραγματική διακύβευση, για τα περισσότερα κόμματα του ΚΕΑ αποτελεί μια αρκετά ρεαλιστική απεικόνιση του άχαρου παρόντος τους και του άδηλου μέλλοντός τους.

Με τα λόγια του Μαρξ στη «Δεκάτη Ογδόη Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», «η παράδοση όλων των πεθαμένων γενεών βαραίνει σαν βραχνάς στα κεφάλια των ζωντανών (…). Κι ακόμη όταν δείχνουν ότι καταγίνονται με τη δημιουργία κάτι εντελώς καινούριου, καλούν περίφοβοι σε βοήθεια τα πνεύματα του παρελθόντος δανειζόμενοι τα ονόματά τους, τα συναισθήματά τους, τις ενδυμασίες τους». Γι’ αυτό, άλλωστε, κατά τη γνωστή φράση, «οι νεκροί πρέπει να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς και η προλεταριακή επανάσταση να βρει το δρόμο της» και οι μαρξιστές του 21ου αιώνα, για να μην πέσουν θύματα της «ιδεολογίας», πρέπει να επανεφεύρουν και επανοικοδομήσουν θεωρητικά αλλά και πρακτικά την αντικαπιταλιστική ανατροπή και όχι απλώς να επικαιροποιήσουν τα παρελθοντικά τους σύμβολα και να εφησυχάσουν.

4.Έξοδος από την τελευταία Κεντρική Επιτροπή 

Η τελευταία Κεντρική Επιτροπή υπήρξε μια αδιαφανής, απρόσωπη, μη συνεκτική και μη προωθητική διαδικασία, ενόψει μάλιστα των άμεσων μεγάλων αναγκών στράτευσης και συσπείρωσης. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ, το σχέδιο πολιτικής απόφασης ανακοινώθηκε ή μάλλον παρουσιάσθηκε από μικροφώνου χωρίς να μοιραστεί και να διαβαστεί από τα μέλη, τα οποία, όμως, ψήφισαν τελικά επί αυτού. Αυτό είναι πρωτοφανές και αποτελεί σοβαρή υποχώρηση/αλλοίωση σε σχέση με τον όποιο πολιτικό πολιτισμό έχουμε κατοχυρώσει. Δεν είναι τεχνικό πρόβλημα και δεν πρέπει να επαναληφθεί.

Η έμπνευση στα μέλη και τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεκινά από τις λίστες μελών ή τις λίστες φίλων ή τις λίστες στήριξης ή τις λίστες γάμου. Ξεκινά από τις σχέσεις αλληλεγγύης και τις σχέσεις αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των υπαρκτών μελών και των υπαρκτών στελεχών του κόμματος. Ξεκινά, αν μη τι άλλο, από έναν δημοκρατικό, συμμετοχικό, ανοιχτό στα μέλη και διαφανή πολιτικό πολιτισμό με γνώση όλων των δεδομένων. Ξεκινά από μια διαφορετική ποιότητα σχέσεων ανάμεσά μας που μπορεί να αποτελέσει «παράδειγμα» για όλη την κοινωνία. Μήπως την είδατε;

Επιπλέον, η τελευταία Κεντρική Επιτροπή ανέδειξε σοβαρά προβλήματα λειτουργίας του ανεκτίμητου και αναπαλλοτρίωτου αγαθού της ύπαρξης ενδοκομματικών ιδεολογικών τάσεων με εσωτερική δημοκρατία και δημόσια λειτουργία και τοποθέτηση, αγαθού που κατακτήθηκε με πολύ αγώνα στο ιδρυτικό μας συνέδριο. Σύμφωνα και με την ορθότερη ερμηνεία της απόφασης του Συνεδρίου για τις τάσεις, αυτές διευρύνουν και εμπλουτίζουν τον πολιτικό και ιδεολογικό διάλογο μέσα στο κόμμα, πολιτικοποιούν βαθύτερα την εσωκομματική και τη δημόσια συζήτηση, εντάσσουν οργανικότερα τα μέλη στην κομματική ζωή και αφίστανται από τη μετατροπή τους σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς ή σε μηχανισμούς «καναλιζαρίσματος» των διαφωνιών ή και των συμφωνιών μέσα στο κόμμα. Αν έτσι έχουνε τα πράγματα, η παρούσα λειτουργία των τάσεων και ρευμάτων μέσα στο κόμμα δεν συνέβαλε ικανοποιητικά στην τελευταία Κ.Ε. στην κατανόηση και επίλυση των κρίσιμων πολιτικών ζητημάτων.

Ο κίνδυνος της γραφειοκρατικής λειτουργίας του κόμματος παραμένει πάντοτε υπαρκτός, ενόψει μάλιστα της πιθανής μετατροπής του σε κόμμα διακυβέρνησης και του αντικειμενικού κινδύνου «κρατικοποίησής» του. Αυτή την τάση την είχε προείδει από το 1905 ο συγγραφέας Ρομπέρτο Μίχελς μιλώντας για το «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας» στα μαζικά αριστερά κόμματα και από τότε δεν έπαψε ποτέ σχεδόν να επαληθεύεται – με την εξαίρεση των μεγάλων επαναστατικών καμπών. Αν αυτός ο κίνδυνος ενισχυθεί, αυτό δεν θα οφείλεται διόλου στην ύπαρξη ιδεολογικών τάσεων αλλά μάλλον στην ελαττωματική λειτουργία τους. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι οι τάσεις έχουν όλες συλλήβδην την ίδια ευθύνη ή ότι «όλοι μαζί το φέραμε ως εδώ», όσον αφορά τα προβλήματα του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, το ζήτημα της γραφειοκρατικής αντίληψης υπάρχει αντικειμενικά για όλα τα ρεύματα της Αριστεράς.

Σε κάθε περίπτωση, τα τεκταινόμενα, προαχθέντα και πραγέντα στην τελευταία Κ.Ε., καθώς και ιδίως όσα δεν έγιναν, συμπυκνώνουν μέσα στη γραφειοκρατική τους ασάφεια, αδράνεια και αμορφία έναν πιθανό θάνατο και ένα πιθανό πένθος ως ενδεχόμενο σοβαρό κίνδυνο, αν δεν υπάρξουν έγκαιρα αντίρροπες κινήσεις. Τον πιθανό θάνατο της πολιτικής μας αθωότητας και το πιθανό πένθος για το χαμένο ενθουσιασμό μας. Ορισμένοι, όπως ο σ. Δραγασάκης, αυτόν το θάνατο τον ονομάζουν εύστοχα «βίαιη ωρίμανση». Δεν συνιστά αυτή η αποστροφή απόλυτο εννοιολογικό λάθος, καθώς ο θάνατος, υλικός ή συναισθηματικός, διαλεκτικά αποτελεί άρνηση της ζωής και, άρα, αντικειμενικό βίαιο προχώρημα και ολοκλήρωση ενός προτσές βιολογικής και ψυχικής ωρίμανσης και ακόμη και η σήψη παράγει νέα ζωή.

Αν, όμως, ο θάνατος του ενθουσιασμού μας αποτελέσει τη βάση της νέας ωρίμανσης, η ωρίμανση αυτού του τύπου θα επιφέρει λίγο ή πολύ αργότερα και τον ίδιο τον θάνατο αυτού του πολιτικού υποκειμένου (δες και την ιστορία του ΠΑΣΟΚ – αλλά τι ρόλο παίζει, εμείς δεν «μπορούμε» να γίνουμε ΠΑΣΟΚ λόγω ιστορικής ούγιας και «καλής ανατροφής»). Ενδεχομένως, όμως, έχουμε ακόμη κάποιον χρόνο και αρκετές δυνάμεις για να τα αποφύγουμε όλα αυτά τα δυσάρεστα και να τα ανατάξουμε. Όπως έλεγαν οι παλαιοί κομμουνιστές, η ζωή θα δείξει. Ή, όπως λένε οι μουσουλμάνοι, ο Θεός είναι μεγάλος.

*Ο Δημήτρης Μπελαντής είναι μέλος της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ

 Πηγή: rproject

 

Οι διανοούμενοι, η Αριστερά και η πρόκληση της αντι-ηγεμονίας

papavlasopoulosτου Ευθύμη Παπαβλασόπουλου*

 –
Μια από τις απορίες που διατυπώνονται πληθωριστικά τα τελευταία χρόνια, αφορά την εκκωφαντική σιωπή και τη σημαίνουσα απουσία των διανοουμένων από το δημόσιο λόγο και τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα. Η απορία αυτή εδράζεται σε ένα ισχυρό και παραπλανητικό στερεότυπο, το οποίο προσλαμβάνει τους διανοούμενους συλλήβδην ως Προμηθείς, που στέκονται κριτικά απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας, υπερασπιζόμενοι την κληρονομία του κριτικού λόγου και τις οικουμενικές αξίες του Διαφωτισμού. Στη συνάφεια αυτή οι διανοούμενοι εν γένει αναπαρίστανται ως αϊστορικό και αταξικό υποκείμενο με προσίδιους ρόλους και a priori θετικά αξιοδοτημένες στάσεις.Ο προοδευτικός διανοούμενος: ένας (ακόμα) μύθος;Το στερεότυπο αυτό φιλοτεχνεί ένα καθολικό (ιδεό)τυπο διανοουμένου, ιδεότυπο που  αποσιωπά την αξιακή αμφισημία του Λόγου, παραγνωρίζει την υλικότητα της κανονιστικής θεμελίωσης των κοινωνικών σχέσεων και υποβαθμίζει την πολλαπλότητα και ανταγωνιστικότητα των προγραμμάτων της νεωτερικότητας. Oι διανοούμενοι όμως δεν αναπαράγονται σε ιστορικό κενό, δεν ίστανται πέρα και πάνω από τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και τα ταξικά συμφέροντα. Αντίθετα, η πολιτική τους στάση, ο λόγος και η σιωπή τους προσδιορίζονται από μια σειρά παράγοντες με σαφή κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική έδραση. Η ταξική τους προέλευση και η θέση τους στο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, ο συσχετισμός κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, η θέση τους στις θεσμικές ιεραρχίες και η ικανότητα του συστήματος να ενσωματώνει την κριτική και να εξουδετερώνει τα ριζοσπαστικά της φορτία, προοικονομούν εν πολλοίς τις επιλογές και τους προσανατολισμούς τους. Το στοιχειό, ωστόσο, που ενοποιεί τις επιμέρους φυλές της διανόησης, είναι η σχετική τους αυτονομία, σε περιόδους σταθερότητας, από τις δουλείες των ανταγωνισμών της πολιτικής σκηνής. Αυτονομία η οποία απομειώνεται δραστικά σε συνθήκες πολιτικής κρίσης και όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων.
Το στερεότυπο των κριτικών και αντιστασιακών διανοουμένων υπήρξε για χρόνια ένας από τους αστικούς μύθους στη χώρα μας, σε βαθμό μάλιστα που μαζί με τη νεολαία να θεωρούνται από ορισμένους ως οιονεί επαναστατικά υποκείμενα. Η πρόσληψη αυτή είναι βεβαίως εν μέρει δικαιολογημένη, εφόσον το μετεμφυλιακό πλέγμα εξουσίας, υπερσυντηρητικό και φοβικό απέναντι σε κάθε μορφή κριτικής, απέκλεισε την εγχώρια διανόηση τόσο από την αναδιανομή των πόρων, όσο και από την ασφυκτικά ελεγχόμενη δημόσια σφαίρα, επιχειρώντας μάλιστα να φιμώσει αυταρχικά ακόμα και εμβληματικές φωνές του αστικού πολιτισμού. Εξάλλου, προτεραιότητα στη διανομή της λείας είχαν οι στυλοβάτες τού υλικού και ιδεολογικού καταναγκασμού, καθώς και οι στρατιές των μαχητικών εθνικοφρόνων. Αυτός ο ιδιότυπος αποκλεισμός προσανατόλισε την κρίσιμη μάζα των διανοουμένων προς την Αριστερά και την παροχέτευσε στην κοίτη των κινημάτων κοινωνικής διαμαρτυρίας και πολιτιστικής και πολιτικής αντίστασης.Η κρατικοποίηση της διανόησης

Είναι αλήθεια ότι η Μεταπολίτευση βρήκε τη συντριπτική πλειοψηφία της σοβαρής διανόησης στην εμπροσθοφυλακή του ρευστού ριζοσπαστισμού και του αμφίσημου κοινωνικοπολιτικού ακτιβισμού, που σφράγισαν τη διαδικασία μετάβασης στη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, αλλά και την εδραίωσή της. Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι εδώ και δεκαετίες ο τύπος του αντιστασιακού και κριτικού διανοουμένου είναι είδος εν ανεπαρκεία.
Οι λόγοι αυτής της ιδιότυπης έκλειψης της κριτικής διανόησης δεν αφορούν τόσο στις ενδογενείς της μεταλλάξεις, αλλά σχετίζονται πρωτίστως με ευρύτερους κοινωνικοπολιτικούς και θεσμικούς μετασχηματισμούς. Συγκεκριμένα, εγγράφονται στην εκκρεμή από τη δεκαετία του 1960 διαδικασία κοινωνικής και πολιτικής ολοκλήρωσης, που εντάσσει, μετά το 1974, σταδιακά τις εξαρτημένες και αποκλεισμένες ταξικές μερίδες στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, ενώ παράλληλα  ενσωματώνει  έκδοχα στοιχεία από την ιστορία και τον πολιτισμό τους στο νέο ιδεολογικό αφήγημα, που κατασκευάζεται μεταπολιτευτικά με ηγεμονικές αξιώσεις. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής συμπερίληψης δημιουργούνται και οι προϋποθέσεις για την κρατικοποίηση και εξουδετέρωση της Αριστεράς, όχι μόνο ως πολιτικής δύναμης αλλά κυρίως ως συμμαχίας των υποτελών τάξεων, ως ανταγωνιστικό, απέναντι στο αστικό σύστημα αξιών και εν τέλει ως εναλλακτικό σχέδιο οργάνωσης των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών σχέσεων.
Στη συνάφεια αυτή μια από τις κρίσιμες διευθετήσεις της Μεταπολίτευσης ήταν και η ενσωμάτωση των διανοουμένων στο σύστημα εξουσίας. Παρέλκει νομίζω να αναφερθώ σε πληθώρα παραδειγμάτων, που αποδεικνύουν ότι έκτοτε το μεγαλύτερο μέρος της παρ’ ημίν διανόησης κατασκευάζεται συμβολικά και αναπαράγεται υλικά με  πόρους του κράτους αρχικά και του πολιτικού, οικονομικού και μιντιακού πλέγματος στη συνέχεια. Αυτή η οργανική σύμφυση άρχισε να αποκτά σαφές περίγραμμα μετά το 1981, όταν οι λάντζες που ελαύνονταν από τα άγονα πλέον εδάφη του πάλαι ποτέ ΚΚΕ εσωτερικού, τροφοδοτούσαν διαρκώς με καραβάνια  υπεύθυνων και εκσυγχρονισμένων αριστερών διανοούμενων – και όχι μόνο- τη φορτηγίδα του ΠΑΣΟΚ, η οποία τους περαίωνε, συνήθως λάθρα και νύκτωρ, στις εύκρατες και λιπαρές ακτές του συστήματος.
Είναι επίσης αυτονόητο ότι η κρατικοποίηση της διανόησης και η εξουδετέρωση των ενοχλητικών αιχμών του διανοούμενου λόγου δεν έχουν εκριζώσει ολοσχερώς το κριτικό του πνεύμα και το αγωνιστικό του φρόνημα. Πράγματι, υπήρχαν και υπάρχουν ακόμα ευάριθμες κριτικές φωνές, που με τεράστιο προσωπικό κόστος επιμένουν να αυθαδιάζουν στο συστημικό καθωσπρεπισμό  και στις νέες ορθοδοξίες. Όμως αυτές οι παραφωνίες στιγματίζονται ως γραφικές, δύστροπες, μνησίκακες και μίζερες και αποκλείονται συστηματικά από την προκρούστεια δημόσια σφαίρα και μάλιστα ακόμα και από περιοχές της με αριστερό πρόσημο.

Διανοούμενοι της κρίσης και κρίση της (δια)νόησης

Δεν είναι στις προθέσεις μου να αναφερθώ διεξοδικά στις φυλές τής εγχώριας διανόησης και στις μεταλλάξεις τους. Θα σχολιάσω δύο επίκαιρα υβρίδια που δεσπόζουν με διαφορετικό τρόπο στη δημόσια ζωή: τους  οργανικούς διανοούμενους της διαπλοκής και τους «μηνυτές» του συστήματος. Τα υβρίδια αυτά συντονίζονται με τις δίδυμες εναλλακτικές στρατηγικές του συστήματος έναντι της Αριστεράς, δηλαδή της περιθωριοποίησης και της ενσωμάτωσης, που προσφυώς  σχολίασε ο Α. Μπαλτάς σε άρθρο του στην «Αυγή».
Το πρώτο υβρίδιο καλλιεργήθηκε συστηματικά στις λόχμες των εκσυγχρονιστικών εγχειρημάτων, στη νεοσοσιαλδημοκρατική και νεοφιλελεύθερη εκδοχή τους, και σταδιοδρόμησε στην αστραφτερή πασαρέλα του πολιτικοκαλλιτεχνικού λαιφ στάιλ. Προβλήθηκε πληθωριστικά από τα μιντιακά συγκροτήματα και απέκτησε προνομιακή πρόσβαση σε δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους. Σε περιόδους σχετικής σταθερότητας κινήθηκε αθόρυβα στη μισγάγγεια του κράτους και της οικονομίας και λειτούργησε άλλοτε υποστηρικτικά και άλλοτε καθησυχαστικά σε κρίσιμες επιλογές τού συστήματος της διαπλοκής.
Στην περίοδο της κρίσης η συστημική διανόηση ανασυγκροτήθηκε ως εφεδρικός στρατός, που ρευστοποίησε  τους κατεστημένους μεταπολιτευτικούς κομματικούς  και ιδεολογικοπολιτικούς διαχωρισμούς και κινητοποιήθηκε για να αναχαιτίσει την ταχύτατη αποσύνθεση του  πολιτικού συστήματος, αναλαμβάνοντας ποικίλους ρόλους: άλλοτε ως υποστύλωμα της καταρρέουσας «κεντροαριστεράς», άλλοτε ως ανάχωμα στην αύξουσα επιρροή της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και ενίοτε ως πολιτικό κεφάλαιο γεφύρωσης των συστημικών κομμάτων. Αρκεί να μελετήσει κανείς την ανθρωπογεωγραφία και τη σύνθεση των πολιτικών πρωτοβουλιών, που πληθωριστικά εκδηλώθηκαν το τελευταίο διάστημα, για να καταλάβει τις πραγματικές στοχεύσεις, αλλά και την ευελιξία αυτού του υπερδραστήριου είδους.
Η δεύτερη κατηγορία, οι «μηνυτές του συστήματος», μετριοπαθής και (αδι)αφανής, κινείται ευέλικτα και διακριτικά στην οριογραμμή του συστήματος της διαπλοκής. Έχοντας, συνήθως, καταγωγική αναφορά στην ποικιλόχρωμη Αριστερά της πρώιμης και μέσης  Μεταπολίτευσης, καλλιέργησε έκτοτε επιλεκτικές και εκλεκτικές σχέσεις με την Ανανεωτική και Ριζοσπαστική Αριστερά. Πριν επιχειρήσω να σκιαγραφήσω το προφίλ και την τακτική της, οφείλω μια εξήγηση για την ονοματοδοσία της. Σε προϊσχύσαντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπονταν ένα μέτρο εκτέλεσης, η αποστολή μηνυτού, που έδινε τη δυνατότητα στο δανειστή να αποσπάσει δικαστική απόφαση, η οποία του επέτρεπε να εγκαταστήσει στην οικία του οφειλέτη άνθρωπο της εμπιστοσύνης του, ο καλούμενος «μηνυτής», «όπου εδιαιτάτο, εσιτίζετο και εκοιμάτο δαπάναις του οφειλέτου» και είχε ως μοναδική αποστολή να του υπενθυμίζει συνεχώς  την ανάγκη εξοφλήσεως της οφειλής του.
Τέτοιες αποστολές άρχισαν να καταφθάνουν στην περίμετρο της Κουμουνδούρου, ήδη την επαύριον των εκλογών του Ιουνίου του 2012, για να πυκνώσουν εντυπωσιακά το τελευταίο διάστημα. Αναφέρομαι σε διανοούμενους με ειδικό βάρος και σημαίνουσα παρουσία στο δημόσιο διάλογο, που υποδεικνύουν επίμονα τα ελλείμματα στρατηγικής και τα προγραμματικά κενά του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως την υποχρέωσή του να συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα. Πρόκειται για διανοούμενους που, από τη δεκαετία του 1990, συνδιαμόρφωσαν μεθοδικά και επίμονα το ερμηνευτικό και κανονιστικό πλαίσιο για την αποδόμηση και απαξίωση του μεταπολιτευτικού κεκτημένου. Να θυμηθούμε μόνο ενδεικτικά τα αφοριστικά στερεότυπα περί λαϊκισμού, συντεχνιών, τζαμπαζήδων, διογκωμένου και αντιπαραγωγικού δημόσιου τομέα, εσωστρεφών και μη ανταγωνιστικών ΑΕΙ, αποτυχημένου κράτους… προνομιακά εργαλεία του μνημονιακού «Τζαγγερνώτ». Οι τρέχουσες αναλύσεις τους προσαρμοσμένες στο ύφος και τη θερμοκρασία της κρισιακής συγκυρίας και θεμελιωμένες ρητορικά στις αξίες και τις ιδέες της Αριστεράς, προοικονομούν και υποβάλλουν το «μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα» και τις πολιτικές προτεραιότητες της αναμενόμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.
Θα αναρωτηθεί κανείς εύλογα γιατί η συρροή και η συνδρομή νεόκοπων και αναγεννημένων αριστερών αποτελεί πρόβλημα για τη στρατηγική και την προοπτική του κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς; Πολλώ δε μάλλον όταν οι έκτυπες αντινομίες της κυβερνητικής πολιτική, η απροσχημάτιστη παραβίαση θεμελιωδών αξιακών και θεσμικών παραδοχών, αναπροσδιορίζει τις ατομικές και συλλογικές στάσεις και προτιμήσεις. Στην πραγματικότητα το πρόβλημα δεν είναι ο «συνωστισμός» των πρόσωπων, αλλά το ταξικό και πολιτικό φορτίο των ιδεών και των επεξεργασιών που αυτά κομίζουν. Η προφανής τους πρόθεση να εμβολιάσουν υποδόρια την ιδεολογική φυσιογνωμία και το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ με τα πυρηνικά στοιχειά της ηγεμονικής ατζέντας. Η σπουδή τους να υποδείξουν τις κοινωνικές και πολιτικές του συμμαχίες. Να διαμορφώσουν κοντολογίς το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί η κυβερνητική διαχείριση την επόμενη μέρα. Και το πρόβλημα αποκτά υπαρξιακές διαστάσεις, αν αναλογιστούμε τις προκλήσεις και τα εμπόδια που θα αντιμετωπίσει, το προσεχές διάστημα, η Αριστερά και η κοινωνία.

Η πρόκληση της αντι- ηγεμονίας

Η σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορά τόσο στη λογιστική  των εκλογικών και κοινοβουλευτικών συσχετισμών, στα μείγματα πολιτικής που θα εφαρμόσει, ούτε καν στο εύρος και τη σύνθεση των συμμαχιών που θα τον περαιώσουν στην κυβέρνηση. Αφορά στο επίπονο και αβέβαιο διάβημα της σύνθεσης μιας ηγεμονικής πολιτικής πρότασης. Για να το θέσω διαφορετικά: η εκπλήρωση της υπόσχεσης που επαγγέλλεται ο ΣΥΡΙΖΑ, θα εξαρτηθεί πρωτίστως από την ικανότητά του να συναρθρώσει δραστικές αντι-ηγεμονικές εγκλήσεις, ικανές να ρηγματώσουν τη νεοφιλελεύθερη και νεοσυντηρητική ηγεμονία, που εκπαίδευσε συστηματικά και έθισε την κοινωνία στο ναρκισσιστικό ατομικισμό, στον κοινωνικό κομφορμισμό, στην πολιτική απάθεια και τoν κοινωνικό αυτοματισμό.
Κάτι τέτοιο προϋποθέτει  την πολιτική  βούληση να (ανα)συγκροτηθεί και να δράσει όχι ως κόμμα κυβερνητικής διαχείρισης, αλλά ως συλλογικός διανοούμενος. Να κινητοποιήσει δηλαδή τους οργανικούς διανοούμενους της Αριστεράς, να επεξεργαστεί αυτόνομα και να εμπεδώσει στη συλλογική συνείδηση το αξιακό σύστημα των υποτελών τάξεων, να παράξει ριζοσπαστική θεωρία και πολιτικό σχέδιο που θα μπολιάσουν τον πυρήνα του  κυβερνητικού του προγράμματος. Και ασφαλώς να γειώσει την ηγεμονική του πρόταση  στην υλικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Άλλωστε, όσοι επιμένουν να αναζητούν στον  Γκράμσι ερμηνείες και όχι τσιτάτα, γνωρίζουν καλά ότι η ηγεμονία γεννιέται στο «εργοστάσιο», εν προκειμένω στους υλικούς τόπους και στους κοινωνικούς δεσμούς, όπου οργανώνονται με βάναυσο τρόπο η εκμετάλλευση, η αποστέρηση και ο αποκλεισμός ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων. Εφόσον διασφαλιστούν αυτές οι προϋποθέσεις, είναι αυτονόητο ότι ο διάλογος και η συμπόρευση με διανοούμενους, πολιτικό προσωπικό και κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις που ελαύνονται από διαφορετικούς ιδεολογικοπολιτικούς χώρους, όπως και η αξιοποίησή τους σε κυβερνητικές θέσεις και δημόσια αξιώματα δεν είναι μόνο θεμιτή, αλλά στις παρούσες συνθήκες και αναγκαία.
Επιστρέφω στον Γκράμσι και στη σοσιαλιστική στρατηγική που επεξεργάστηκε, μέσα από την επίκαιρη ανάγνωση του Ε. Λακλάου και της Σ. Μουφ, για να διατυπώσω τις συμπερασματικές μου σκέψεις: Η στρατηγική της Αριστεράς για την πολιτική της κατίσχυση μπορεί και οφείλει να στηριχτεί σε μια τακτική συμμαχία διαφορετικών συμφερόντων, όπου τα συμπράττοντα μέρη θα διατηρήσουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους. Ο αγώνας όμως για την ιδεολογική ηγεμονία, και αυτός είναι ο κρίσιμος αγώνας, προϋποθέτει μια συλλογική βούληση που με αγωγό την ιδεολογία θα ενοποιήσει το «ιστορικό μπλοκ» και θα το προσανατολίσει σταθερά και ενεργητικά στο μακρινό, ακόμη, ορίζοντα του δικού μας σοσιαλισμού.
Ξέρω ότι το εγχείρημα είναι δύσκολο, ναρκοθετημένο και αστάθμητο στις εκβάσεις του, το διεθνές περιβάλλον δυσμενές, οι συσχετισμοί στο κοινωνικό και ιδεολογικό επίπεδο εξαιρετικά αρνητικοί…όμως η Αριστερά και ο κόσμος της δεν έχουν την πολυτέλεια να σαστίσουν μπροστά στην πρόκληση της Ιστορίας, γιατί δεν έχουμε την αντοχή για μια ακόμα χαμένη ευκαιρία. Και η ευκαιρία κινδυνεύει να χαθεί αν, στο όνομα της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, εκχωρήσουμε στους κατ’ επάγγελμα διανοούμενους και στους μηχανισμούς που τους πλαισιώνουν τα πεδία της θεωρίας, των αξιών και των ιδεών.

* Ο Ευθ. Παπαβλασόπουλος διδάσκει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του πανεπιστημίου Κρήτης.

Μιλώ γι’ αυτούς που έμειναν εκτεθειμένοι

xelakis1του Γιώργου Χελάκη*

‘Εχουν λόγους να αισθάνονται ανακουφισμένοι στις διοικήσεις της ΑΕΚ και του Παναθηναϊκού. Το Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής ψήφισε προχθές τον νέο αναθεωρημένο προϋπολογισμό. Νέο και αναθεωρημένο, αν θέλεις τον λες. Αν ήταν τέτοιος, γιατί άραγε να τον ψήφιζε ο τέως περιφερειάρχης, κ. Σγουρός; Επειδή έγινε αγνώριστος; Προφανώς όχι.

Η ανακούφιση στα ανώτερα διοικητικά κλιμάκια των «κιτρίνων» και των «πρασίνων» (βλέπε Μελισσανίδης, Αλαφούζος), προκύπτει από το γεγονός ότι οι προβλέψεις (κωδικοί) για τα είκοσι και επτά εκατομμύρια αντιστοίχως παραμένουν ως έχουν. Που πάει να πει ότι η περιφέρεια με τη νέα σύνθεσή της είναι κατ’ αρχάς διατεθειμένη να τους δώσει όσα είχε υποσχεθεί και είχε προβλέψει ο κ. Σγουρός.

Τι δικαιούνται λοιπόν να σκέφτονται όσοι στήριξαν τη Ρένα Δούρου και πληροφορήθηκαν αυτή την εξέλιξη; Προφανώς ότι ορισμένα πράγματα μπορούμε να τα λέμε προεκλογικά, αλλά όταν εκλεγούμε τα σκεφτόμαστε με τον τρόπο που τα είχαν σκεφτεί οι προηγούμενοι. Τον τρόπο, δηλαδή, που είχαμε καταγγείλει και καταδικάσει…

Απότομη στροφή και σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τι κι αν πολλοί που έβαλαν πλάτη και πλήρωσαν κόστος γι’ αυτό, βρεθούν «ντελαπαρισμένοι». Με πρώτο τον δήμαρχο Νέας Φιλαδέλφειας, Αρη Βασιλόπουλο.

Ισως ο χρόνος ήταν λίγος και δεν έφτανε για να αναμορφωθούν όλες οι προβλέψεις του προηγούμενου προϋπολογισμού. Αν είναι έτσι, γιατί -μια μέρα πέρασε- να μην υπάρχει μία διευκρινιστική δήλωση από την περιφερειάρχη ή τον επί των Οικονομικών αντιπεριφερειάρχη. Στο περιβάλλον τους δεν υπήρξε κανείς να τους μιλήσει για το θέμα;

Σήμερα λοιπόν κάποιοι πανηγυρίζουν. Πολλοί από αυτούς γιατί απλά θέλουν η ομάδα τους να φτιάξει γήπεδο ή να ανακατασκευάσει αυτό που ήδη έχει. Ουδείς ψόγος. Κάποιοι άλλοι, όμως, πείστηκαν πως όταν προπηλακίζεις, απειλείς, πιέζεις, μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο και ανησυχητικό. Το να σε υπερψηφίζει ακόμα κι ο Τζήμερος μπορείς να το πεις και σύμπτωση που δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Να σε ψηφίζει και με τα δύο χέρια ο κ. Σγουρός, άντε να το αποδώσεις σε πολιτικάντικη κουτοπονηριά. Να αφήνεις όμως εκτεθειμένους όσους πήγαν μαζί σου κόντρα στο ρεύμα χωρίς να τους δίνεις κάποια εξήγηση για να έχουν κάτι να πουν, είναι από ανησυχητικό έως επικίνδυνο.

 

* Αναδημοσίευση από εφημερίδα Sportday

Περί «ανθρωπισμού» και «ανθρωπιστικής κρίσης»

28-2-thumb-largeτου Στάθη Κουβελάκη*

Φαίνεται να αποτελεί κατ’αρχήν παράδοξο ότι την εποχή όπου ελάχιστοι αμφισβητούν επί της ουσίας την «οικονομία της αγοράς» ανθεί μια συγκεκριμένη εκδοχή «ανθρωπισμού» – ένας όρος που, σημειωτέον, θεωρείται ιδιαίτερα «ντεμοντέ» στη φιλοσοφική συζήτηση από τη δεκαετία του 1960 και τούδε. Πρόκειται φυσικά για τον «ανθρωπισμό» που τροφοδοτείται από τις εικόνες που έρχονται από διάφορες, κατά κανόνα μακρυνές, περιοχές που μαστίζονται από την πείνα, τις αρρώστιες και τον πόλεμο. Σκελετωμένα παιδιά, βομβαρισμένοι οικισμοί, παραμορφωμένα σώματα εισβάλλουν εξ’αποστάσεως στα σαλόνια μας και απαιτούν «να κάνουμε κάτι», άμεσα, στο λεπτό. Και πράγματι ένα τηλέφωνο, ένα γραπτό ή ηλεκρονικό μήνυμα αρκούν πλέον για να καταβάλλει ο καθένας τον οβολό του και να επιστρέψει στις συνήθεις ασχολίες του, κατά κανόνα στο τηλεοπτικό ζάπινγκ ή το σερφάρισμα στην οθόνη του υπολογιστή του. Να επιστρέψει αλλά με μια πιο ήσυχη συνείδηση, έως ότου μια επόμενη εικόνα αυτού του είδους ανακινήσει την «ανθρωπιστική» του ευαισθησία και τον οδηγήσει στην επνάληψη αυτής της κίνησης.

Αυτός είναι λοιπόν ο «ανθρωπισμός» που κυριαρχεί σήμερα: η εξ’αποστάσεως αντίδραση σε μια εικόνα ανθρώπινης οδύνης και δυστυχίας, αντίδραση στιγμιαία όσο και εφήμερη, που απλά επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση της κατάστασης που έχει οδηγήσει σε αυτήν την «ακραία» κατάληξη. Κάποτε το λέγαμε «φιλανθρωπία» και ήταν μια από τις βασικές λειτουργίες των διάφορων Εκκλησιών. Σήμερα, σε έναν διεθνοποιημένο κόσμο, την λειτουργία αυτή την έχει αναλάβει σε μεγάλο βαθμό η βιομηχανία τωνΜΚΟ, που υποκαθιστά τα καταρρέοντα κράτη αυτού που κάποτε λέγαμε «Τρίτο Κόσμο» και αποτελεί οργανικό πλέον κομμάτι της πλανητικής κυριαρχίας της Δύσης.

Ας εξετάσουμε όμως πιο κοντά σε ποιές υποκειμενικές κατηγορίες ανταποκρίνεται αυτός ο «ανθρωπισμός». Από τη μια έχουμε το ανήμπορο θύμα. Που μας εγκαλεί με το βλέμμα του και δημιουργεί συγκίνηση και αίσθημα «συμ-πάθειας», πάντα από απόσταση βέβαια. Ως θύμα μιας περίπου φυσικής καταστροφής – αυτές οι εικόνες αφορούν εξ’αλλου αδιακρίτους πολέμους, σεισμούς, επιδημίες ή απλώς ανέχεια – αδυνατεί να δράσει ως υποκείμενο, απλά εμφανίζεται ως δέκτης μιας βοήθεια, που την παρέχει ο φιλεύσπλαχνος πολίτης και αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ο «ειδικός» της «ανθρωπιστικής βοήθειας». Οπως οι κλασικοί θεωρητικοί του φιλελευθερισμού, ο Τζον Λοκ και ο Ανταμ Σμιθ, είχαν τονίσει εδώ και κάποιους αιώνες, αυτού του είδους ο «ανθρωπισμός» αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα μιας κοινωνικής συνθήκης που βασίζεται στους απρόσωπους μηχανισμούς της «ελεύθερης αγοράς». Η σημερινή άνθιση των ΜΚΟ δεν αποτελεί παρά την άλλη όψη της παντοδυναμίας του νεοφιλελευθερισμού, με μια γερή δόση εργαλειακής χρήσης που στοχεύει στην εξυπηρέτηση των γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων των ισχυρών του πλανήτη.

Δεν είναι λοιπόν διόλου ουδέτερος ο χαρακτηρισμός μιας κατάστασης κοινωνικής κρίσης και καταστροφής ως «ανθρωπιστικής» για τον πολύ απλό λόγο ότι αυτός ο όρος αποκρύπτει τα κοινωνικά και πολιτικά αίτια αυτής της κατάστασης και στρέφει την προσοχή στην επιφάνεια, στις συνέπειες αυτών των αιτιών. Η επίκληση του συναισθήματος και του αυτονόητου «ανθρωπιστικού» αντανακλαστικού λειτουργεί ως ένας ισχυρός μηχανισμός αποπολιτικοποίησης του προβλήματος και εγκλωβισμού των εμπλεκόμενων υποκειμένων στους προκαθορισμένους ρόλους του (παθητικού) θύματος και του εφήμερου (μικρο)ευεργέτη.

Γι αυτό και προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση η συστηματική χρήση αυτού του όρου από ένα κόμμα της Αριστεράς όταν προτείνει ένα πλαίσιο αντιμετώπισης της καταστροφής που έχουν προκαλέσει στη χώρα μας οι μνημονιακές πολιτικές. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μέτρα όπως η αποκατάσταση του ρεύματος σε νοικοκυριά, συσσίτια, και, πάνω απ’όλα ίσως, εξασφάλιση αξιοπρεπούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης είναι απόλυτα απαραίτητα και επείγοντα. Αυτό που προτείνεται εξ’αλλου είναι η ανάληψη του κόστους και της ευθύνης της υλοποίησής τους από την πολιτεία και όχι από κάποια ΜΚΟ. Γιατί να χαρακτηρίζονται όμως όλα αυτά «πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης»; Δεν δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο ο αναπόφευκτος συνειρμός ότι δέκτες τους είναι κάποιοι «άποροι», τα ανήμπορα θύματα της παρούσας κατάστασης και όχι συμπολίτες μας, «δικοί μας» άνθρωποι, υποκείμενα με όλη τη σημασία της λέξης που ένα αριστερό κόμμα στοιχεύει να εκπροσωπήσει και αντιμετωπίσει ως μια δύναμη κοινωνικής αλλαγής;

Αυτό σημαίνει ότι αυτά τα μέτρα, των οποίως ουδείς αμφισβητεί την αναγκαιότητα, πρέπει να κατανοηθούν ως μέρος ενός συνόλου που στοχεύει στην ενεργοποίηση της κοινωνίας και την κατάκτηση δικαιωμάτων στην προοπτική της ανατροπής του βάρβαρου καθεστώτος των Μνημονίων. Η διαρκής επίκληση του «ανθρωπιστικού» τους χαρακτήρα τα απομονώνει από αυτήν την ευρύτερη πολιτική στόχευση και τείνει να τα εμφανίσει ως ένα είδος αναγκαστικής παρέκκλισης από ένα πλαίσιο που δεν αμφισβητείται επί της ουσίας. Γι αυτό και ο χαρακτηρισμός τους ως «πρώτη δέσμη επείγοντων μέτρων για την αντιμετώπιση της μνημονιακής καταστροφής» να ήταν πιο δόκιμος. Και να αντιστοιχούσε στον πρακτικό και μαχητικό ανθρωπισμό που εμπνέει όσους πιστεύουν ότι η αλλαγή του κόσμου μπορεί να επέλθει μόνο δια μέσου της αυτενέργειας και της στράτευσης των ίδιων των υποκειμένων.

*Δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» την Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014.

Παγκόσμια οικονομία: Προς γενικευμένη αστάθεια

c9ed3-86432-lapavitsasτου Κώστα Λαπαβίτσα

Η πρόσφατη αναστάτωση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές κατέδειξε την εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης που βρέθηκε στο επίκεντρο της αναταραχής. Στο άρθρο αυτό αναλύεται σύντομα η πορεία της παγκόσμιας και εντοπίζονται οι πιθανές αιτίες της επόμενης κρίσης. Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα, που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα την προηγούμενη εβδομάδα, θα αναλυθούν σε νέο άρθρο τις επόμενες μέρες.
Που βαδίζει η παγκόσμια οικονομία;
Η παγκόσμια αναταραχή έχει τις ρίζες της στη δομική κρίση του 2007-9, η οποία αντιμετωπίστηκε με κρατική παρέμβαση, χωρίς όμως να επέλθει και οριστική επίλυση των προβλημάτων που τη γέννησαν.  Το κράτος παρενέβη κυρίως με άφθονη παροχή ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες – με πρώτη την αμερικανική Φεντ – αλλά και με ενέσεις κεφαλαίου στο τραπεζικό σύστημα. Προς το τέλος του 2009 οι αγορές είχαν σταθεροποιηθεί, αλλά κίνδυνος παρέμενε τόσο έντονος ώστε η αμερικανική κυβέρνηση –  στην οποία φυσιολογικά έπεσε ο κλήρος να κρατήσει την παγκόσμια οικονομία όρθια – αναγκάστηκε να συνεχίσει την παροχή ρευστότητας σε τεράστιες ποσότητες, κρατώντας παράλληλα τα δημόσια επιτόκια συνεχώς κοντά στο 0%.
Το Μάιο του 2013 η Φεντ έκανε την πρώτη δειλή ανακοίνωση ότι σταδιακά θα περιορίσει τη ρευστότητα και άρα κάποια στιγμή τα επιτόκια θα αρχίσουν να κινούνται ανοδικά. Στους δεκαοκτώ μήνες που πέρασαν από τότε αυξήθηκε βαθμιαία η ένταση στις αγορές, αλλά παράλληλα συνεχίστηκε η κερδοσκοπική αξιοποίηση της φθηνής ρευστότητας. Φάνηκε δηλαδή για μια ακόμη φορά πόσο βαθιά είναι η παθογένεια και το αδιέξοδο του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού της εποχής μας. Η αναταραχή της προηγούμενης εβδομάδας έδωσε τα πρώτα σημάδια της επόμενης κρίσης που πιθανόν να αντιμετωπίσει η παγκόσμια οικονομία, η οποία έχει δύο βασικές αιτίες.
Η πρώτη είναι ότι στα πέντε χρόνια από το 2009 και μετά η καρδιά της παγκόσμιας οικονομίας – ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία – δεν έχει δείξει απολύτως κανέναν αναπτυξιακό δυναμισμό. Η κερδοφορία του κεφαλαίου ανέκαμψε, καθώς οι πραγματικοί μισθοί δέχτηκαν εντονότατες πιέσεις προς τα κάτω, αλλά ο πυρήνας του ώριμου καπιταλισμού παρέμεινε ουσιαστικά σε στασιμότητα. Ακόμη και οι πλέον βαρύγδουποι εκφραστές της επίσημης οικονομικής σκέψης στις ΗΠΑ άρχισαν να μιλούν για μια ‘νέα κανονικότητα’ που θα είναι η έλλειψη ανάπτυξης. Τα αποτελέσματά της θα είναι φυσικά η αδυναμία της απασχόλησης, τα χαμηλά εισοδήματα, η συνεχιζόμενη φθορά των βασικών υποδομών, η περαιτέρω υποχώρηση του κράτους πρόνοιας και η διευρυνόμενη ανισότητα. Η ροπή προς τη στασιμότητα βρίσκεται πίσω και από την τάση αποπληθωρισμού – που παίρνει ήδη τη μορφή πτώσης των τιμών – εξέλιξη που έχει ιστορικά αποδειχθεί καταστρεπτική για την καπιταλιστική οικονομία. Αν προσθέσουμε και τον πολιτικό αυταρχισμό που γίνεται ολοένα και εντονότερος, η εικόνα η οποία αναδύεται είναι τρομακτική.
Η μόνη πηγή δυναμισμού στην παγκόσμια οικονομία κατά το διάστημα αυτό ήταν οι αναπτυσσόμενες χώρες και κυρίως η Κίνα, όπου η ανάπτυξη συνέχισε να σημειώνει υψηλούς ρυθμούς. Η Κίνα λειτούργησε και ως μεγάλη αγορά για τα προϊόντα μιας σειράς αναπτυσσομένων χωρών, όπως η Βραζιλία και χώρες της Αφρικής. Όμως, η υποχώρηση του κινεζικού ρυθμού ανάπτυξης από το 10,5% το 2010 στο 7,5% το 2014 και ίσως στο 7% του 2015 σηματοδοτεί μια μεγάλη αλλαγή: οι ρυθμοί ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες χώρες υποχώρησαν έντονα το 2013-14 και αν το επόμενο διάστημα παρουσιάσουν στασιμότητα και οι αναπτυσσόμενες χώρες,  τότε η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να οδηγείται σε ένα τέλμα χωρίς προηγούμενο.
Η δεύτερη αιτία είναι ότι τα πέντε χρόνια από το 2009 και μετά η χρηματιστικοποίηση συνεχίστηκε και εντάθηκε απορροφώντας πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Ο κυριότερος μοχλός χρηματιστικοποίησης ήταν η παροχή άφθονης κρατικής ρευστότητας, η οποία ξεπέρασε τα $7τρις σε ολόκληρο τον κόσμο υπό την καθοδήγηση της Φεντ, της οποίας ο ισολογισμός έφτασε αισίως τα $4,5τρις. Στην ουσία οι κεντρικές τράπεζες απορρόφησαν τις διατραπεζικές αγορές και αφαίρεσαν το παραδοσιακό περιεχόμενο από τις εμπορικές διατραπεζικές πράξεις ρευστότητας. Για τις τράπεζες και τις υπόλοιπες χρηματοπιστωτικές εταιρείες η πηγή ρευστότητας έγινε μία, αστείρευτη και πάμφθηνη: η κεντρική τράπεζα βασισμένη στη δημόσια πίστη.
Το αποτέλεσμα ήταν, αφ’ ενός, να συσσωρευτούν τεράστια ποσά ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που δεν κατέληγαν στην πραγματική οικονομία, η οποία δεν έδειχνε κανέναν δυναμισμό. Τα ποσά αυτά, αφ’ ετέρου, ενίσχυσαν την αφανή πλευρά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τις λεγόμενες ‘σκιώδεις’ τράπεζες που είναι ισχυρότατες στις ΗΠΑ, αλλά και πλήθος από χετζ φαντς και άλλους ‘επενδυτές’ τέτοιου τύπου. Το φθηνό κρατικό χρήμα και τα χαμηλά επιτόκια ώθησαν τον συρφετό αυτόν σε αναζήτηση υψηλών αποδόσεων παγκοσμίως, με ιδιαίτερη έμφαση στις αναπτυσσόμενες χώρες που φαίνονταν να έχουν κάποιον δυναμισμό. Η εισροή κεφαλαίων επέτεινε τη χρηματιστικοποίηση των αναπτυσσομένων χωρών δημιουργώντας φαινόμενα υπερεπέκτασης του δανεισμού σε πολλές απ’ αυτές. Η πρόσφατη Μελέτη της Γενεύης για το 2014 δείχνει ότι το συνολικό παγκόσμιο χρέος των μη-χρηματοπιστωτικών εταιρειών διογκώθηκε από περίπου 195% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2009 σε περίπου 215% το 2013.
Ο συνδυασμός προϊούσας στασιμότητας και διευρυνόμενου χρέους είναι δυνάμει εκρηκτικός και αποτελεί την κύρια πηγή κρίσης για την παγκόσμια οικονομία.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη η εμφάνιση τάσεων ανταγωνισμού στις διεθνείς ισοτιμίες. Τα χρόνια μετά την κρίση οι κεντρικές ισοτιμίες της παγκόσμιας αγοράς παρέμειναν σχετικά σταθερές, πράγμα που συνέβαλλε στη σταθεροποίηση του συστήματος συνολικότερα. Από το 2013 όμως το ιαπωνικό γεν υποχωρεί συστηματικά, δεδομένου ότι η κυβέρνηση Άμπε έχει διακηρυγμένη πολιτική ανόδου το πληθωρισμού σε μια προσπάθεια τόνωσης της εγχώριας ζήτησης. Το ευρώ επίσης παρουσιάζει τάσεις υποχώρησης εδώ και μήνες καθώς υπάρχει η προσδοκία από πλευράς χρηματοπιστωτικών αγορών ότι η ΕΚΤ θα υιοθετήσει νομισματική χαλάρωση. Κανείς δε γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί με το κινεζικό γουάν το επόμενο διάστημα καθώς η χρήση του γίνεται ολοένα και ευρύτερη. Αν υπάρξει περίοδος πολέμου στις ισοτιμίες τα πράγματα θα γίνουν εξαιρετικά δύσκολα για μια παγκόσμια οικονομία που δεν έχει δυναμισμό.
Δεν είναι καθόλου περίεργο λοιπόν που οι συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές σταδιακά έχουν γίνει εξαιρετικά τεταμένες, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η διακηρυγμένη απόφαση της Φεντ να περιορίσει τη δημόσια ρευστότητα. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς θα αποκαλυφθεί εάν και όταν οι δραστηριότητες των ‘σκιωδών’ επενδυτών έρθουν στο φως. Παράλληλα, είναι βέβαιο ότι οι διατραπεζικές αγορές έχουν χάσει μεγάλο μέρος της ικανότητάς τους να γενούν ρευστότητα, αφού τόσον καιρό στηρίζονται στην κρατική. Στο κλίμα αυτό ήταν αρκετές ορισμένες προβληματικές ειδήσεις για την πορεία των μεγεθών της παγκόσμιας οικονομίας για να γενικευτεί η αστάθεια την προηγούμενη εβδομάδα, να επέλθει ραγδαία υποχώρηση των χρηματιστηρίων, να εκτοξευτεί η ‘μεταβλητότητα’ των αποδόσεων και να εξαπλωθεί φόβος.
Η επίμονη κρίση της Ευρωζώνης
Την πρωτοκαθεδρία στην αστάθεια είχε φυσικά η Ευρωζώνη, η οποία πλήττεται από την αποτυχίας της νομισματικής ένωσης. Η κρίση της ΟΝΕ το 2010-12 αντιμετωπίστηκε μεταφέροντας το κόστος εξ ολοκλήρου στην περιφέρεια, επιβάλλοντας σκληρή λιτότητα και μειώνοντας το εργατικό κόστος. Τα δημοσιονομικά της περιφέρειας σταθεροποιήθηκαν με τεράστιο κόστος, καθώς η λιτότητα προκάλεσε βαθύτατη ύφεση και χειροτέρεψε το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ. Παράλληλα, κάτω από γερμανική πίεση, η ΟΝΕ έγινε ακόμη πιο σκληρή στα θέματα της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ απορρίφθηκε χωρίς συζήτηση η προοπτική ‘αμοιβαιοποίησης’ του δημόσιου χρέους. Η νομισματική ένωση έχει εξελιχθεί σε μια μέγγενη που φέρνει ασφυξία σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Το τραγικό ήταν ότι η καταστροφή της περιφέρειας δεν έφερε τη λύση, παρά τα όσα φαντάζονταν τα σοφά μυαλά των Βρυξελλών και του Βερολίνου, γιατί η δομική δυσλειτουργία της Ευρωζώνης δεν προήλθε από τα προβληματικά δημόσια οικονομικά της περιφέρειας, αλλά από τη δεκαπενταετή καθήλωση των ονομαστικών μισθών στη Γερμανία.  Οι καθηλωμένοι μισθοί έδωσαν ένα τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο γερμανικό κεφάλαιο μέσα στην Ευρωζώνη, εφόσον δεν υπήρχε η δυνατότητα υποτίμησης για τους κύριους εμπορικούς εταίρους της Γερμανίας. Η Γερμανία σημείωσε ένα τεράστιο άλμα στο λόγο των εξαγωγών προς το ΑΕΠ: το 2013 έφτασε το 51%, ενώ της Κίνας ήταν μόλις 26%. Την ίδια χρονιά το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών ήταν $274δις – το μεγαλύτερο στον κόσμο – ενώ της Κίνας ήταν $183δις.
Ταυτόχρονα, η οικονομία της Γερμανίας είναι επισφαλής ακριβώς διότι η εμπορική της κυριαρχία στηρίζεται σε χαμηλούς μισθούς και όχι στις επενδύσεις, ή στην άνοδο της παραγωγικότητας. Η εγχώρια ζήτηση παραμένει εξαιρετικά ασθενής και η μόνη πηγή ανάπτυξης είναι οι εξαγωγές, για τις οποίες δεν υπάρχει φυσικά καμία βεβαιότητα. Κυριαρχώντας στην Ευρωζώνη, η Γερμανία έχει μεταβληθεί σε νεομερκαντιλιστικό φρούριο που απορροφά ζήτηση από ολόκληρο τον κόσμο, καθώς η παγκόσμια οικονομία οδεύει προς τη στασιμότητα. Πραγματικά πρόκειται για μια πολιτική που οδηγεί στη χρεοκοπία του γείτονα, αφού πρώτα φέρει φτώχεια στον εγχώριο πληθυσμό.
Το γερμανικό εξαγωγικό κεφάλαιο και οι γερμανικές τράπεζες δεν έχουν φυσικά κανένα κίνητρο να αλλάξουν την πολιτική αυτή. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η γερμανική πολιτική δημιουργεί τεράστια προβλήματα στη Γαλλία και την Ιταλία, οικονομίες που πλέον έχουν μεγάλο ανταγωνιστικό έλλειμμα και πνίγονται μέσα στην Ευρωζώνη. Ταυτόχρονα η γερμανική οικονομία οδεύει προς την ύφεση το 2014-15, καθώς η εγχώρια ζήτηση είναι πολύ αδύναμη. Εν ολίγοις, η κρίση της Ευρωζώνης έχει μετατραπεί σε σιγανή φωτιά που πλέον κατατρώει τις χώρες του πυρήνα.
Αξίζει να τονιστεί ότι, όσοι νομίζουν πως η λύση για την Ευρωζώνη μπορεί να βρεθεί με γαλλικό ή ιταλικό ‘αντάρτικο’ κατά της λιτότητας,  καθώς για παράδειγμα η Γαλλία αρνήθηκε να φέρει το έλλειμμα της στο 3% του ΑΕΠ το 2015, αλλά θα πάρει μέχρι το 2017, απλώς δεν έχουν κατανοήσει τη φύση του προβλήματος. Λύση θα επέλθει μόνο αν η ίδια η Γερμανία αλλάξει πολιτική μισθών και δημοσιονομικής ισορροπίας απαλείφοντας έτσι το δομικό κενό ανταγωνιστικότητας μέσα στην ΟΝΕ. Είναι προφανές ότι αυτό θα συμβεί μόνο μετά από βαθιά κοινωνική αλλαγή στη Γερμανία. Για την ώρα δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι είναι εφικτή.
Στο πλαίσιο αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που η διάχυτη ένταση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές εκδηλώθηκε με έντονη δυσπιστία προς την Ευρωζώνη. Ειδικά την προηγούμενη εβδομάδα η μεταβλητότητα των ισπανικών και ιταλικών αποδόσεων στα ομόλογα εκτοξεύτηκε και οι τιμές μετοχών σημείωσαν κάθετη πτώση. Ταυτόχρονα σημειώθηκε στροφή των χρηματοπιστωτικών αγορών προς τα γερμανικά ομόλογα (αλλά και τα γαλλικά για τα οποία υπάρχει η αίσθηση ότι θα συνεχίσουν να αποπληρώνονται κανονικά) ως καταφύγιο ασφαλείας. Δεν υπήρξε βέβαια επιστροφή στις μέρες του 2010-12,  αλλά έγινε φανερό ότι η Ευρωζώνη παραμένει η κύρια περιοχή αστάθειας στην παγκόσμια οικονομία. Την τιμητική της είχε και πάλι η Ελλάδα.
Δύσκολες επιλογές
Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων κατέδειξαν με ενάργεια το πνιγηρό αδιέξοδο που πλέον αντιμετωπίζει ο χρηματιστικοποιημένος καπιταλισμός της εποχής μας. Είναι απαραίτητο να ειπωθεί ότι αυτό που συνέβη ήταν απλώς ένας σπασμός που αποκάλυψε τη φύση της παγκόσμιας αστάθειας. Ακόμη και η άνοδος των ελληνικών επιτοκίων, τα οποία έφτασαν το 9%, δεν είχε καμία σχέση με το 2010-12, όταν τα επιτόκια ξεπερνούσαν το 30%. Η κατάσταση πιθανώς θα σταθεροποιηθεί το αμέσως επόμενο διάστημα, κυρίως γιατί οι κεντρικές τράπεζες θα δράσουν καθησυχαστικά όσον αφορά τις επικείμενες αυξήσεις των επιτοκίων. Αλλά οι οιωνοί είναι σαφείς: οι πιέσεις εντός της παγκόσμιας οικονομίας πλησιάζουν το σημείο έκρηξης, η προοπτική χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι πραγματική και η Ευρωζώνη κινδυνεύει να βρεθεί στο επίκεντρό της.
Στο πλαίσιο αυτό τα περιθώρια παρέμβασης του αμερικανικού δημοσίου  είναι πλέον πολύ περιορισμένα. Η νομισματική πολιτική έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της καθώς ο ισολογισμός της Φεντ έχει ήδη γιγαντωθεί, ενώ τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια για πέντε χρόνια δεν κατάφεραν να οδηγήσουν σε επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Σε περίπτωση κρίσης είναι πιθανό ότι θα τεθεί ευθέως θέμα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και γενικευμένης κρατικής παρέμβασης στις υποδομές και στην παραγωγή. Είναι επίσης πιθανό ότι θα τεθεί ξανά θέμα δομικού ελέγχου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τέτοιες δράσεις θα φέρουν αναπόφευκτα μεγάλες κοινωνικές εντάσεις θέτοντας σε αμφισβήτηση την πορεία της χρηματιστικοποίησης και άρα η υιοθέτησή τους δεν θα είναι καθόλου απλή υπόθεση.
Στην Ευρώπη τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Από τεχνικής πλευράς, τα περιθώρια παρέμβασης της ΕΚΤ είναι τεράστια κυρίως γιατί ο κ. Ντράγκι, παρά τα όσα πιστεύονται, έχει σημαντικά περιορίσει την παροχή ρευστότητας από το 2012 και μετά, όπως μπορούν να πιστοποιήσουν και οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες δανείζονται όλο και λιγότερη ρευστότητα από το Ευρωσύστημα. Η σταθεροποίηση που επέφερε ο κ. Ντράγκι με το περίφημο ‘θα κάνω ό, τι χρειαστεί’ του 2012 οφειλόταν καθαρά στην απειλή που εμπεριείχε για τους κερδοσκόπους. Η ΕΚΤ μπορεί δυνάμει να αγοράσει πολύ μεγάλες ποσότητες ομολόγων, αλλά η δράση της περιορίζεται από το καταστατικό της, το οποίο και αντανακλά τη βασική λογική της ΟΝΕ.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν παρέμβει μαζικά στις δευτερογενείς αγορές ο κ. Ντράγκι, όπως δεσμεύτηκε ότι κάνει μετά το 2012, αν και δεν υπάρχει ξεκάθαρη νομική βάση για τέτοια παρέμβαση, θα πρέπει να ‘αποστειρώσει’ τις αγορές του απορροφώντας άλλα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών. Η προοπτική δε ότι θα παρέμβει εκτενώς στις πρωτογενείς αγορές σε μια προσπάθεια δημιουργίας ρευστότητας (‘ποσοτικής χαλάρωσης’) αντίστοιχης της Φεντ ελάχιστα πείθει δεδομένης της απόλυτα αρνητικής στάσης της Γερμανίας. Αλλά και αυτό αν γίνει, το θεμελιώδες πρόβλημα της ΟΝΕ δεν θα έχει λυθεί, όπως ήδη αναλύθηκε παραπάνω.
Αξίζει να τονιστεί ότι όσοι (κυρίως στην Αριστερά, αλλά και στο Κέντρο και στη Δεξιά) νομίζουν ότι είναι απλώς θέμα χρόνου να γίνει αντιληπτή η ‘αδήριτη ανάγκη’ της νομισματικής επέκτασης από πλευράς ΕΚΤ και της χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής δεν εκτιμούν ορθά τη φύση της ΟΝΕ. Η υποτιθέμενη ‘ανάγκη’ μπορεί να είναι μεγάλη, αλλά ακόμη μεγαλύτεροι είναι οι περιορισμοί που θέτει η ΟΝΕ απαγορεύοντας την ανάληψη του χρέους μιας χώρας από άλλη. Το ευρώ δεν είναι ένας απλός μανδύας πάνω στο σώμα της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως πολλοί αρέσκονται να πιστεύουν, αλλά ένας πραγματικός περιορισμός για τα κράτη-μέλη. Η δε ΟΝΕ είναι μια διακρατική συμφωνία 17 ανεξάρτητων κρατών και όχι ένα βήμα προς το σχηματισμό ενιαίου ‘ευρωπαϊκού’ κράτους. Είναι πιθανότερο η ΟΝΕ να διαρραγεί παρά να υπάρξει γενικευμένη νομισματική και δημοσιονομική χαλάρωση που θα επέβαλλε στη Γερμανία το κόστος των αποφάσεων άλλων χωρών.
Τις συνέπειες για τη χώρα που μας ενδιαφέρει άμεσα, την Ελλάδα, η οποία μάλιστα φαίνεται να οδεύει προς μεγάλη πολιτική αλλαγή, θα τις εξετάσουμε τις επόμενες μέρες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και το «παράδοξο της σήραγγας» του Piketty

 

1186774_10203104922170071_574678204_nτου Βαγγέλη Πιλάλη*

Ένας τολμηρός, σοσιαλδημοκράτης Γάλλος οικονομολόγος και ερευνητής ο Thomas Piketty έχει χρησιμοποιήσει με μεταφορικό τρόπο το φαινόμενο του παραδόξου της σήραγγας (tunell effect) για να εξηγήσει τις φρούδες ελπίδες και προσδοκίες που συνήθως αναπτύσσουν οι εισοδηματικά αδύναμοι ότι κάποια στιγμή θα αποκτήσουν πλούτη και εισοδήματα όπως οι εισοδηματικά ισχυροί.

Ειδικότερα, όταν οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι μέσα στο αυτοκίνητό τους σε ένα μεγάλο τούνελ λόγω ενός μποτιλιαρίσματος, διαπιστώνοντας ότι η διπλανή τους λωρίδα κυκλοφορίας αρχίζει σιγά – σιγά να κινείται, νιώθουν αρχικά ένα αίσθημα ευφορίας να τους κυριεύει – προσδοκώντας πως και η κίνηση στη δική τους λωρίδα θα αποκατασταθεί με την σειρά της , οδηγώντας τους στην έξοδο από την σκοτεινή σήραγγα.

Όταν όμως μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, διαπιστώνουν ότι, μόνο η διπλανή τους λωρίδα κινείται, ενώ η δική τους παραμένει μποτιλιαρισμένη, η ευχάριστη προσδοκία μετατρέπεται σε απογοήτευση – η οποία με την σειρά της δημιουργεί το αίσθημα της εξαπάτησης, με αποτέλεσμα η απογοήτευση να μετατρέπεται σε ένα συνεχώς κλιμακούμενο θυμό και σε ένα αίσθημα αέναου εγκλωβισμού.

Το «παράδοξο της σήραγγας» του Pinetty μπορεί μεταφορικά και κατ’ αναλογία να μεταφερθεί και στην βασική πολιτική στόχευση του ΣΥΡΙΖΑ να «υπερεπενδύσει» στην αντιμετώπιση  του προβλήματος του δημόσιου χρέους (δια του κουρέματος) και του τερματισμού των υφεσιακών πολιτικών (δια του κανόνα της εξαίρεσης-χαλάρωσης) μέσα από τη σκληρή διαπραγμάτευση των «Νοτίων»  και τις πιθανές «λύσεις» που θα δοθούν, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Με δεδομένο όμως ότι οι Κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού Νότου είναι κυριολεκτικά βουτηγμένες μέσα στο κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο άσκησης πολιτικής και το μόνο που θέλουν είναι να κερδίσουν πολιτικό και οικονομικό χρόνο και με δεδομένο ότι τα βασικά οικονομικά μεγέθη και οι παραγωγικές ικανότητες αυτών των κρατών υπερτερούν κατά πολύ του Ελληνικού κράτους, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα μια Κυβέρνηση της Αριστεράς να είναι ο μικρός φασαριόζος της μποτιλιαρισμένης σήραγγας με το αμάξι του μικρού κυβισμού, την ισχυρή σειρήνα και τους έντονους προβολείς. Τον  αρχικό ενθουσιασμό για το ότι και στις άλλες λωρίδες υπάρχει κινητικότητα και «πιέσεις» (ΔΝΤ, Ολάντ,Ντράγκι, Ρέντσι), διαδέχεται ένας άκαιρος κοσμοπολίτικος βολονταρισμός που αναζητά κεντρικό ρόλο στην σύγκρουση για την αναμόρφωση του Ευρωπαϊκού πλαισίου σε φεντεραλιστική και μετακεϋνσιανή κατεύθυνση. Στο τέλος όμως οι νεοφιλελεύθερες μινιμαλιστικές τεχνοκρατικές «λύσεις» που θα υιοθετηθούν στα πλαίσια ενός νέου προσωρινού συμβιβασμού της ΖτΕ δεν θα αφήνουν τα ίδια περιθώρια σε όλους αφού οι διπλανές λωρίδες θα αρχίζουν  να μετακινούνται (Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία) και η λωρίδα του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ και της Ελλάδας  θα έχει κολλήσει μέσα στην σκοτεινή σήραγγα της οικονομικής στασιμότητας, της απομόχλευσης και της διαρκούς επιτήρησης.

Η απογοήτευση, ο θυμός, το αίσθημα εγκλωβισμού θα κυριαρχήσουν στο ελληνικό λαό σε μια τέτοια περίπτωση.

Επειδή λοιπόν η επιθετική νομισματική χαλάρωση, η αποδιαμεσολαβημένη και άφθονη παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, η στοχευμένη εξαίρεση από τους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες και η σταδιακή ανακοπή ή η επιβράδυνση της χρηματοπιστωτικής ηγεμονίας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο είναι ακόμα πολύ μακριά ενώ αντίθετα η δυναμική είσοδος του ΣΥΡΙΖΑ στο κέντρο της ελληνικής πολιτικής εξουσίας είναι εντελώς κοντά, αν όχι δίπλα μας, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να είναι έτοιμος να θέσει σε πλήρη εφαρμογή το plan b (εθνοκεντρική προσέγγιση εντός ΖτΕ) και plan c (εθνοκεντρική προσέγγιση εκτός ΖτΕ με η χωρίς συναίνεση εταίρων-δανειστών) που έχει ήδη επεξεργαστεί αλλά δεν έχει έως τώρα -για λόγους διαπραγματευτικής τακτικής- εξαγγείλει.

Ήρθε η ώρα στην δημόσια πολιτική τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ να υποστείλουμε κάποιες υπερτιμημένες πλευρές ενός ολίγον αφελούς, κοσμοπολίτικου, βολονταρίστικου ψευτοδιεθνισμού και να αναδείξουμε κάποιες άλλες ενός επινοητικού και καλώς εννοούμενου διαπραγματευτικού, πολυμερούς εθνοκεντρισμού. Η διαπραγμάτευση προφανώς θα έχει και διεθνή χαρακτηριστικά αλλά σε τελική ανάλυση θα έχει εθνικό χαρακτήρα τόσο με την έννοια των πολυμερών όσο και των διμερών διαπραγματεύσεων.

Πρέπει στον δημόσιο λόγο μας να γίνουν εμφανή και επαρκώς κατανοητά τα ζητήματα των πολλαπλών – εναλλακτικών προτάσεών μας για την διαχείριση του δημόσιου χρέους, της αυξημένης μας απαίτησης για επιθετική διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ιδιωτικού χρέους, της άμεσης απόκτησης των βασικών εργαλείων ανάπτυξης και ρευστότητας.

Ως γνωστόν στις καλά φτιαγμένες σήραγγες υπάρχουν πολλοί έξοδοι κινδύνου που σε βγάζουν σε λίγα λεπτά στον καθαρό αέρα.  Τα ζητήματα σε αυτήν την περίπτωση είναι δύο. Πρώτον να εκτιμήσεις σωστά αν η σήραγγα είναι έτοιμη να γκρεμιστεί είτε για λόγους παραδειγματισμού είτε για λόγους κατασκευαστικού λάθους και μη επαρκούς στατικότητας. Δεύτερον αν επιλέξεις να φύγεις -για οποιαδήποτε λόγο- να επιλέξεις την πιο κοντινή – πρόσφορη έξοδο για να προλάβεις.  

 

*Μέλος Κεντρικής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ

 

ΥΓ : Η τελευταία παράγραφος απευθύνεται κυρίως σε πολιτικούς μηχανικούς και όχι σε οικονομολόγους μιας και ξέρουν καλύτερα από δομικά έργα, εδαφομηχανική και σχεδιαστικά λάθη.

Οι δεσμεύσεις στη ΔΕΘ και η προοπτική της «Κυβέρνησης της Αριστεράς»

186344_100001652700869_6081847_nτου Γιώργου Σαπουνά

Σφοδρή επίθεση κατά του ΣΥΡΙΖΑ και του προέδρου του Α. Τσίπρα εξαπέλυσε η κυβέρνηση Σαμαρά, για άλλη μια φορά, με αφορμή τα μέτρα που εξάγγειλε στην Θεσσαλονίκη. Κυβερνητικά στελέχη και δημοσιογραφικά «παπαγαλάκια» έχουν κυριολεκτικά «λυσσάξει» και κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ σε όλους τους τόνους για παροχολογία που «δεν βγαίνει» οικονομικά.

Ο πανικός της κυβέρνησης δεν κρύβεται. Φοβούνται – εύλογα – πως με τις εξαγγελίες και τις δεσμεύσεις για την ενίσχυση της θέσης της εργασίας και τα μέτρα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης θα επανεκκινήσει η κοινωνική δυναμική που θα εκφραστεί όχι μόνο δημοσκοπικά υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ενδεχομένως ενεργητικά και κινηματικά, την ώρα που στο άμεσο επόμενο διάστημα έρχονται νέες προκλήσεις όπως η απελευθέρωση της προστασίας της πρώτης κατοικίας από τους πλειστηριασμούς.

Δεσμεύσεις προς εργατικά και λαϊκά στρώματα

Τα στοιχεία του εργατικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, που πλέον αποτελούν δημόσια και σαφή δέσμευση, όπως η επαναφορά του βασικού μισθού και της σύνταξης, η αύξηση και η επέκταση του επιδόματος ανεργίας, το αφορολόγητο των 12.000, η δωρεάν ιατρική περίθαλψη για όλους/ες, τα άμεσα μέτρα για την ανθρωπιστική κρίση και κυρίως η επαναφορά των ρυθμίσεων και των νόμων υπέρ της εργασίας – προϊόν αγώνων δεκαετιών και συμπύκνωση του ταξικού συσχετισμού – αναδεικνύουν το ταξικό πρόσημο θέτοντας επί τάπητος την προοπτική της αναγκαίας συγκρουσιακής κατεύθυνσης με τα συμφέροντα της ντόπιας οικονομικής ελίτ, της κυβέρνησης της Αριστεράς.

Αυτά ακριβώς τα στοιχεία των εξαγγελιών δίνουν τη δυνατότητα να αναζωπυρωθεί η διεκδικητική διάθεση των εργαζόμενων, των ανέργων, της νεολαίας και γενικότερα των πιο χτυπημένων από την ταξική λιτότητα κοινωνικών τμημάτων, που μπορούν να αποτελέσουν τον δυνατό και αποφασιστικό κορμό της δύναμης μιας κυβέρνησης της Αριστεράς στον δρόμο προς μια μεγάλη και ιστορική ανατροπή. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία, αλλά κυρίως οι αναγκαίες πολιτικές και προγραμματικές συνεπαγωγές τους καθιστούν τους εκφραστές και τα μέσα του συστήματος από επιφυλακτικά έως επιθετικά εχθρικά προς την προοπτική κυβέρνησης της Αριστεράς.

tsipras-velidio-2

Οι δυνάμεις του ντόπιου αστισμού πρωτίστως μα και του ευρωπαϊκού και διεθνούς, γνωρίζουν πολύ καλά πως αυτές οι επιλογές δεν είναι παρά μόνο η «κορυφή του παγόβουνου» που άρρηκτα συνδέονται με μια σειρά άλλα μέτρα που συγκροτούν το εργατικό / λαϊκό πρόγραμμα της ρήξης και της ανατροπής και αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής και στήριξης των ίδιων των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν στη ΔΕΘ, στο σημερινό περιβάλλον της κρίσης. Με άλλα λόγια, η συνεπής πολιτική επιλογή αλλαγής κατεύθυνσης, από ένα σημείο εκκίνησης, απαιτεί ρήξεις και τομές οι οποίες εντάσσονται σε μια δυναμική η οποία προκειμένου να αποκτήσει ευστάθεια, δεν μπορεί να παραμείνει στάσιμη – επί ποινή κατάρρευσης-, αλλά πρέπει να κινηθεί στα πλαίσια μιας μεταβατικής λογικής με μέτρα όπως αυτά που περιγράφονται στις αποφάσεις του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ. Μέτρα άμεσου περιορισμού της ισχύος του κεφαλαίου και της αδηφάγας κίνησής του ιδιαίτερα μέσα σε συνθήκες κρίσης, με την ενίσχυση της εργατικής και λαϊκής συμμετοχής και ελέγχου στην οικονομία και την κοινωνική οργάνωση μέσω ενός νέου και αποτελεσματικού σ’ αυτή την κατεύθυνση Δημοσίου, αλλά και με την υποστήριξη και ενθάρρυνση νέων θεσμών διεύρυνσης της δημοκρατίας προς τα κάτω. Μέτρα δραστικής αντιστροφής των προτεραιοτήτων στην φορολόγηση που θα στοχεύσει εκεί που βασιλεύει η ασυδοσία των καπιταλιστών, (πχ το εφοπλιστικό κεφάλαιο, offshore), ανεβάζοντας δραστικά τους πραγματικούς συντελεστές και καταργώντας τις ευνοϊκές νομικές ρυθμίσεις αλλά και τις πρακτικές φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής του μεγάλου κεφαλαίου. Σταματώντας τις ιδιωτικοποιήσεις, περιορίζοντας και ελέγχοντας την κίνηση των κεφαλαίων, εθνικοποιώντας και κοινωνικοποιώντας το τραπεζικό σύστημα αλλά και στρατηγικούς τομείς της παραγωγής και της οικονομίας με κοινωνικό και εργατικό έλεγχο. Προχωρώντας τολμηρά και αποφασιστικά στην ρήξη με την καρδιά του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, πέρα από επί μέρους εκδοχές, σκληρότερες ή δήθεν πιο χαλαρές, μέσα από επιλογές ουσιαστικής αναδιανομής πλούτου και ισχύος προς τους «από κάτω».

Οι ταξικοί και πολιτικοί αντίπαλοι της «κυβέρνησης της Αριστεράς» (που δεν συμπεριλαμβάνει άλλες εκδοχές που τροποποιούν ριζικά τον χαρακτήρα της) γνωρίζουν πολύ καλά πως πέρα από ένα αναιμικό «δίχτυ προστασίας» για τους απολύτως εξαθλιωμένους κι αυτό με πολλά ερωτηματικά, τίποτε από τις δεσμεύσεις Τσίπρα προς τον κόσμο της εργασίας και την λαϊκή πλειοψηφία, κανένα επιμέρους μέτρο, δεν μπορεί να υλοποιηθεί έξω από το συνολικό πλαίσιο του εργατικού προγράμματος και χωρίς ουσιαστική ρήξη με τα συμφέροντά τους. Πολύ απλά γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μια κυβέρνηση της Αριστεράς προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του κοινωνικά πλειοψηφικού μπλοκ των «από κάτω» από το οποίο θα αντλήσει την πολιτική και κοινωνική ισχύ της! Γιατί για να βρεθούν τα λεφτά για τους πολλούς πρέπει να παρθούν απ’ τους λίγους. Αυτή η εξέλιξη της πολιτικής και ταξικής πάλης είναι που αποτελεί τον μεγαλύτερο φόβο των από πάνω και ταυτόχρονα την αναγκαία επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ, όρο ύπαρξης και ενεργού στήριξης μιας «Κυβέρνησης της Αριστεράς».

Σκληρή σύγκρουση και ρήξη

Μια τέτοια αντιμετώπιση στο εθνικό πεδίο δημιουργεί τους όρους για τη διαπραγμάτευση / σύγκρουση με την τρόικα και το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της ΕΕ/ΟΝΕ. Σ’ αυτή τη δύσκολη διαδικασία αντιπαράθεσης η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης της Αριστεράς και της εργατικής και λαϊκής συσπείρωσης στο πρόγραμμά της, αποτελεί τον κρίσιμο και ισχυρό παράγοντα. Πολύ περισσότερο που παρά τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αντιφάσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών αστικών κέντρων, εθνικών κυβερνήσεων και οικονομικών παραγόντων όπως είναι η ΕΚΤ, η εικόνα που έρχεται και πάλι από την Κύπρο με την σκληρή και ωμή παρέμβαση της τρόικας στο ζήτημα των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες συναινετικών λύσεων στην κατεύθυνση του εργατικού προγράμματος της κυβέρνησης της Αριστεράς. Στο «τέλος της ημέρας» τα ενδεχόμενα μονομερών ενεργειών για την απαλλαγή από τον ζυγό το χρέους – προϋπόθεση για την υλοποίηση του κυβερνητικού προγράμματος της κυβέρνησης της Αριστεράς – θα βρεθούν πάνω στο τραπέζι.

Είναι αναγκαίο ο κόσμος της εργασίας και η κοινωνική πλειοψηφία να γνωρίζει τις εκδοχές ώστε να προετοιμαστεί για να δώσει τις αναγκαίες μάχες και να συμβαδίσει με γνώση και συνείδηση στον δρόμο της ικανοποίησης των αιτημάτων και των αναγκών της. Είναι αναγκαίο να γνωρίζει πως απέναντι στην προοπτική «κυβέρνησης της Αριστεράς» ο αντίπαλος «παίκτης» δεν είναι μόνο ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος και ο θλιβερός και συνάμα εγκληματικός κυβερνητικός θίασος. Αυτοί είναι τα «πούλια». Αντίπαλος «παίκτης» είναι το ντόπιο αστικό σύστημα, με το κράτος που οικοδόμησε στο παρελθόν, καθώς και η νεοφιλελεύθερη συνισταμένη των αντιθέσεων του εγχώριου, ευρωπαϊκού και διεθνούς κεφαλαίου όπως εκφράζεται από τους μηχανισμούς και τις πολιτικές του εκπροσωπήσεις σε κυβερνητικό και ευρω- διευθυντικό επίπεδο, συνολικά. Σε συνθήκες, μάλιστα, ευρωπαϊκής και διεθνούς κρίσης που μετά από 6 χρόνια δεν φαίνεται να ξεπερνιέται αλλά αντίθετα παράγει διαρκώς νέα «επεισόδια» που εκδηλώνονται όχι μόνο στο στενά οικονομικό επίπεδο μα και ευρύτερα στο γεωπολιτικό.

Στο παρελθόν τέτοιες βαθιές κρίσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού έβρισκαν διέξοδο μέσα από διαδικασίες μαζικής καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων και κατά προτεραιότητα της ζωντανής εργασίας μέσα από το σφαγείο των παγκόσμιων πολέμων. Σήμερα πέρα από τις όποιες διαφορές στην διαχείριση της κρίσης εντός του ευρωατλαντικού στρατοπέδου, μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ/ΟΝΕ, η γενική κατεύθυνση είναι νεοφιλελεύθερη και οι αναδιαρθρώσεις του συστήματος σε βάρος της εργασίας βρίσκονται στο επίκεντρο. Ιδιαίτερα στα πλαίσια της ΕΕ/ΟΝΕ η κούρσα για την υποτίμηση της εργασίας έχει αναδείξει, ήδη πριν το ξέσπασμα της κρίσης, τη Γερμανία σε επικεφαλής στον καθορισμό της γραμμής της σκληρής λιτότητας. Πέρα από τα αδιέξοδα που το βάθος της κρίσης ανατροφοδοτεί διαρκώς και τις αντιπαραθέσεις που προκαλούν μεταξύ ευρωπαϊκών εθνικών αρχουσών τάξεων δεν υπάρχει καμιά κυβερνητική πολιτική δύναμη σήμερα στην Ευρώπη, από την Μέρκελ ως τον Ρέντσι, που να αμφισβητεί αυτή τη βασική νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση.

Ο μεγαλύτερος κοινός εχθρός όλων των ευρωπαϊκών (και όχι μόνο) αστικών μπλοκ και του συνόλου των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων είναι το εργατικό κίνημα και η Αριστερά. Η προοπτική κυβέρνησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε χώρα μέλος της ΟΝΕ αποτελεί απειλή ανατροπής της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής δια μέσου ενός νέου οικονομικού και κοινωνικού υποδείγματος με μεταβατικό χαρακτήρα και σοσιαλιστική προοπτική, με πανευρωπαϊκή ακροαματικότητα στους λαούς, στα κινήματα και στην Αριστερά. Ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο αυτό αυτομάτως εγγράφεται ως εχθρός του ευρωπαϊκού και ευρωατλαντικού καθεστώτος.

Αντιφάσεις

Ωστόσο εδώ αναδύονται μια σειρά από αντιφάσεις στις εξαγγελίες του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στην ΔΕΘ, στο μέρος της εκτίμησης – αφήγησης.

Πέρα από συγκεκριμένα ερωτήματα που προκύπτουν από την ομιλία και τη συνέντευξη Τύπου όπως π.χ. τι θα γίνει με τις δόσεις του ΔΝΤ ή τι θα γίνει με τα τοκοχρεωλύσια όσο χρόνο θα διαρκέσει η διαπραγμάτευση, προκύπτει ένα συνολικότερο και γενικό ερώτημα: Είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μια τόσο μεγάλη ανατροπή σε πανευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο με όρους διαταξικής συναίνεσης, σε κατεύθυνση ενίσχυσης της θέσης της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο μέσα στην – σε πλήρη εξέλιξη – καπιταλιστική κρίση; Νομίζουμε πως δεν υπάρχει κανένα περιθώριο ή σενάριο θετικής απάντησης. Πολύ περισσότερο που η οικονομική κρίση είναι άρρηκτα δεμένη με τις γεωπολιτικές επιλογές και εξελίξεις. Αν υπάρχει η ελάχιστη πιθανότητα μιας χαλάρωσης της «γερμανικής» νεοφιλελεύθερης εκδοχής αυτή αναμφισβήτητα δεν θα έχει καμιά σχέση με την βελτίωση των συνθηκών της ζωής της κοινωνικής πλειοψηφίας και σίγουρα δεν θα ανατρέπει κανένα από τα αντεργατικά μέτρα που πάρθηκαν ως δομικές αλλαγές στον ταξικό συσχετισμό για την αντιμετώπιση της κρίσης και την προοπτική επανεκκίνησης της καπιταλιστικής ανάπτυξης και συσσώρευσης.

Ο πιο προχωρημένος στόχος που θα μπορούσαν να βάλουν οι αστικές, νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις του Νότου, μα και γενικότερα της ΕΕ/ΟΝΕ, είναι να βρεθούν σε θέση να συγκροτήσουν ένα «δίχτυ προστασίας» για τα μαζικά κοινωνικά στρώματα που σήμερα εξαθλιώνονται ώστε να μην κινδυνεύει το νεοφιλελεύθερο σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης από την πλήρη αποδόμηση του κοινωνικού ιστού με απρόβλεπτους κινδύνους. Όπως δηλαδή σε ένα βαθμό επιχειρούν χώρες με μεγαλύτερες δυνατότητες όπως η Γερμανία αλλά και οι ΗΠΑ. Αυτό ακριβώς αποτελεί το «όνειρο» του Σαμαρά που σήμερα δεν μπορεί ούτε καν να το εξαγγείλει ως προοπτική και δήθεν έξοδο από τα μνημόνια και την κρίση.

Η εκρηκτική άνοδος της Αριστεράς στην Ελλάδα που έδωσε ελπίδα σε εκατομμύρια εργαζόμενων, ανέργων, νεολαίων και λαϊκού κόσμου πανευρωπαϊκά προβάλει ως μια εντελώς διαφορετική και ουσιαστικά ανατρεπτική εναλλακτική απάντηση στην κρίση, ακριβώς γιατί βάζει – εξ αντικειμένου ως προοπτική «κυβέρνησης της Αριστεράς», από τον συμβολισμό ως την ταξική εκπροσώπηση – στο επίκεντρο, την αλλαγή των ταξικών συσχετισμών και την αναδιανομή του πλούτου και της εξουσίας σε βάρος του κεφαλαίου, πρωτίστως του ντόπιου και συνακόλουθα απειλώντας το ευρωπαϊκό αστικό, νεοφιλελεύθερο οικοδόμημα συνολικά και υπέρ της εργασίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Απ’ αυτή την άποψη η αφήγηση μιας συναινετικής και χωρίς μεγάλες ρήξεις, διαδικασίας αλλαγής της κατεύθυνσης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη είναι άστοχη. Το βασικό πρόβλημα είναι πως μια τέτοια σχετικά «καθησυχαστική» αφήγηση δεν υποστηρίζει αποτελεσματικά το ισχυρό μέρος των εξαγγελιών που είναι οι δεσμεύσεις προς τον κόσμο της εργασίας και την λαϊκή πλειοψηφία και υπονομεύει αντί να διευκολύνει την συγκέντρωση της δύναμης.

Με εργαλείο το κόμμα

Οι εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ, δια του προέδρου του, στη ΔΕΘ, προκάλεσαν την οργή της κυβέρνησης και την ανανέωση των εργατικών / λαϊκών ελπίδων καθώς τα χτυπημένα από την σκληρή μνημονιακή λιτότητα κοινωνικά στρώματα, ο κόσμος της εργασίας, οι άνεργοι, η νεολαία κ.λ.π. επικέντρωσαν στις δεσμεύσεις του κόμματος προς αυτούς. Ωστόσο είναι απολύτως αναγκαίο η θετική εντύπωση να μεταβληθεί σε αυτοπεποίθηση, γνώση και επιλογή κίνησης και δράσης. Χρειάζεται να εξηγηθούν πολύ πιο αναλυτικά και δεσμευτικά οι επιλογές του εργατικού/ λαϊκού προγράμματος και οι ανατρεπτικές προϋποθέσεις / συνέπειες του στο σημερινό καθεστώς συνολικά σε εθνικό μα και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Χρειάζεται να τεθεί στο επίκεντρο της προσπάθειας του ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα του κόμματος, της λειτουργίας και του ρόλου του στην πορεία διεκδίκησης κυβέρνησης της Αριστεράς ώστε να αναστραφεί άμεσα και δραστικά η σημερινή κατάσταση μετατροπής του σε απλό εκλογικό μηχανισμό και η γενικότερη υποβάθμισή του. Αυτό το ζήτημα συμπυκνώνει επί της ουσίας και απολύτως συγκεκριμένα και πρακτικά, τους όρους που εξασφαλίζουν την ριζοσπαστική πορεία ή αντίθετα την διακινδύνευσή της από πλήθος πιέσεων και επιρροών «κύκλων» και δικτύων της διαχείρισης της εξουσίας που συντηρούνται από το παρελθόν, παρά την κατάρρευση των αντίστοιχων πολιτικών οργανισμών, κατά κύριο λόγο του ΠΑΣΟΚ. Πολιτικοί παράγοντες που προσεγγίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, πλασάροντας την «τεχνογνωσία» της κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας και της διαχείρισής της. Αυτό το ζήτημα αναδεικνύεται σήμερα σε ένα από τα μείζονα προβλήματα του ΣΥΡΙΖΑ καθώς αφορά στις πιέσεις σε μετάλλαξη της μόνης πραγματικής «πολεμικής μηχανής» των αριστερών ιδεών και των ταξικών συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας, κομίζοντας γραφειοκρατική και πελατειακή κουλτούρα, «προσβάσεις» στο σύστημα, «συνεργάτες» και «συμβούλους», έως υποψηφίους στα ψηφοδέλτια, κυβερνητικά στελέχη που φυσικά διεκδικούν να καθορίσουν ακόμα και την ίδια την πολιτική και προγραμματική γραμμή!

Για να αξιοποιηθούν οι θετικές αντιδράσεις από τις δεσμεύσεις που εκφωνήθηκαν στην ΔΕΘ προς τον κόσμο της εργασίας και την ευρύτερη λαϊκή πλειοψηφία είναι απολύτως αναγκαίο να στηριχθούν, να συσπειρωθούν και να διευρυνθούν οι δυνάμεις μέσα στο κόμμα που μπορούν και είναι αποφασισμένες να τις εμβαθύνουν, να τις αποσαφηνίσουν συνδέοντάς τες, πάνω απ’ όλα, με την οικοδόμηση πραγματικών σχέσεων με τον κόσμο στον οποίο απευθύνονται, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά και την ευθύνη για τον ίδιο τον ρόλο του κόμματος – από την κοινωνική παρέμβαση μέχρι το πρόγραμμα-. Πρόκειται για ανάγκη επείγουσα που αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχή πορεία προς την κυβέρνηση της Αριστεράς αποτρέποντας σαθρές εκδοχές «ευρέων» συμμαχιών και κυβερνήσεων που θα διακινδυνεύσουν όχι μόνο τον χαρακτήρα της κυβέρνησης της Αριστεράς αλλά και τις δυνατότητές της να συνεχίσει να μετέχει πρωταγωνιστικά στην ταξική και πολιτική πάλη, συμβάλλοντας αποφασιστικά σε νίκες του κινήματος, αναστυλώνοντας τις ιδέες της Αριστεράς και τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού.

Αρέσει σε %d bloggers: