άρθρο του Δημήτρη Δημητούλη
Με τη θρησκεία και την Πατρίδα
την ίδια απλώνουμεν αρίδα
τον ίδιον έχουμε σκοπό.
Κερνούμε το λαό χασίσι,
Όνειρα, ψέματα και μίση
Δε ντρέπονται για να ντραπώ.
Κ. Βάρναλης,
(Το φως που καίει, εκδ. Κέδρος)
Ένα από τα ακανθώδη ζητήματα που “ταλαιπώρησε” το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα σ’όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα και “επανεμφανίζεται” με πρωτότυπο τρόπο στο έδαφος της σύγχρονης ιστορικής κρίσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, υπήρξε εκείνο της διαλεκτικής εθνικού-ταξικού. Μια μορφή εμφάνισης της διαλεκτικής αυτής είναι η αντίθεση ανάμεσα στο εθνικισμό της αστικής τάξης που δεν εγγράφεται μόνο στο “σκληρό” πυρήνα της ιδεολογίας της, αλλά συνιστά αντεικειμενικό, συστατικό στοιχείο του ίδιου του τρόπου συγκρότησης και αναπαραγωγής του κεφαλαίου και το διεθνισμό που ανταποκρίνεται στις αντικειμενικές δυνατότητες και τάσεις της εργατικής τάξης.
Έχοντας επίγνωση της πολυπλοκότητας του εν λόγω ζητήματος και του κινδύνου της μονομερούς προσέγγισης θα θέλαμε να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις που αφορούν σε μερικές από τις όψεις του. Το εργατικό κίνημα κατά τον εικοστό αιώνα και σε όλες του τις εκδοχές, η αριστερά στο σύνολο της, ουδέποτε αρνήθηκαν την απερίφραστη καταγγελία του εθνικισμού.
Συγχρόνως, όμως, σε κρίσιμες στιγμές της ταξικής πάλης, όταν εκρήγνυντο οι αντιθέσεις και η έφοδος στους ουρανούς αχνοχάραζε, αν δεν ετίθετο στην ημερήσια διάταξη, τότε το κίνημα αυτό και η Αριστερά στρατευόταν εγείροντας τη σημαία του πατριωτισμού, δηλαδή του εθνικού συμφέροντος, διακρινοντάς την ριζικά, βεβαίως, από εκείνη του εθνικισμού.
Όμως η “επιλογή” αυτή δεν υπήρξε καθολικού χαρακτήρα. Ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ και τα ανίστοιχα ρεύματα του εργατικού κινήματος -όχι πάντα με ταυτόσημο τρόπο- στην αναμέτρηση τους με την απαιτητική και κρίσιμη αυτή διαλεκτική υιοθέτησαν μια προσέγγιση διαφορετική, ενταγμένη σ’ ένα επαναστατικό πολιτικό πρόγραμμα. Continue reading